Η ουγγρική επανάσταση του 1956

[…Το σκοινί περάστηκε γύρω από τον λαιμό του «Στάλιν»,… ύψους 26 ποδιών,… Εκατοντάδες πρόθυμα χέρια το άρπαξαν. Τεντώθηκε. Το άγαλμα έτριξε, καθώς έγερνε σιγά-σιγά, προς το πλήθος. Μ’ ένα τελευταίο ανατριχιαστικό τρίξιμο έπεσε απ’ το βάθρο…

 Το άγαλμα μεταφέρθηκε μ’ ένα κάρρο και ξεφορτώθηκε μπροστά στο Εθνικό Θέατρο, όπου ένα πλήθος που γελούσε το ’κανε κομμάτια.

 Οι μπότες του Στάλιν, όμως, στέκονταν ακόμη εκεί. Τι οιωνός γι’ αυτούς που πίστευαν σε τέτοια πράγματα! Δεν ωφελεί πολύ το ν’ απαλλαγείς από έναν άνθρωπο. Κάποιος άλλος φοράει πάντα τις μπότες του. Πρέπει να πάψεις να χρειάζεσαι κυρίαρχους».]

Tο Ουγγρικό Κομμουνιστικό Κόμμα είναι πολύ μικρό αριθμητικά, σε οπαδούς και υποστηρικτές κατά τη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Με επικεφαλής τον Λάζλο Ράικ, μέλη του κόμματος ασχολούνται με έναν κρυφό, και σε μεγάλο βαθμό ανεπιτυχή, πόλεμο κατά του Αδόλφου Χίτλερ.

Ο Σοβιετικός Στρατός εισβάλλει στην Ουγγαρία το Σεπτέμβριο του 1944 και στήνει μια εναλλακτική κυβέρνηση στο Ντέμπρετσεν στις 21 Δεκεμβρίου του ίδιου έτους, δεν καταφέρνει να καταλάβει, όμως, τη Βουδαπέστη, παρά μέχρι την 18η Ιανουαρίου 1945. Λίγο αργότερα ο Ζόλτον Τίλντυ γίνεται ο προσωρινός πρωθυπουργός.

Στις εκλογές του Νοεμβρίου του 1945, το Κόμμα των Μικροϊδιοκτητών λαμβάνει το 57% των ψήφων. Το ουγγρικό Εργατικό Κόμμα, τώρα υπό την ηγεσία των Ματίας Ρακόζι και Erno Gero, έλαβε υποστήριξη μόνο από το 17% του πληθυσμού. Ο σοβιετικός διοικητής στην Ουγγαρία, ο στρατάρχης Βοροσίλοφ, αρνείται να επιτρέψει στο Κόμμα των Μικροϊδιοκτητών να σχηματίσει κυβέρνηση. Αντ’ αυτού, ο Βοροσίλοφ δημιουργεί μια κυβέρνηση συνασπισμού με τους κομμουνιστές κρατώντας μερικές από τις βασικές θέσεις. Ο Zoltan Tildy ονομάζεται πρόεδρος και πρωθυπουργός ο Φρένκ Νάγκι. Ο Ματίας Ράκοζι γίνεται αναπληρωτής πρωθυπουργός.

Ο Λάζλο Ράικ γίνεται υπουργός Εσωτερικών και ιδρύει τις μυστικές αστυνομικές δυνάμεις ασφαλείας. Τον Φεβρουάριο του 1947 οι αστυνομικές δυνάμεις αρχίζουν τη σύλληψη ηγετών του Κόμματος Μικροϊδιοκτητών και του Εθνικού Αγροτικού Κόμματος. Αρκετές προσωπικότητες και από τα δύο κόμματα διαφεύγουν στο εξωτερικό. Αργότερα ο Ματίας Ράκοζι θα καυχηθεί ότι είχε ασχοληθεί με τους εταίρους του στην κυβέρνηση, έναν προς έναν, «κόβοντας τους σαν φέτες σαλάμι».

Το Ουγγρικό Κομμουνιστικό Κόμμα γίνεται το μεγαλύτερο ενιαίο κόμμα στις εκλογές του 1947. Οι κομμουνιστές αποκτούν σταδιακά τον έλεγχο της κυβέρνησης και από το 1948 το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα παύει να υφίσταται ως ανεξάρτητος οργανισμός. Ο ηγέτης του, Bela Kovacs συλλαμβάνεται και εξορίζεται στη Σιβηρία. Άλλοι ηγέτες της αντιπολίτευσης, όπως η Anna Kethly, Frenc Nagy και Istvan Szabo επίσης φυλακίζονται ή στέλνονται στην εξορία.

Ο Ματίας Ράκοζι απαιτεί πλήρη υπακοή από τα μέλη του ουγγρικού Κομμουνιστικού Κόμματος. Ο κύριος αντίπαλός του για την εξουσία είναι ο Λάζλο Ράικ, ο οποίος είναι τώρα υπουργός Εξωτερικών. Ο Ράικ συλλαμβάνεται. Το φρικιαστικό είναι η απολογία του στη δίκη του τον Σεπτέμβριο του 1949, όπου ομολογεί την ενοχή του σε όλες τις κατηγορίες του Δημόσιου Κατήγορου, καθώς και σε μερικές άλλες επιπλέον. Παραδέχεται ότι είχε λάβει μέρος σε σχέδιο δολοφονίας εναντίον των Ματίας Ράκοζι και Έρνο Γκέρο. Ο Λάζλο Ράικ επίσης ομολογεί ότι είναι πράκτορας των Miklos Horthy (του πρώτου δικτάτορα στην Ευρώπη του 1919, ο οποίος αιματοκύλησε την Ουγγαρία κυνηγώντας και σφαγιάζοντας αντιφρονούντες ονοματίζοντας τους σοσιαλιστές), Λέον Τρότσκι, Γιόσιπ Τίτο και του δυτικού ιμπεριαλισμού. Ο Ράικ κρίνεται ένοχος και εκτελείται. Ο Γιάνος Κάνταρ και άλλοι διαφωνούντες επίσης καθαρίζονται από το κόμμα κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου.

Ο Ματίας Ράκοζι προσπαθεί τώρα να επιβάλει αυταρχική διακυβέρνηση στην Ουγγαρία. Υπολογίζεται ότι 2.000 άνθρωποι εκτελέστηκαν και πάνω από 100.000 φυλακίστηκαν. Ορισμένα μέλη του ουγγρικού Εργατικού Κόμματος είναι αντίθετα σε αυτή την πολιτική. Μεταξύ 1948 και 1950 διαγράφονται 483.000 μέλη του κομμουνιστικού κόμματος Ουγγαρίας από τον Ράκοζι.

Ο Ράκοζι αναπτύσσει γρήγορα το εκπαιδευτικό σύστημα της Ουγγαρίας, στην προσπάθειά του να αντικαταστήσει τη μορφωμένη τάξη του παρελθόντος με αυτή που ο ίδιος ονόμασε νέα «διανόηση του μόχθου». Η Κομμουνιστική κατήχηση γίνεται πραγματικότητα σε σχολεία και πανεπιστήμια. Η Θρησκευτική εκπαίδευση καταγγέλλεται ως προπαγάνδα και σταδιακά να εξαλείφεται από τα σχολεία.

Ο Καρδινάλιος Joseph Mindszenty, ο οποίος είχε αντιπαρατεθεί με γενναιότητα στους Γερμανούς Ναζί και τους Ούγγρους φασίστες κατά τη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, συλλαμβάνεται τον Δεκέμβριο του 1948, και κατηγορείται για προδοσία. Μετά από πέντε εβδομάδες βασανιστηρίων ομολογεί τις κατηγορίες που διατυπώθηκαν εναντίον του και καταδικάζεται σε ισόβια κάθειρξη. Οι Διαμαρτυρόμενες εκκλησίες «καθαρίζονται» και οι ηγέτες τους αντικαθίστανται από αυτούς που είναι πρόθυμοι να παραμείνουν πιστοί στην κυβέρνηση Ράκοζι.

Ο Ράκοζι έχει δυσκολία στην διαχείριση της οικονομίας και ο λαός της Ουγγαρίας βλέπει το βιοτικό του επίπεδο να πέφτει. Η κυβέρνησή του παίρνει όλο και πιο αντιλαϊ­κά μέτρα και, όταν ο Ιωσήφ Στάλιν πεθαίνει το 1953, ο Ματίας Ράκοζι περνά στο παρασκήνιο της πολιτικής και αντικαθίσταται στην πρωθυπουργία από τον Ίμρε Νάγκι. Ωστόσο, διατηρεί τη θέση του ως γενικός γραμματέας του Ουγγρικού Εργατικού Κόμματος.

Ως ηγέτης της Ουγγαρίας, ο Ίμρε Νάγκι αφαιρεί τον κρατικό έλεγχο των μέσων μαζικής ενημέρωσης και ενθαρρύνει τη δημόσια συζήτηση για την πολιτική και οικονομική μεταρρύθμιση. Αυτό περιελάμβανε μια υπόσχεση για την αύξηση της παραγωγής και της διανομής των καταναλωτικών αγαθών. Ο Νάγκι, επίσης, απελευθερώνει αντι-κομμουνιστές από τη φυλακή και μιλάει για τη διεξαγωγή ελεύθερων εκλογών και την αναχώρηση της Ουγγαρίας από το Σύμφωνο της Βαρσοβίας.

Ο Ματίας Ράκοζι οργανώνει μέτωπο επιθέσεων στον Νάγκι. Στις 9 Μαρτίου 1955 η Κεντρική Επιτροπή του Ουγγρικού Εργατικού Κόμματος καταδικάζει τον Νάγκι για «δεξιά παρέκκλιση». Οι ουγγρικές εφημερίδες συμμετέχουν στις επιθέσεις και ο Νάγκι κατηγορείται ως υπεύθυνος για τα οικονομικά προβλήματα της χώρας και στις 18 Απριλίου απολύεται από τη θέση του με ομόφωνη ψήφο της Εθνοσυνέλευσης. Ο Ράκοζι για άλλη μια φορά γίνεται ο ηγέτης της Ουγγαρίας.

Τον Μάρτιο του 1956 η Κεντρική Επιτροπή του Ουγγρικού Κομμουνιστικού Κόμματος ανακοινώνει πως αποφάσισε ότι οι Λάζλο Ράικ, Gyorgy Palffy, Tibor Szonyi και Andras Szalai κακώς έχουν καταδικαστεί για προδοσία το 1949. Μάλιστα, ο Ράκοζι αναγκάζεται να πει ότι ολόκληρη η δίκη Ράικ είχε βασιστεί σε προβοκάτσια και ότι ήταν μια δικαστική πλάνη. Ταυτόχρονα ανακοινώνεται ότι ο Ίμρε Νάγκι έχει επανενταχθεί ως μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος.

Η δύναμη του Ράκοζι υπονομεύεται από μια ομιλία του Νικήτα Χρουστσώφ, τον Φεβρουάριο του 1956, όπου κατήγγειλε τις πολιτικές του Ιωσήφ Στάλιν και των οπαδών του στην Ανατολική Ευρώπη. Ισχυρίστηκε ότι η δίκη του Λάζλο Ράικ ήταν μια «αποτυχία της δικαιοσύνης». Στις 18 Ιουλίου 1956, ο Ράκοζι αναγκάζεται σε απομάκρυνση από την εξουσία, ως αποτέλεσμα των εντολών από τη Σοβιετική Ένωση. Ωστόσο, κατάφερε να εξασφαλίσει τον διορισμό του στενού του φίλου, Erno Gero, ως διάδοχό του.

Η εξέγερση ξεκινά στις 23 Οκτωβρίου από μια ειρηνική εκδήλωση των φοιτητών στη Βουδαπέστη. Οι φοιτητές απαιτούν ένα τέλος στη σοβιετική κατοχή και την εφαρμογή του «αληθινού σοσιαλισμού». Η αστυνομία κάνει κάποιες συλλήψεις και προσπαθεί να διαλύσει το πλήθος με δακρυγόνα. Όταν οι φοιτητές επιχειρούν να απελευθερώσουν τους ανθρώπους που είχαν συλληφθεί, η αστυνομία ανοίγει πυρ κατά του πλήθους.

Την επόμενη μέρα υπαξιωματικοί και στρατιώτες προσχωρούν στα μπλοκ των διαδηλωτών φοιτητών τους δρόμους της Βουδαπέστης. Το άγαλμα του Στάλιν αποκαθηλώνεται και οι διαδηλωτές φωνάζουν «οι Ρώσοι να πάνε στο σπίτι τους», «Κάτω ο Gero» και «Ζήτω ο Νάγκι». Η Κεντρική Επιτροπή του Ουγγρικού Κομμουνιστικού Κόμματος θα ανταποκριθεί σε αυτές τις εξελίξεις, αποφασίζοντας ότι ο Ίμρε Νάγκι θα πρέπει να γίνει επικεφαλής της κυβέρνησης.

Στις 25 Οκτώβρη σοβιετικά τανκς ανοίγουν πυρ ενα­ντίον διαδηλωτών στην πλατεία του Κοινοβουλίου. Δημοσιογράφος αυτόπτης μάρτυρας στη σκηνή είδε 12 πτώματα και υπολόγισε ότι άλλοι 170 είχαν τραυματιστεί. Σοκαρισμένη από αυτά τα γεγονότα, η Κεντρική Επιτροπή του Κομμουνιστικού Κόμματος ανάγκασε σε παραίτηση τον Erno Gero και τον αντικατέστησε με τον Γιάνος Καντάρ.

Ο Ίμρε Νάγκι μεταβαίνει στο Radio Kossuth και ανακοινώνει ότι έχει αναλάβει την ηγεσία της κυβέρνησης ως πρόεδρος του Συμβουλίου των Υπουργών. «Υποσχέθηκε τον εκτεταμένο εκδημοκρατισμό της ουγγρικής δημόσιας ζωής, την υλοποίηση του ουγγρικού δρόμου προς τον σοσιαλισμό, σύμφωνα με τα δικά της εθνικά χαρακτηριστικά και την υλοποίηση του ευγενούς εθνικού της στόχου: τη ριζική βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης των εργαζομένων».

Στις 28 Οκτωβρίου, ο Νάγκι και μια ομάδα υποστηρικτών του, συμπεριλαμβανομένων των Γιάνος Κάνταρ, Geza Lodonczy, Antal Apro, Karoly Kiss, Ferenc Mόnnich και Zoltan Szabo, καταφέρνουν να πάρουν τον έλεγχο του Ουγγρικού Κομμουνιστικού Κόμματος. Την ίδια στιγμή επαναστατικά συμβούλια εργατών και τοπικές εθνικές επιτροπές σχηματίζονται σε όλη την Ουγγαρία.

Οι απόψεις της ηγεσίας του κόμματος αποτυπώνονται στα σχόλια που έγιναν στην εφημερίδα του, την Szabad Nep. Στις 29 Οκτωβρίου η εφημερίδα υπερασπίζεται την αλλαγή της κυβέρνησης και ανοιχτά επικρίνει τις σοβιετικές προσπάθειες για να επηρεάσουν την πολιτική κατάσταση στην Ουγγαρία. Η άποψη αυτή ενισχύεται από το Radio Miskolc που ζητεί την άμεση αποχώρηση των σοβιετικών στρατευμάτων από τη χώρα.

Στις 30 Οκτωβρίου ο Ίμρε Νάγκι ανακοινώνει την απελευθέρωση του Καρδινάλιου Joseph Mindszenty και άλλων πολιτικών κρατουμένων. Επίσης, πληροφορεί τον ουγγρικό λαό ότι η κυβέρνησή του σκοπεύει να καταργήσει το μονοκομματικό κράτος. Αυτές οι δηλώσεις ακολουθούνται από άλλες, των Zolton Tildy, Anna Kethly και Ferenc Farkas, και αφορούν την ανασύσταση του Κόμματος Μικροϊδιοκτητών, του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος και του Αγροτικού Κόμματος Petofi.

Η πιο αμφιλεγόμενη απόφαση του Νάγκι πραγματοποιείται την 1η Νοεμβρίου, όταν ανακοινώνει ότι η Ουγγαρία πρόκειται να αποχωρήσει από το Σύμφωνο της Βαρσοβίας, καθώς και ότι, διακηρύσσοντας ουγγρική ουδετερότητα, ζητά από τα Ηνωμένα Έθνη να εμπλακούν στη διαφωνία της χώρας με τη Σοβιετική Ένωση.

Στις 3 Νοεμβρίου, ο Νάγκι ανακοινώνει τις λεπτομέρειες της κυβέρνησης συνασπισμού του. Περιλαμβάνει κομμουνιστές (Janos Kadar, George Lukacs, Geza Lodonczy), τρία μέλη του Κόμματος Μικροϊδιοκτητών (Zolton Tildy, Bela Kovacs και Istvan Szabo), τρεις Σοσιαλδημοκράτες (Anna Kethly, Gyula Keleman, Joseph Fischer), και δύο  μέλη των Αγροτών Petofi (Istvan Bibo και Ferenc Farkas). Ο Pal Maleter διορίζεται υπουργός άμυνας.

Ο Νικήτα Χρουτσώφ, ο ηγέτης της Σοβιετικής Ένωσης, γίνεται όλο και περισσότερο ανήσυχος για τις εξελίξεις αυτές και στις 4 Νοεμβρίου 1956 στέλνει τον Κόκκινο Στρατό στην Ουγγαρία. Σοβιετικά τανκς μπλοκάρουν αμέσως αεροδρόμια, κόμβους αυτοκινητοδρόμων και γέφυρες. Οι μάχες επεκτείνονται σε ολόκληρη την χώρα, αλλά οι ουγγρικές δυνάμεις γρήγορα ηττώνται.

Ο Ίμρε Νάγκι ζητάει και λαμβάνει άσυλο στη Γιουγκοσλαβική πρεσβεία στη Βουδαπέστη. Το ίδιο κάνουν και οι George Lukacs, Geza Lodonczy και η Τζούλια Ράικ, η χήρα του Λάζλο Ράικ. Ο Janos Kadar, ο οποίος ισχυρίστηκε ότι ο Νάγκι είχε πάει πολύ μακριά με τις μεταρρυθμίσεις του, γίνεται ο ηγέτης της Ουγγαρίας.

Υπολογίζεται ότι περίπου 3.000 Ούγγροι σκοτώθηκαν κατά τη διάρκεια της εξέγερσης. Περίπου 12.000 συνελήφθησαν και φυλακίστηκαν. Από αυτούς, περίπου 400 και 450 εκτελέστηκαν. Επίσης, περίπου 200.000 άνθρωποι κατάφεραν να διαφύγουν προς τη Δύση.

Ο Janos Kadar υπόσχεται στον Nagy και τους οπαδούς του ασφαλή απομάκρυνση από τη χώρα. Ο Κάνταρ, όμως, δεν κρατά την υπόσχεσή του και στις 23 Νοεμβρίου του 1956, ο Νάγκι και οι οπαδοί του απάγονται μετά την αποχώρησή τους από τη γιουγκοσλαβική πρεσβεία.

Στις 17 Ιουνίου του 1958, η ουγγρική κυβέρνηση ανακοινώνει ότι αρκετοί από τους μεταρρυθμιστές καταδικάστηκαν για προδοσία και απόπειρα ανατροπής της «δημοκρατικής τάξης» και ότι οι Ίμρε Νάγκι, Pal Maleter και Miklos Gimes εκτελέστηκαν για τα εγκλήματα αυτά. Οι Geza Lodonczy και Attila Szigethy θα πεθάνουν σε ύποπτες συνθήκες αμέσως μετά.

Πηγές:

– John Simkin, Hungarian Uprising, Σεπτέμβριος 1997, Spartacus Educational.

– Άντυ Άντερσον, Η Ουγγρική Επανάσταση του 1956, εκδ. Ελεύθερος Τύπος, 1981.

Μετάφραση – Απόδοση Π.

Δημοσιεύθηκε στην ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ. 166, Δεκέμβριος 2016
Both comments and trackbacks are currently closed.