Βινύλιο, τα καλύτερά μας χρόνια

του Γιάννη Αλεξίου

Εκδόσεις ΦΑΡΦΟΥΛΑΣ

Λίγα λόγια για το «ροκ»

Πολλοί αναλυτές της δεκαετίας του ’60 ακόμα και σήμερα αναρωτιούνται αν οι στίχοι της ροκ και η μουσική τους επένδυση, επέδρασαν και συνέβαλαν στη διαμόρφωση του τρόπου σκέψης της Δυτικής νεολαίας (και όχι μόνο) ή αν, αντιθέτως, οι παγκόσμιες καταστάσεις της συγκεκριμένης δεκαετίας και η έντονη αμφισβήτησή τους από τους νέους, επηρέασε τους μουσικούς και αυτό εκφράστηκε μέσα από τα έργα τους, σχεδόν σε όλο το φάσμα του ροκ (μπλουζ – φολκ ροκ – ροκ εντ ρολ και αργότερα τζαζ-ροκ φούζιον – πανκ – χέβι μέταλ – χαρντ ροκ κ.ά.).

Όπως και να έχει, ο πόλεμος του Βιετνάμ, η δολοφονία του Μάρτιν Λούθερ Κινγκ και του Τσε Γκεβάρα, ο διάσπαρτος και πολυπλόκαμος ρατσισμός σε όλο τον κόσμο, η συμπεριφορά της κυρίαρχης τάξης που στήριζε (όπως κάνει πάντα) και επέβαλε τα συμφέροντά της, επέσυραν τον προβληματισμό, την αντίδραση και την αμφισβήτηση ενάντια σε κάθε είδους συντηρητισμό. Από αυτήν την ραγδαία ριζοσπαστικοποίηση της νεολαίας ξεπηδούν τα διάφορα κινήματα κατά του ρατσισμού, της ανισότητας, της εκμετάλλευσης, του πολέμου, της ατομικής βόμβας και ξεσπούν εξεγέρσεις, όπως αυτή του Μάη του ’68, που το Παρίσι ξεσηκώνεται από μια χούφτα φοιτητές, και στήνει οδοφράγματα πηγαίνοντας κόντρα σε κάθε παγιωμένο (εκ του πήγνυμι = παγώνω / είμαι αμετακίνητος) τρόπο σκέψης και στάσης του …«κατεστημένου».

Αντιπολεμικά και επαναστατικά συνθήματα διαχέονταν σε όλο τον κόσμο μέσω της μουσικής με πρωταρχικά τα μηνύματα αγάπης, ελευθερίας (…All you need is love…  Beatles) αλλά και αντίστασης, εξέγερσης …

Ακόμα κι αν η συγκεκριμένη μουσική δεν αποτέλεσε τον βασικό πυρήνα της αλλαγής, ωστόσο, ακολούθησε την ροή των νέων ιδεών και υπήρξε σίγουρα αυτή που διέδωσε με την μεγαλύτερη ταχύτητα αυτές τις ιδέες, επηρέασε τον καθημερινό τρόπο ζωής, επέδρασε στην δημιουργικότητα και την κουλτούρα και επέφερε αλλαγές –και κατά κάποιον τρόπο ένα κοινό πνεύμα– στους νέους της εποχής εκείνης, όσον αφορά τις σκέψεις, τα όνειρά τους, την αμφίεση, τον τρόπο που αισθάνονταν και ερωτεύονταν.

Οι νέοι έγιναν «ρόκ» που για αυτούς σήμαινε «ευθύτητα, θάρρος να είσαι ο εαυτός σου, θάρρος να κυνηγήσεις τα όνειρά σου». Με δύο λόγια, για τους ροκάδες, το «δήθεν» δεν είναι ροκ.

Στην Ελλάδα τα πρώτα ακούσματα και χορευτικά βήματα του ροκ παρουσιάστηκαν με μορφή ροκ-εντ-ρολ στις 21 Οκτωβρίου του 1956 στην Αίγλη του Ζαππείου από μία μπάντα …πεζοναυτών του αεροπλανοφόρου The coral sea. Τα πρώτα ντόπια ροκ-εντ-ρολ συγκροτήματα με ηλεκτρικές κιθάρες και δυνατά ντράμς σχηματίστηκαν το 1962: οι Φόρμινξ και οι Τζούνιορς… και μετά ήρθε η Χούντα… Να σημειωθεί ότι οι αντιδράσεις της εκκλησίας και της αριστεράς ήταν κοινές ενάντια στο ροκ λόγω της επικίνδυνης (για τα ήθη και τις αξίες) κουλτούρας του, η οποία «προπαγάνδιζε» όπως ισχυρίζονταν οι μεν υπέρ του …Σατανά και οι δε, υπέρ των Αμερικάνων –τότε δεν υπήρχε διαφορά–.

Το καθαρό «rock» (μετεξέλιξη του rock ‘n’ roll) καταφθάνει με αργό ρυθμό στην Ελλάδα και την βρίσκει λίγο πριν την …αποποινικοποίηση της μοιχείας, την κατάργηση της …προίκας και με την «αξιοπρέπεια της ακεραιότητας του παρθενικού υμένα» των κορασίδων, να …καθρεφτίζεται στο κούτελο των πατεράδων τους. Υπό τέτοιες συνθήκες καταλαβαίνουμε όλοι, ότι οι «ροκούδες» απουσίαζαν από τον χάρτη ή ήταν η εξαίρεση για να στηριχθεί ο κανόνας.

Βινύλιο, τα καλύτερά μας χρόνια

Το βιωματικό βιβλίο Βινύλιο, τα καλύτερά μας χρόνια, ακολουθεί τον συγγραφέα από τα μαθητικά του χρόνια, να ανακαλύπτει τη ζωή και συγχρόνως την κουλτούρα της ροκ μουσικής και χρονικά αναφέρεται στο τέλος της δεκαετίας του ’70.

Μέσα από αυτήν την περιήγηση στους δρόμους της μουσικής οι νεότεροι θα πληροφορηθούν και οι παλαιότεροι θα ξαναθυμηθούμε γεγονότα και περιστατικά εκείνης της εποχής, ιδιαίτερα αυτά που αφορούν την νεολαία στην Ελλάδα που, όπως όλες οι νεολαίες στον κόσμο, είχαν ως βασικό στοιχείο στη ζωή τους, τη μουσική. Με ιδιαίτερη προτίμηση στην μουσική των δεκαετιών του ’60 και ’70 αλλά και του ’80 και μετά, η οποία μετέδιδε, –μέσα από «ψαγμένους» στίχους που συνοδεύονταν από τους δυνατούς ήχους της ροκ–, τις «προχωρημένες», για εκείνη την εποχή, ιδέες που αμφισβητούσαν το «κατεστημένο» και αναγκαστικά έφερναν τους νέους αντιμέτωπους με τους συντηρητικούς και ενίοτε καταπιεστικούς γονείς…

Δεν είναι δύσκολο να φανταστούμε οποιοδήποτε παιδί εκείνης της εποχής, να κραυγάζει τραγουδώντας τους παρακάτω στίχους (των θαυμάσιων Αnimals με τη φωνή του Eric Burdon(!)) απευθύνοντάς τους σε οποιονδήποτε τον καταπίεζε:

Είναι η ζωή μου και θα κάνω ό, τι θέλω – Μην με πιέζεις
Είναι το μυαλό μου και θα σκέφτομαι όπως θέλω – Είναι η ζωή μου
Είναι το μυαλό μου και θα σκέφτομαι όπως θέλω – Δεν δέχομαι να με κατευθύνεις – Μην μου λες τί να κάνω…

(It’s my life and I’ll do what I want – Don’t push me

It’s my mind and I’ll think like I want – It’s my life

 It’s my mind and I’ll think like I want – You can’t tell me)

Στο, 192 σελίδων, βιβλίο «ζωγραφίζονται» με δυνατά χρώματα οι νεαροί στις γειτονιές της Αθήνας με τις διαφορετικές μουσικές προτιμήσεις, διαφορετικό ντύσιμο και άποψη, οι διαμάχες μεταξύ τους, το κυνηγητό με τους μπάτσους σε συναυλίες και πλατείες, οι ταινίες της εποχής (που επίσης ασκούσαν επιρροή), οι διάφορες συνοικίες, το Μοναστηράκι, τα φρικιά (αποκαλούμενα από τους άλλους «τα σωστά άτομα», ως φόρος τιμής), η πλατεία Εξαρχείων, οι αναρχικοί, διάφορα στέκια, απόπειρες δημιουργίας μικρών μουσικών γκρουπ στα υπόγεια των μονοκατοικιών στα οποία ο καθένας έπαιζε ό,τι ήθελε, πειρατικοί σταθμοί και, φυσικά, κυρίως, περιγράφονται, αναλυτικά και με πολύ ζωντάνια, τα μουσικά δρώμενα και η μουσική κίνηση της εποχής…

Αποσπάσματα από το βιβλίο

«[…] μόλις ανακαλύψαμε τον Ισπανό σκηνοθέτη Λουίς Μπουνιουέλ – μπήκε αμέσως στην καρδιά μου. Ήταν και ανάρχας και μας έλκυε αυτό ακόμη περισσότερο. Παίρναμε το λεωφορείο, μαθητές ακόμη της τρίτης γυμνασίου και πηγαίναμε όπου κι αν έπαιζε ταινία του Μπουνιουέλ. Θυμάμαι να βλέπουμε το «Φάντασμα της ελευθερίας» στην ταράτσα του θερινού σινεμά «Αβάνα» στο Νέο Ψυχικό. Αυτήν την ταινία όσο και την «Κρυφή γοητεία της μπουρζουαζίας» αλλά και το «Γλυκιά συμμορία» του Νίκου Νικολαΐδη, που είδαμε στην πρεμιέρα της στο κατάμεστο σινέ «Έλση» στη Νέα Σμύρνη, αποτελούν την τριλογία της νεότητάς μου. Εκείνη την εποχή έβαλα την αφίσα του «Εasy Rider» στον τοίχο του δωματίου μου […] την αγόρασα από τα εγκαίνια του Παρά Πέντε, του περιοδικού κόμικ, στους Αμπελοκήπους […] Τα κόμικ ήταν η άλλη μεγάλη επιρροή μας τότε. Όλοι αγοράζαμε φανατικά τη Βαβέλ, το Παρά Πέντε, το Mad αλλά και το Mordillo

[…] σχηματίσαμε και ένα άθλιο γκρουπ, στο οποίο ο μόνος μουσικός ήταν ο Στέφανος, ο κιθαρίστας. Τους ΣΚΙΑ Band, από τα αρχικά μας. […] με την προσθήκη του Άκη Λ, που έσκασε με ένα φιούτζιπαλ και νομίσαμε ότι ήρθε ο …Keith Moon, σε μία και μοναδική πρόβα στο δωμάτιό μου… […] όλοι τότε είχαν ένα γκρουπ, αλλά κι έναν πειρατικό ραδιοφωνικό σταθμό. … Ήταν της μόδας τότε στα ισόγεια παλιών πολυκατοικιών να κάνουν πρόβες τα γκρουπ. […] κάθε γειτονιά είχε κι ένα γκρουπ. […] πίσω από μια καινούργια πολυκατοικία υπήρχε μια παλιά, μάλλον προσφυγική και στο ισόγειό της σε δύο δωμάτια στεγάστηκαν τα πρόσκαιρα όνειρά μιας μπάντας με αφετηρία πάντα την αγάπη για την μουσική

[…] Σαν μαθητής περίμενα να πάω κάθε Σάββατο, με τους συμμαθητές μου στο Happening στη Χαριλάου Τρικούπη να πάρουμε δίσκους. Ήταν παράδοση. Θυμάμαι ένα Σάββατο που ήρθαν εκεί στο Happening, για πρώτη φορά στην Ελλάδα, οι Bruce Dickinson και Adrian Smith των Iron Maiden για την προώθηση του δίσκου τους «Piece of Mind», το 1983 και μαζεύτηκε χιλιάδες κόσμος εκεί για να υπογράψουν το δίσκο τους. Είχε μποτιλιάρει όλο το κέντρο της Αθήνας

[…] Τότε όλοι οι φανατικοί οπαδοί των ομάδων άκουγαν ροκ και μέταλ μουσική. Μάλιστα τα μουσικά γούστα των οπαδών καθόριζαν πολλές φορές και το χώρο που καταλάμβαναν στις εξέδρες των γηπέδων. Αλλού τα φρικιά και αλλού τα κυρίζια! Τα φρικιά πήγαιναν στις συναυλίες και έπεφτε πολύ ξύλο με τους μπάτσους ιδιαίτερα στα 80ς που ξανάρχισαν να γίνονται ρόκ συναυλίες στην Ελλάδα

[…] Με τους μαλλιάδες υπήρχε προκατάληψη και θεωρούνταν αναρχικοί. Έτσι αναφέρονταν στον Τύπο, όταν γίνονταν επεισόδια σε ροκ συναυλίες. […] Στις ροκ συναυλίες υπήρχαν πάντα ΜΑΤ έτοιμα να προκαλέσουν και να χτυπήσουν όπως στην συναυλία των Blue Oyster Cult στη Λεωφόρο Αλεξάνδρας τον Ιούλιο του 1987

[…] Στα τέλη των 70ς και αρχές των 80ς, οι μουσικόφιλοι ήταν χωρισμένοι στα δύο. Ήταν η εποχή των ροκάδων και των καρεκλάδων, ή αλλιώς τα φρικιά και τα κυρίζια –που άκουγαν ντίσκο–, δύο διαφορετικοί μουσικοί κόσμοι, ο καθένας με το δικό του στυλ, διαφορετικό ντύσιμο, άλλη νοοτροπία. Απείχαν έτη φωτός μεταξύ τους. […] δεν χόρευα με τίποτα τα ντίσκο τραγούδια αλλά περίμενα υπομονετικά πότε θα αρχίσει το ρόκ σετ, για να χορέψω

[…] Οι ροκαμπιλάδες τότε συνήθιζαν να κλέβουν βινύλια από τα δισκάδικα της Αθήνας και ιδιαίτερα από το Μοναστηράκι. Πώς μπορείς να κλέψεις ένα βινύλιο; Φορούσαν όλοι φαρδιά μπουφάν, εκείνα τα δίχρωμα τα ροκαμπιλάδικα, που είχαν άλλο χρώμα στα μανίκια, έβαζαν τα βινύλια στη πλάτη –ή ακόμα και στο πλάι οι πιο τολμηροί– από μέσα από το μπουφάν και έφευγαν […]

Και, έτσι, με αυτόν τον γρήγορο και ξεκούραστο ρυθμό συνεχίζονται και εξελίσσονται οι περιγραφές και οι πληροφορίες που γεμίζουν τον «σχετικό» αναγνώστη θύμισες και νοσταλγία…

Στα τέσσερα παραρτήματα, στο τέλος του βιβλίο, περιλαμβάνονται: α) συμβουλές για νέους κτήτορες δίσκων βινυλίου – τί να προσέχουν και πώς να τους συντηρούν, β) καταγράφονται τα σύγχρονα δισκάδικα της Αθήνας, χρήσιμος μπούσουλας για εκείνους που αρχίζουν να ανακαλύπτουν τον «ζεστό ήχο του βινύλιου» και, τέλος, ένας κατάλογος με 110 δίσκους που, σύμφωνα με τον συγγραφέα, είναι  «απαραίτητοι για να έχεις μια σωστή ροκ δισκοθήκη».

Ωστόσο την έκπληξη την κάνει το τρίτο παράρτημα στο οποίο περιέχονται τμήματα συνεντεύξεων που πήρε ο συγγραφέας από ανθρώπους που επηρέασαν, και ακόμα επηρεάζουν, τα μουσικά «πράγματα», όπως οι Στ. & Δ. Βαμβακάρης, Μ. Γενίτσαρης, Λ. Κηλαηδόνης, Ν. Κυπουργός, Στ. Λογαρίδης, Π. Παυλίδης, Γ. Πετρίδης, Δ. Πολύτιμος, Δ. Πουλικάκος, Δ. Σαββόπουλος, Γ. Σπάθας, Γ. Τρανταλίδης, Allan Holdsworth, Pat Martino, Les Mccann. Σε αυτές τις συνεντεύξεις κυρίως αναφέρονται στη μουσική, τη δουλειά τους, τους δίσκους τους και παράλληλα θυμούνται και διηγούνται περιστατικά «παλιών καλών(;) περασμένων εποχών»…

Ιδού ένα απόσπασμα συνέντευξης του Δ. Σαββόπουλου που περιγράφει με γλαφυρό τρόπο τα «δεδομένα» και τις …«ευκαιρίες» που είχε ο κάθε νέος εκείνης της εποχής: «[…] μου άρεσαν τα πάρτι, διότι γνωριζόμασταν με το άλλο φύλλο. Στα πάρτι υπήρχε η δυνατότητα να βρεθείς με τα κορίτσια, γιατί τα σχολεία δεν ήταν μικτά, ήταν αρρένων και θηλέων. Όταν λοιπόν έκανες μια πρόταση «να βρεθούμε αύριο;», η απάντηση ήταν «ευχαριστώ πολύ, αλλά δεν θέλω να προδώσω την εμπιστοσύνη που μου έχουν οι γονείς μου»… […] Ναι, τα πάρτι μου άρεσαν πάρα πολύ, κυρίως γιατί άκουγες την ξένη μουσική και αισθανόσουν να βγαίνεις από την απομόνωση και από την καταπίεση που μας έκαναν τότε να νιώθουμε οι μεγαλύτεροί μας, οι οποίοι ήταν συντηρητικοί άνθρωποι, γιατί έτσι ήταν η εποχή, […] εκεί στα χρόνια του ’55 προλάβαμε να ζήσουμε και τα δύο. Τον παραδοσιακό τρόπο ζωής αφ’ ενός, και τον μοντέρνο αφ’ ετέρου. Ήμασταν τυχεροί από αυτήν την άποψη…».

Και τέλος η «ιεροτελεστία» της μουσικής ακρόασης όπως περιγράφεται από τον συγγραφέα: «Το βινύλιο είναι πολιτισμός. Μια αληθινή ιεροτελεστία, που ξεκινά από τη στιγμή που θα πιάσεις το εξώφυλλο στα χέρια, θα βγάλεις τον δίσκο, θα τον τοποθετήσεις με προσοχή πάνω στο πικάπ, θα πατήσεις το start ή αν είναι χειροκίνητος ο βραχίονας, θα τον ακουμπήσεις πάνω στα αυλάκια. Έτσι αρχίζει η ιερή στιγμή της ακρόασης, με τον ήχο να… αναβλύζει ζεστός και οικείος από τα ηχεία γεμίζοντας τον χώρο σου. […] »

Αναρχία και Ζωή

Δημοσιεύθηκε στην ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ. 185, Σεπτέμβριος 2018
Both comments and trackbacks are currently closed.