Το αναρχικό κίνημα στην Ουκρανία στο απόγειο της Νέας Οικονομικής Πολιτικής, 1924-1925 (Μέρος Α΄)

Μία μελέτη του αναρχικού κινήματος στην Ουκρανία μετά την υποτιθέμενη «εξαφάνισή» του. Από τον Viktor Savchenko, Πανεπιστήμιο Οδησσού, Σεπτέμβριος 2017

Ουκρανία. Μαύρος στρατός

Περίληψη από το libcom.org: Η δημοσίευση αυτή εξετάζει μια σχεδόν άγνωστη περίοδο ανάπτυξης του αναρχικού κινήματος στην Ουκρανία που έχει αγνοηθεί τόσο από τους σοβιετικούς όσο και από τους μετασοβιετικούς ιστορικούς, για τους οποίους η ιστορία του αναρχισμού στη Σοβιετική Ένωση τελείωσε το 1921. Ο συγγραφέας χρησιμοποιεί αρχειακό υλικό, συμπεριλαμβανομένων των αρχείων των σοβιετικών μυστικών υπηρεσιών (ChK, GPU, OGPU), και επεκτείνει την ύπαρξη του αναρχικού κινήματος έως και τα μέσα της δεκαετίας του 1920. Αυτή ήταν μια περίοδος αναζωπύρωσης του κινήματος, ιδίως μεταξύ των φοιτητών, των νεαρών εργατών και των ανέργων, στις πόλεις της Ανατολικής και Νότιας Ουκρανίας (Χάρκοβο, Κίεβο, Οδησσός, Νιπροπετρόφσκ και Πολτάβα). Παρά την καταστολή από την κυβέρνηση, το αναρχικό κίνημα στην ΕΣΣΔ κατάφερε να επιβιώσει στην παρανομία τη δεκαετία του 1920.

Tα μέσα της δεκαετίας του 1920 ήταν η εποχή της τρίτης ευκαιρίας (αν κάποιος θεωρήσει τις επαναστάσεις του 1905 και του 1917 ως τις δύο πρώτες ευκαιρίες) που δόθηκε από την ιστορία στους αναρχικούς της Ανατολικής Ευρώπης για να δείξουν την ισχύ τους. Το ζήτημα της ύπαρξης αναρχικού κινήματος στην ΕΣΣΔ τη δεκαετία του 1920 παραμένει αμφιλεγόμενο στην ιστοριογραφία. Οι περισσότεροι σοβιετικοί ιστορικοί υποστηρίζουν ότι ο αναρχισμός είχε «ξοφλήσει εντελώς» ήδη από τον Σεπτέμβριο του 1921 (τότε που «εξαφανίστηκε η Μαχνοβτσίνα»).[1] Μόνο ο σοβιετικός ιστορικός Σ. Κανέφ «τόλμησε» να επανεξετάσει τη διαδικασία της «εξαφάνισης» του αναρχικού κινήματος στην ΕΣΣΔ, υποστηρίζοντας ότι «η εξάλειψη θυλάκων της αναρχικής αντεπανάστασης δεν σημαίνει ότι ο αναρχισμός κατεστάλη γενικά», και συσχέτισε την εξαφάνιση του αναρχισμού στην ΕΣΣΔ με την αυτοδιάλυση της νόμιμης Πανρωσικής Αναρχικής Ομοσπονδίας το 1925.[2] Στη σύγχρονη ιστοριογραφία εμφανίστηκαν δύο αντικρουόμενες τάσεις όσον αφορά την εξαφάνιση του αναρχισμού. Σύμφωνα με τον Μ. Borovyk,[3] το κίνημα αυτοδιαλύθηκε στις αρχές της δεκαετίας του 1920. Η L. Orchakova[4] περιορίζει κι αυτή την ύπαρξη του αναρχισμού ως πολιτικό κίνημα στις αρχές της δεκαετίας του 1920. Αντιθέτως, ο A. Dubovik[5] θεωρεί ότι το αναρχικό κίνημα στην Ουκρανία δεν έπαψε να υπάρχει έως τη δεκαετία του 1930.

Το άρθρο αυτό στηρίζεται σε έγγραφα των σοβιετικών μυστικών υπηρεσιών που είχαν χαρακτηριστεί «απόρρητα». Η πηγή αυτή επιβεβαιώνεται από αρχεία αναρχικής προέλευσης (εφημερίδες και άλλα περιοδικά, επιστολές και απομνημονεύματα).

Ξεκινώντας από το 1924, τόσο οι πράκτορες της Τσε-Κα όσο και οι πρωτοστάτες αναρχικοί θεωρούσαν ότι είχε αναβιώσει το αναρχικό κίνημα στην ΕΣΣΔ, κάτι που γινόταν εμφανές από την αναζωπύρωση του ενδιαφέροντος για τον αναρχισμό, ιδιαίτερα μεταξύ των νέων. Υπήρχαν πολλοί λόγοι για αυτό: Η διάψευση των προσδοκιών όσον αφορά τη Νέα Οικονομική Πολιτική και τις πολιτικές των μπολσεβίκων γενικά, η αυξημένη ανεργία, οι «εκκαθαρίσεις» στα πανεπιστήμια και στις δημόσιες υπηρεσίες, η διεύρυνση του πολιτικού χώρου λόγω της εξαφάνισης των πρώην ισχυρών κομμάτων των Επαναστατών Σοσιαλιστών και των Μενσεβίκων, ο θάνατος του Λένιν (που οδήγησε στην αποδυνάμωση της κεντρικής κυβέρνησης), καθώς και το τέλος του λιμού στην Ουκρανία (που είχε απομυζήσει τις αναγκαίες για τον αγώνα δυνάμεις). Ταυτόχρονα, οι διαμάχες μέσα στο AUCP (B) (Ρωσσικό Κομμουνιστικό Κόμμα – μπολσεβίκοι) έγιναν εντονότερες: Αρχικά, ανάμεσα στην «τρόικα» (Ζηνόβιεφ-Κάμενεφ-Στάλιν) και τον Τρότσκυ, και μετά το 1925 ανάμεσα στον Στάλιν και τους πρώην συμμάχους του, Ζηνοβιέφ και Κάμενεφ. Ο Τρότσκυ, στη δική του προπαγάνδα, χρησιμοποιούσε συνθήματα που ακούγονταν αναρχικά, ζητώντας «ίσα δικαιώματα για τη νεολαία», αγώνα ενάντια στην «κομματική γραφειοκρατία», και προώθηση της «διαρκούς επανάστασης» (κάτι που θύμιζε την «τρίτη επανάσταση» των αναρχικών).

Η επανεμφάνιση των αναρχικών στην Αριστερή Όχθη (στμ. εννοεί του ποταμού Δνείπερου, στην Υπερδνειστερία) και στη Νότια Ουκρανία (1924-25) είχε σίγουρα δυνατότητες μαζικοποίησης, αφ’ ενός επειδή την περίοδο 1904-08 αλλά και το 1917, τα βιομηχανικά κέντρα της Ουκρανίας ήταν επίσης κέντρα του αναρχικού κινήματος της Ανατολικής Ευρώπης και αφ’ ετέρου διότι οι αναρχικοί είχαν μαζική υποστήριξη στο Μαχνοβίτικο κίνημα του 1918-21, καθώς και στο κίνημα των εργατών υπέρ της κοινωνικοποίησης των επιχειρήσεων στην Οδησσό και στο Ντονμπάς το 1917-18.[6]

Η αναβίωση του αναρχισμού στην ΕΣΣΔ πιθανόν να συνδέεται επίσης με τη διεθνή συγκυρία, και πιο συγκεκριμένα με τα σχέδια του Κρεμλίνου για παγκόσμια επανάσταση, σχέδια στα οποία οι αναρχικοί θεωρούνταν σύμμαχοι στον πολυδιάστατο αγώνα ενάντια στα αστικά κράτη. Ιδιαίτερο βάρος στα σχέδια αυτά είχε δοθεί στην επανάσταση στη Γερμανία. Το 1922-23 μειώθηκε αισθητά η καταστολή των αναρχικών στην ΕΣΣΔ, κάτι που συνοδευόταν από προσπάθειες στρατολόγησης μάχιμων αναρχικών και αναρχικών προπαγανδιστών για να δουλέψουν πολιτικά στη Γερμανία.[7] Στην Ουκρανία, οι αναρχικοί πρόσεξαν αυτή την τάση και προσπάθησαν να τη χρησιμοποιήσουν για να αυξήσουν την επιρροή τους.

Οι πρωτοστάτες αναρχικοί δεν συμπαθούσαν ούτε τους υποστηρικτές του Τρότσκυ, ούτε αυτούς του Ζηνόβιεφ. Σκέφτονταν μάλιστα να κυκλοφορήσουν μπροσούρες όπου θα εξηγούσαν την «ουδετερότητά» τους στη διαμάχη Στάλιν-Τρότσκυ.[8] Οι αναρχικοί συμπαθούσαν κάπως μόνο τους Sapronovists[9] (τους πρώην «Decists»), μια αντιπολιτευόμενη ομάδα στο εσωτερικό του ρωσικού κομμουνιστικού κόμματος. Παρ’ όλο που αυτή η ομάδα δεν ήταν ισχυρή, είχε υποστηρικτές στην Ουκρανία (στις πόλεις Χάρκοβο, Οδησσό, Μικολάιβ).[10]

Στα μέσα της δεκαετίας του 1920, στο απόγειο της ΝΟΠ (Νέας Οικονομικής Πολιτικής), οι αναρχικοί ασκούσαν κριτική όσον αφορά τα καπιταλιστικά χαρακτηριστικά της, την κατάργηση των δημοκρατικών ελευθεριών, την αστυνόμευση της κοινωνίας από τις μυστικές υπηρεσίες, και την καταστολή του σοσιαλιστικού ρεύματος, χαρακτηρίζοντας το καθεστώς «κρατικοκαπιταλιστικό», «παλινορθωτικό» και φασιστικό-δικτατορικό. Χωρίς ψευδαισθήσεις για τα σοβιέτ και τα συνδικάτα, οι αναρχικοί τα θεωρούσαν «παρακλάδια» της δικτατορίας.[11]

Στα μέσα της δεκαετίας του 1920, ο γνωστός αναρχικός Π. Αρσίνωφ,[12] εξόριστος στο Παρίσι, γράφει: «Εκεί, στη Ρωσία, το κίνημά μας (…) αρχίζει σιγά σιγά να διορθώνεται, να λογικεύεται».[13] Κάποιος «Βίκτωρ» από την ΕΣΣΔ γράφει στον γνωστό αναρχικό Σ. Φλέσιν στη Δύση ότι συμμετέχει σε «μια ομάδα νεαρών αναρχικών» και ότι στην Κομσομόλ (στμ. νεολαία του ΚΚΣΕ) διαισθάνεται κάποιος μια τάση «υπέρ των αναρχικών».[14] Σε μια επιστολή κάποιου άγνωστου αναρχικού από την ΕΣΣΔ προς τον αναρχικό ιδεολόγο Voline (V. Eichenbaum), ο συγγραφέας αναφέρει ότι «τον τελευταίο καιρό έχουμε παρατηρήσει μια αναζωπύρωση της δραστηριοποίησης».[15] Αξίζει να επισημανθεί και η «Έκκληση μιας ουκρανικής ομάδας προς τις αναρχικές οργανώσεις και τους μεμονωμένους συντρόφους στη Ρωσία» (1924),[16] η οποία αναφέρει ότι ομάδες αναρχικών επικοινωνούν ξανά μεταξύ τους και ότι «έχουν ξεκινήσει τη διαδικασία ενοποίησής τους», ευελπιστώντας ότι «στο κοντινό μέλλον θα συναντηθούμε (και όχι απλώς με τους συντρόφους μας από άλλες πόλεις) σε ένα Πανρωσικό συνέδριο αναρχικών».

Παρόμοιες εκτιμήσεις υπάρχουν και σε μια αναφορά του πρώτου τμήματος των μυστικών υπηρεσιών (SO) της Γκε-Πε-Ου (OGPU):

«Την περίοδο στην οποία αναφερόμαστε, η δραστηριοποίηση των αναρχικών υπήρξε έντονη, με τάσεις να εντατικοποιηθεί κι άλλο και να διευρυνθεί (…) στη διάρκεια της τρίμηνης αυτής περιόδου, διεξήχθησαν 18 επιχειρήσεις και συνελήφθησαν περίπου 300 αναρχικοί. Εντοπίστηκαν περίπου 750 άτομα στη Μόσχα και πάνω από 4.000 άτομα συνολικά στην Ένωση.» («Sovershenno sekretno», [Совершенно секретно = άκρως απόρρητο], 1924)

Η αναζωπύρωση των αναρχικών τάσεων επιβεβαιώνεται από τον καταγεγραμμένο αριθμό των ατόμων που θεωρούνταν ύποπτα για αναρχισμό σε όλη τη Σοβιετική Ένωση.

Το 1923, οι πράκτορες της Τσε-Κα κατέγραψαν εντατικοποίηση της δραστηριότητας των αναρχοσυνδικαλιστών, οι οποίοι:

«είχαν επαφές με γερμανούς συνδικαλιστές και χρηματοδοτούνταν από αυτούς για να συνεχίσουν το έργο τους· έχουν δικά τους τυπογραφεία, βιβλιοπωλεία και γραφεία. Αυτό το ρεύμα λειτουργεί τόσο νόμιμα όσο και παράνομα. Οι ηγέτες του είναι απόδημοι. Δουλεύουν κυρίως στους χώρους των φοιτητών. Οι συνδικαλιστές, όντας καλύτερα οργανωμένοι και οικονομικά ισχυρότεροι από την VFA (Πανρωσική Ομοσπονδία Αναρχικών), γνωρίζουν τα πλεονεκτήματα της συνένωσης των αναρχικών ομάδων και σύρουν την VFA σε κοινές δράσεις.» («Sovershenno sekretno», 1923)

Μια τέτοια «ενίσχυση» στο παράνομο δίκτυο αναρχικών στην ΕΣΣΔ προσέφερε ο Διεθνής Σύνδεσμος Εργατών (IWA) – η παγκόσμια ομοσπονδία των αναρχοσυνδικαλιστικών συνδικάτων.[17]

Το καλοκαίρι του 1923, οι πράκτορες της Τσε-Κα ήρθαν αντιμέτωποι με τις ακόλουθες μορφές αναρχικής αντεπανάστασης:

«Εκτόξευση μιας κυλινδρικής φιάλης με διοξείδιο του άνθρακα στην πλατεία ενός θεάτρου στο Χάρκοβο, με σκοπό –κατά τα λεγόμενα του ντόπιου αναρχικού που την εκτόξευσε– να σκοτωθούν οι κομμουνιστές και οι κερδοσκόποι που κάθονταν εκεί· αντισοβιετική και αντι-φορολογική προπαγάνδα από μεμονωμένους αναρχικούς στα χωριά των επαρχιών Ποντέλσκι, Πόλταφσκι και Τσερνιίφσκι· προσπάθειες πραγματοποίησης ‘‘απαλλοτριώσεων’’ στην Πολτάβα» («Sovershenno sekretno», 1923)

Τον Οκτώβριο του 1923, στην Οδησσό, ο αναρχικός M. Kal’ko παραπέμφθηκε σε δίκη κατηγορούμενος για τη συγκρότηση στο χωριό Χλαντόζα μιας «παράνομης στρατιωτικοποιημένης μονάδας με σκοπό την ανατροπή της κυβέρνησης». Αυτή η ομάδα, η οποία αποτελούνταν από 30 ένοπλους αντάρτες, πραγματοποίησε απαλλοτριώσεις και επιθέσεις σε τρένα, σε εκλεγμένα μέλη των επιτροπών των βολόστ (στμ. volispolkomy: παραδοσιακή διοικητική υποδιαίρεση στην Ανατολική Ευρώπη), καθώς και σε ντόπιους δημόσιους υπαλλήλους.[18]

Το γενικό σχέδιο της Γκε-Πε-Ου, η εξάλειψη δηλαδή όλων των μη μπολσεβίκικων κομμάτων αναγκάζοντάς τα να αυτοδιαλυθούν, δεν έφερε αποτέλεσμα στην περίπτωση των αναρχικών. Οι αναρχικοί προσπάθησαν να ριζώσουν τόσο με παράνομες, όσο και με νόμιμες δραστηριότητες (συμπεριλαμβανομένων των συλλόγων τής εσπεράντο) και να στρατολογήσουν πρώην μέλη του κομμουνιστικού κόμματος.

Στις πόλεις της Ουκρανίας, οι κρατικές επιχειρήσεις δέχτηκαν πλήγματα από ένα νέο κύμα απεργιών που είχαν συνδικαλιστικό χαρακτήρα. Στην Οδησσό, στο Μικολάιβ και στη Χερσώνα επλήγησαν τα εργοστάσια· στα λιμάνια, οι στρατιώτες και οι ναυτικοί έκαναν γενική απεργία. Τον Σεπτέμβριο-Οκτώβριο του 1923, οι απεργιακές κινητοποιήσεις επηρέασαν «σχεδόν ολόκληρο το Ντονμπάς», το Νιπροπετρόφσκ, το Χάρκοβο, το Περβομαΐσκ και το Βόζνεσενσκ.[19] Η ισχύς των διαμαρτυριών των ανέργων είναι εμφανής από τα γεγονότα στις 15-21 Μαΐου 1924 στην Οδησσό, όπου περίπου 5.000 άνεργοι διέσχισαν την πόλη διαδηλώνοντας και φωνάζοντας «κάτω η κυβέρνηση». Εκδίωξαν την έφιππη αστυνομία και εφόρμησαν στο κτίριο της επαρχιακής εκτελεστικής επιτροπής (hubvykonkom), «απαιτώντας μια καλύτερη ζωή και καλύτερους πόρους δια­βίωσης».[20] Σε αυτή τη διαδήλωση, ανάμεσα σε αυτούς που πρωτοστάτησαν ήταν οι M. Kyrychenko, M. Handler, Savyts’kyi, Berkovych και Hertsenzon, οι οποίοι χαρακτηρίστηκαν από τους πληροφοριοδότες της αστυνομίας ως «αναρχοσυνδικαλιστές». Κάποιοι από τους επικεφαλής της εξέγερσης συνελήφθησαν και καταδικάστηκαν σε εξορία.[21] Η εμπλοκή των αναρχικών της Οδησσού στην εξέγερση αυτή φαίνεται όχι μόνο από τον αριθμό των συλληφθέντων αναρχικών (75 άτομα), αλλά και από τον επίσημο τερματισμό των δραστηριοτήτων της Ομοσπονδίας Αναρχικών της Οδησσού: «διέλυσαν την οργάνωση για συνωμοτικούς λόγους, αλλά κρυφά εξακολούθησαν να συμμετέχουν στις συναντήσεις των ανέργων».[22] Μετά την εξέγερση στην Οδησσό, ο αναρχικός τύπος επεσήμανε το γεγονός ότι κατά τη διάρκεια των ερευνών συνελήφθησαν 16 άτομα με την κατηγορία της ένοπλης αντίστασης ενάντια στην Γκε-Πε-Ου, εκ των οποίων επτά εκτελέστηκαν. Ο S. Zekhtser, διοργανωτής του παράνομου δικτύου αναρχικών στην Οδησσό το 1918, εκτελέστηκε κατηγορούμενος για «ληστείες».[23]

(συνεχίζεται…)

[1]. Iaroslavskii, Emel’ian. Anarkhizm v Rossii. OGIZ, 1939, σσ. 51, 57.

[2]. Kanev, S.N., Oktiabr’skaia revoliutsiia i krakh anarkhizma (Bor’ba partii bol’shevikov protiv anarkhizma 1917-1922 gg.). Mysl’, 1974, σ. 401.

[3]. Borovyk, Mykola A., Anarkhistsʹkyi rukh v Ukraini (1917-1921 rr). Dissertation, Taras, Shevchenko National University of Kyiv, 2002.

[4]. Orchakova, Larisa H., Anarkhisty v politicheskoi zhizni Rossii. Dissertation Abstract, Moscow State Pedagogical University, 2008.

[5]. Dubovik, A.V., «K istorii anarkhistskogo dvizheniia v Ukraine (1922-1938)». Pivdennyi zakhid. Odesika, no. 12, 2011, σσ. 182-98.

[6]. Savchenko, V.A., Anarkhistsʹkyi rukh v Odesi 1903-1916 rr. Pechatnyi dom, σ. 201. Επίσης, Savchenko, V.A., «Anarkhisty ta robitnychyi rukh pershoi chverti XX st.: Do postanovky problemy». Materialy 5-oi Mizhnarodnoi nauk.-prakt. konferentsii «Pivden’ Ukrainy: Etnoistorychnyi, movnyi, kulʹturnyi ta relihiinyi vymiry», International Humanitarian University (Odesa), 2015, σσ. 293-97.

[7]. Talerov, P.I., «Komyntern y anarkhysty v 1920-kh-1930-kh hh». III Konferencja Naukowa «Z Dziejσw Anarchizmu», 2-4 Ιουνίου 2016, Szczecin, Πολωνία (παρουσίαση σε συνέδριο).

[8]. DAOO, f.r. 7, op. 1, spr. 409, ark. 8.

[9]. (στμ) Τιμοφέι Σαπρόνοφ (Timofei Sapronov, 1887-1937): Παλιός μπολσεβίκος, ο οποίος μαζί με άλλους ίδρυσε την Ομάδα του Δημοκρατικού Συγκεντρωτισμού το 1919 στο εσωτερικό του Ρωσικού κομμουνιστικού κόμματος. Η ομάδα αποκαλούνταν μερικές φορές Ομάδα των Δεκαπέντε ή Δεκιστές ή Δεκεμιστές. Προσχώρησαν το 1926, ως χωριστή ομάδα, στην Ενωμένη Αντιπολίτευση (Τρότσκυ, Ζηνόβιεφ, Κάμενεφ) και διαγράφηκαν από το κόμμα μαζί με την Ενωμένη Αντιπολίτευση το 1927. Κάποιοι μετάνιωσαν και έγιναν πάλι δεκτοί στο κόμμα, παρ’ όλα αυτά όλοι εκτελέστηκαν με κατασκευασμένες κατηγορίες στη Μεγάλη Εκκαθάριση στα τέλη της δεκαετίας του ’30. Μεταξύ αυτών που επέστρεψαν στο κόμμα ήταν και ο Σαπρόνοφ, ο οποίος συνθηκολόγησε υπό ασαφείς συνθήκες με τον Στάλιν το 1928, αλλά συνελήφθη πάλι το 1932 και πέρασε την υπόλοιπη ζωή του σε συνθήκες απομόνωσης στη φυλακή. Εκτελέστηκε τον Σεπτέμβριο του 1937.

[10]. HDA SBU, f. 13, spr. 370, T. 6, ark. 98.

[11]. Rublev, Dmitrii I. «Gody stanovleniia SSSR i NEP: Vzgliad anarkhistov». IX Plekhanovskiie chteniia. SSSR 1922-1991 gg. Istoricheskii tupik ili perspektiva istoricheskogo razvitiia?, edited by T.I. Filimanova, Russian National Library (Plekhanov House), 2010, σσ. 43-48.

[12]. Arshinov, P.A., «Trekhletie ‘Delo truda’». Delo Truda [Paris], no. 37-38, 1928, σσ. 1-2

[13]. Βλέπε HDA SBU, f. 13, spr. 415, T. 1-8 για δημοσιεύσεις των αναρχικών της διασποράς: Golos truda (Buenos-Aires), Delo truda (Paris) κλπ.

[14]. IISH, Senya Flιchine Papers, Folder 79, σ. 2.

[15]. IISH, Senya Flιchine Papers, Folder 80, σ. 72.

[16]. «Obrashchenie Ukrainskoi gruppy k anarkhicheskim organizatsiiam i otdel’nym tovarishcham v Rossii», Golos truda [Buenos Aires], no. 221, 23 Αυγούστου 1924, σ. 2.

[17]. Dam’e, V.V., «Berlinskii tsentr rossiiskoi anarkhistskoi emigratsii (1920-e gody)». A.I.T. (http://aitrus.info/node/2694). Προσβάσιμο 25 Μαρτίου 2017.

[18]. HDA SBU, f. 13, spr. 415, T. 1, ark. 748, 758.

[19]. DAOO, f.r. 3, op. 1, spr. 409, ark. 8.

[20]. «Samoubiistvo kak protest», Golos truda [Buenos Aires], no. 221, 23 Αυγούστου 1924, σ. 4.

[21]. DAOO, f.r. 3, op. 1, spr. 1310, ark. 120, και HDA SBU, f. 13, spr. 415, T. 2, ark. 80, 92.

[22]. DAOO, f.r. 8065, op. 2, spr. 25916, ark. 173.

[23]. «Rasstrel bezrabotnykh», Golos truda [Buenos Aires], no. 217, 26 Ιουλίου 1924, σ. 2.

Both comments and trackbacks are currently closed.