Αλέξανδρος Χέρτσεν (1812 – 1870)

Εχθρός της καταπίεσης και του τσαρισμού, υπέρμαχος της ελευθερίας και της κατάργησης της δουλοπαροικίας

Ο Αλέξανδρος Χέρτσεν γεννήθηκε στη Μόσχα στις 6 Απριλίου του 1812, στην Αρμπάτ, μια συνοικία αριστοκρατών, λίγο πριν η «μεγάλη Στρατιά» του Ναπολέοντα εισβάλει στην Ρωσία. Όπως ο ίδιος αναφέρει αργότερα: «Οι ιστορίες για τη φωτιά της Μόσχας, τη μάχη του Μποροντίνο, την κατάληψη των Παρισίων, αυτά ήσαν τα νανουρίσματά μου, αυτά τα παιδικά τραγούδια, η Ιλιάδα και η Οδύσσειά μου».

Κατάγεται από τους Ιάκοβλεφ, οικογένεια παλαιών αριστοκρατών. Οι γονείς του, ο Ιβάν Αλεξέγιεβιτς Ιάκοβλεφ και η γερμανίδα προτεστάντης Ερνιέτα Χάαγκ από την Στουτγάρδη, δεν παντρεύτηκαν ποτέ. Ο πατέρας της Ερνιέτας πλούσιος αστός, δεν δίνει τη συγκατάθεσή του σ’ αυτήν τη σχέση και ο Ιβάν βαθιά ερωτευμένος, την κλέβει. Η μητέρα του τού δίνει το γερμανικό επίθετο Ηerz που σημαίνει καρδιά για να τονίσει ότι είναι «ένα παιδί που προήλθε από αγάπη».

Η μητέρα του, «δεσποινίδα μ’ έναν γιο», όπως την αποκαλούσε ο πατέρας του αστειευόμενος, αντιμετωπίζει, πηγαίνοντας κόντρα στα αυστηρά ήθη και το κατεστημένο της εποχής εκείνης, μία κατάσταση σχεδόν βασανιστική. Ο Χέρτσεν με την παιδική του ευαισθησία αντιλαμβάνεται την απομόνωση της μητέρας του και από πολύ νωρίς εκκολάπτονται ερωτηματικά και αρνητικές σκέψεις σχετικά με τους κοινωνικούς και θρησκευτικούς νόμους και θεσμούς. Αργότερα, στο βιβλίο του «Σελίδες από ένα προσωπικό ημερολόγιο» σημειώνει: «Ο γάμος δεν είναι το φυσικό αποτέλεσμα του έρωτα, μα η χριστιανική του συνέπεια… […] Πάντα οι δεσμοί και τα εμπόδια που έχει δημιουργήσει η παλιά θρησκευτική αντίληψη για το γάμο παρεμβάλλονται ανάμεσα στην λεύτερη, αδέσμευτη ευτυχία και την πραγμάτωσή της. Στο μέλλον δεν θα υπάρξει γάμος κι η γυναίκα θα λυτρωθεί από την σκλαβιά. Τί θέλει να πει αυτή η λέξη σύζυγος; Η γυναίκα με το γάμο δεν ταπεινώνεται τόσο, ώστε σαν ζωντανό να παίρνει τ’ όνομα του κυρίου της; – Η ελευθερία στις σεξουαλικές σχέσεις, η κοινή διαπαιδαγώγηση, η κοινωνική οργάνωση της ιδιοκτησίας, η ηθική και η συνείδηση, θα κανονίσουν τις λεπτομέρειες της ύπαρξης, κι όχι ο χωροφύλακας».

Εννέα ετών αρχίζει να αντιλαμβάνεται την κοινωνική ανισότητα και ανισορροπία βιώνοντας μέσα στο ίδιο του το σπίτι δραματικά γεγονότα. Ο γερουσιαστής θείος του μορφώνει έναν νεαρό δουλοπάροικο ο οποίος καταφέρνει να γίνει γιατρός, παραμένοντας όμως υπό το καθεστώς της δουλοπαροικίας. Η σύζυγός του (από την οποία αποκρύβει την αλήθεια) όταν μαθαίνει ποια ήταν η κοινωνική του θέση τον εγκαταλείπει και αυτός αυτοκτονεί.

Όσο περνά ο καιρός αποστρέφεται όλο και περισσότερο τους αριστοκράτες και τους τσιφλικάδες λόγω της εκμετάλλευσης και της επιβολής που ασκούν. Κάποτε συναντά έναν επιστάτη που χτυπάει ένα γέρο μουζίκο επειδή δεν πλήρωσε τα «δοσίματα». Ορμάει και απελευθερώνει τον γέροντα.

Ο Χέρτσεν πλησιάζει τους απλούς ανθρώπους του λαού, μαθαίνει να μιλά και να γράφει ρωσικά, κόντρα στις συνήθειες[1] της εποχής του. Γράφει για τους αριστοκράτες: «Ξένοι στην Ρωσία […] είχαν γίνει παράταιροι στη ρωσική ζωή με τις δυτικοευρωπαϊκές απαιτήσεις τους […] αποτελούσαν μια ανώφελη διανόηση και πνίγονταν σε μια τεχνική ζωή από γλεντοκόπια, αισθησιακές απολαύσεις και αβάσταχτο εγωϊσμό». Πράγματι, η κατάσταση στην Ρωσία έχει κάπως έτσι: Ο τσάρος έχει τον απόλυτο έλεγχο στην Εκκλησία και η αριστοκρατία  είναι δεμένη μαζί με αυτόν και τη γραφειοκρατία του λόγω των κοινών τους συμφερόντων. Το μόνο που ενδιαφέρει την αργόσχολη και παρακμιακή αριστοκρατία είναι να διατηρεί τα προνόμιά της και να εκμεταλλεύεται τους δουλοπάροικους. Ο κλήρος και η αριστοκρατία είναι οι μόνοι που έχουν πρόσβαση στη μόρφωση.

Ήταν δεκατριών ετών (1825) όταν έγινε γνωστή η εκτέλεση των ρώσων δεκεμβριστών[2]. Ο Χέρτσεν περιγράφει τις εντυπώσεις του: «[…] δημοσιεύθηκε η είδηση πως εκτέλεσαν τους πέντε δεκεμβριστές – έγινε δοξολογία στο Κρεμλίνο. Ο μητροπολίτης Φιλάρετος ευχαρίστησε και δόξασε το θεό γι’ αυτές τις δολοφονίες. Όλη η αυτοκρατορική οικογένεια προσευχόταν, περιτριγυρισμένη από την Γερουσία και τους υπουργούς, κι ένα γύρω, σε μια μεγάλη απλωσιά ήταν παραταγμένη η τσαρική φρουρά…» … Αισθάνεται για πρώτη φορά περιφρόνηση για τον τσάρο… «Αφού, λοιπόν, έτσι επίσημα πανηγύρισαν για την εκτέλεση των νικημένων δεκεμβριστών, ο τσάρος Νικόλαος μπήκε με πομπές και παράτες στη Μόσχα. Τον είδα κι εγώ για πρώτη φορά… […] τα μάτια του τον χαρακτήριζαν· μήτε κι η παραμικρή αχτίδα ζεστασιάς, μήτε σκιά ανθρώπινης λύπησης, ήταν μάτια χειμώνα…».

Λίγο καιρό αργότερα ο Χέρτσεν συναντά τον Νικόλαο Ογκάρεφ  (ή Ογκαριώφ)· οι δύο έφηβοι συνδέονται με φιλία που κρατά όλη τη ζωή τους. Ανακαλύπτουν ότι και οι δύο διαβάζουν Σίλλερ, τα απαγορευμένα ποιήματα του Πούσκιν και του Ρυλέγιεφ[3], και ότι αντιπαθούν τον τσάρο και την αυλή του. Ορκίζονται, «να παλέψουν μαζί, να αφιερώσουν τη ζωή τους για την κατάλυση της τσαρικής απολυταρχίας».

Ολοκληρώνει τις σπουδές του στο Πανεπιστήμιο της Μόσχας στους τομείς της φιλολογίας, φιλοσοφίας, φυσικής και χημείας… Την εποχή αυτή η ρωσική διανόηση τρεφόταν από τις ιδέες του Σαιν Σιμόν και του Χέγκελ. Ο Χέρτσεν δεν θα μπορούσε να μείνει ανεπηρέαστος. Δημιουργούνται δύο κύκλοι. Γύρω από τον Στάνκεβιτς (αργότερα, μετά την αποχώρηση του Στάνκεβιτς, τη θέση του καταλαμβάνει ο Μπακούνιν), συγκεντρώνονται οι Χεγκελιανοί, που ενώ εναντιώνονται στην οικογενειακή εξουσία, εντούτοις, παραμένουν πιστοί στο τσαρικό καθεστώς,  και, γύρω από τον Χέρτσεν, αυτοί που θέλγονται από τις θεωρίες του Φουριέ, του Σαιν-Σιμόν και του Προυντόν. Ωστόσο, παρά τις διαφορές τους, οι σχέσεις του Μπακούνιν και του Χέρτσεν παραμένουν φιλικές.

Αργότερα, αναλογιζόμενος αυτήν την περίοδο ο Χέρτσεν γράφει: «Ο Σαιν-Σιμονισμός, έφερνε μαζί του τη χειραφέτηση της γυναίκας[4], το κάλεσμα στην κοινή δουλειά… […]  Αξιόλογες ιδέες, που κλείνουν μέσα τους έναν ολάκερο κόσμο με καινούργιες σχέσεις ανάμεσα στους ανθρώπους, έναν κόσμο γερό, όμορφο, έναν κόσμο αυθόρμητα ηθικό και γι’ αυτόν τον λόγο ηθικά καθάριο. Οι ψυχές και οι καρδιές μας άνοιγαν διάπλατα μπροστά σ’ αυτόν τον θαυμάσιο κόσμο. Ο Σαιν-Σιμονισμός έγινε η βάση των ιδεών μας και παρέμεινε τέτοιος στα βασικά του γνωρίσματα».

Το 1834, είκοσι δύο χρονών, συλλαμβάνεται μαζί με τον φίλο του Νικόλαο Ογκάρεφ  και άλλους φοιτητές, να τραγουδούν στίχους κοροϊδευτικούς και υποτιμητικούς για τον Τσάρο και τον περίγυρό του. Κρίνεται ένοχος και το 1835 εξορίζεται στο κυβερνείο του Περμ και ο Ογκάρεφ  στο κυβερνείο της Πένσας. Μετά οκτώ χρόνια εξορίας και μετακινήσεων από το Περμ στη Βιάτκα και μετά στο Βλαντιμίρ, απελευθερώνεται και επιστρέφει στη Μόσχα. Το κυνηγητό, οι προσβολές και οι περιορισμοί της εξορίας έχουν δημιουργήσει στο πρόσωπο του Χέρτσεν έναν αδιάλλακτο, πλέον, αντίπαλο του τσαρισμού.

Προσπαθεί κατόπιν πιέσεως της οικογένειάς του να συμβιβαστεί δεχόμενος μία θέση στο υπουργείο εσωτερικών της Αγίας Πετρούπολης, από την οποία απαλλάσσεται πολύ γρήγορα, υποβάλλοντας την παραίτησή του.

Το 1847 πεθαίνει ο πατέρας του και ο Χέρτσεν γίνεται κληρονόμος τεράστιας περιουσίας. Με πρόφαση την κατάσταση της υγείας της γυναίκας του Νατάσας (την οποία παντρεύεται κρυφά κατά την διάρκεια μιας ολιγόωρης απόδρασης από την εξορία του) εγκαταλείπει την Ρωσία για να μην επιστρέψει ποτέ.

Ένα χρόνο μετά ξεσπούν επαναστάσεις στη Γαλλία και γενικότερα στην Ευρώπη. Από την Ιταλία, σπεύδει στο Παρίσι μαζί με τους Μπακούνιν και Προυντόν, ενώ, παράλληλα συνδράμει οικονομικά αγωνιστές (Μπακούνιν κ.ά.) και καλύπτει τις ανάγκες σε χρήμα του επαναστατικού κινήματος στην Ρωσία, τη Γαλλία και όπου αλλού του ζητηθεί. Η ήττα των ευρωπαϊκών επαναστάσεων του 1848 και, η εκλογή, στη Γαλλία, με την υποστήριξη των αγροτών, του Λουδοβίκου Ναπολέοντος Βοναπάρτη (ανιψιού του Μ. Ναπολέοντα), ως προέδρου της Δεύτερης Δημοκρατίας (4 χρόνια μετά αυτοανακηρύσσεται αυτοκράτορας), τον συγκλονίζουν και τον απογοητεύουν: «Ναι έκλαψα πάνω στα οδοφράγματα του Ιούνη, που ήταν ακόμα ζεστά από αίμα, και κλαίω ακόμα καθώς αναθυμιέμαι τις μισητές κείνες μέρες, όπου οι κανίβαλοι της τάξης είχαν θριαμβεύσει. Θα είμαι ευτυχής αν τα γραπτά μου μπορούν να χρησιμεύσουν στο ξεκαθάρισμα της ‘’παθολογίας’’ της επανάστασης»[5]. Ο τραγικός θάνατος όλων των αγαπημένων του, γιου, συζύγου και μητέρας τον καταρρακώνουν. Δεν χάνει όμως την πίστη του και δεν παύει να αγωνίζεται για τα ιδανικά του…

Γαλλία 1848. Ο Λαμαρτίνος ομιλεί στο πλήθος των επαναστατών που έχουν κατακλύσει (μέσα και έξω) το Δημαρχείο.

Οι απειλές ότι αν δεν επιστρέψει στη Ρωσία θα του δεσμεύσουν την περιουσία τον αφήνουν αδιάφορο. Σημειώνει «Η ιδιοκτησία είναι ένα πρόστυχο πράγμα. Γιατί όχι μονάχα είναι άδικη, μα είναι και ανήθικη. Είναι ένα ασήκωτο βάρος που τραβάει τον άνθρωπο προς τα κάτω…». Τελικά το θέμα ρυθμίζεται μέσω ενός φίλου του και ο Χέρτσεν καταλήγει να είναι «ο πιο πλούσιος αναρχικός στην Ευρώπη».

Το 1852 εγκαταλείπει την Γενεύη και εγκαθίσταται στο Λονδίνο· το 1853 ιδρύει το πρώτο ελεύθερο ρωσικό τυπογραφείο στο οποίο τυπώνονται προκηρύξεις και δύο εφημεριδο-περιοδικά: το 1855 εκδίδει το περιοδικό-ημερολόγιο «Πολικός Αστήρ» και το 1857 μαζί με τον φίλο του Νικόλαο Ογκάρεφ την οκτασέλιδη (στην αρχή μηνιαία και μετέπειτα δεκαπενθήμερη) εφημερίδα «Σήμαντρο», όλα στη ρωσική γλώσσα. Περιέχουν φιλοσοφικά δοκίμια, κλασσικά έργα, κάποια κείμενα απαγορευμένα στη Ρωσία· όλα εμποτισμένα με το πνεύμα της ελευθερίας και την απαίτηση για κατάργηση της δουλοπαροικίας· αν και απαγορευμένα, διανέμονται σε ολόκληρη τη Ρωσία και διαβάζονται απνευστί…

«Το ‘’Σήμαντρο’’ ήταν η πένθιμη καμπάνα του τσαρισμού. Γιατί ο Χέρτσεν ήταν μεγάλος δεξιοτέχνης στην τέχνη του γραφτού λόγου και ξεχωριστά της ειρωνείας, της σάτιρας. Ήξερε να δημιουργήσει αριστοτεχνικά το γέλιο που σκοτώνει. Και γελοιοποίησε, εξευτέλισε στα μάτια του λαού την τσαρική απολυταρχία».

Στοχαστής ο ίδιος, αφουγκράζεται το πνεύμα της εποχής, καταγράφει και σχολιάζει στα έργα του, με εκλαϊκευμένο τρόπο, τις πρωτοπόρες ιδέες της εποχής του· του Φόυερμπαχ, του Χέγκελ, του Ρουσσώ, του Σαιν Σιμόν και άλλων. Γνωρίζει τον Μαρξ αλλά δεν ελκύεται από αυτόν, αντίθετα, προτιμά και αγαπά τον Προυντόν και τις ιδέες του.

Μακριά από την Ρωσία την κατανοεί καλύτερα· τον απασχολεί η κοινωνική συγκατάβαση, ο σκοταδισμός της άγνοιας, η ταπείνωση, η καταπίεση και η υποβάθμιση του ανθρώπου μέσω του θεσμού της δουλοπαροικίας, η επιβαλλόμενη εξουσία και βία του τσαρισμού, η εκκλησιαστική υποκρισία.  Πιστεύει ότι η ανθρώπινη ελεύθερη έκφραση πρέπει να είναι απαλλαγμένη από την απειλή του κράτους. Ο Χέρτσεν, είναι πολυγραφότατος· δημιουργός κάθε είδους πνευματικού πονήματος: δοκίμια, φιλοσοφικές μελέτες, διηγήματα, νουβέλες, αναμνήσεις και μυθιστορήματα.

Ολοκληρώνει το πρώτο του έργο το 1842, σε ηλικία τριάντα ετών, υπό μορφή δοκιμίου με τίτλο «Ο ερασιτεχνισμός στην επιστήμη» χρησιμοποιώντας για πρώτη φορά το ψευδώνυμο Iskander. Το 1845 δημοσιεύει το δεύτερο έργο του στα ρωσικά σχετικά με την μελέτη της φύσης. Το 1847 γράφει το μυθιστόρημά του «Ποιος φταίει;». Ο Μπελίνσκι[6]  για το έργο αυτό σχολιάζει: «… Ποια είναι, λοιπόν, η αγαπημένη ιδέα του «Ισκαντέρ», πού είναι η πηγή της έμπνευσής του…; Είναι η Ιδέα της ανθρώπινης αξιοπρέπειας που την εξευτελίζουν οι προλήψεις κι η αμάθεια, καθώς επίσης κι η αδικία του ανθρώπου προς τον συνάνθρωπό του… Ο ‘’Ισκαντέρ’’ είναι ο κατ’ εξοχήν ποιητής της ανθρωπιάς…».

Αργότερα κυκλοφορεί μία σειρά επιστολών και άρθρων με τίτλο «Γράμματα από την Ιταλία και τη Γαλλία» και «Από την άλλη όχθη» που έχουν γραφτεί την περίοδο 1848 έως 1949.

Στη σειρά Γράμματα από την Ιταλία και τη Γαλλία γράφει: «[…] Βλέπουμε ξεκάθαρα πως η διαφορά ανάμεσα στους νόμους σας και τα τσαρικά διατάγματα βρίσκεται βασικά στη διατύπωση της αιτιολογικής έκθεσης. Τα τσαρικά διατάγματα αρχίζουν με την καταθλιπτική αλήθεια: ‘’Εγώ ο τσάρος προστάζω’’. Οι νόμοι σας έχουν σαν επικεφαλίδα το προσβλητικό ψέμα του τριπλού εμβλήματος της Δημοκρατίας, την ειρηνική επίκληση του ονόματος του γαλλικού λαού. Ο κώδικας του τσάρου Νικολάου στρέφεται αποκλειστικά κόντρα στους ανθρώπους και προς όφελος της εξουσίας. Ο ναπολεόντειος κώδικας δεν μας φαίνεται να έχει διαφορετικό χαρακτήρα. Σέρνουμε αρκετές αλυσίδες που μας έχει επιβάλει η δύναμη, η εξουσία για να τις βαρύνουμε και με άλλες, που θα χρωστάμε στη δική μας εκλογή. Απ’ αυτήν την άποψη είμαστε ολωσδιόλου ίσια με τους αγρότες μας. Υπακούουμε στην κτηνώδη δύναμη. Είμαστε σκλάβοι, γιατί δεν έχουμε τα μέσα να λευτερωθούμε…»…

Στη συλλογή «Από την άλλη όχθη», αφιερωμένη στο γιό του, σημειώνει: «Δεν κτίζουμε, καταστρέφουμε· δεν διακηρύττουμε μια νέα αλήθεια, καταργούμε ένα παλιό ψέμα. Ο σύγχρονος άνθρωπος απλά κτίζει γέφυρες·  ένας άλλος άγνωστος άνθρωπος του μέλλοντος θα περάσει στην άλλη μεριά. Εσύ ίσως το προλάβεις. Σε ικετεύω: Μην παραμείνεις στην από δω μεριά…».

Την ίδια περίοδο δημοσιεύει διάφορες ιστορίες με τον τίτλο «Διακοπτόμενες αφηγήσεις» και από το 1860  έως το 1862 εκδίδει μια σειρά κειμένων τα οποία εκτυπώνονται, –όπως όλα τα άλλα άλλωστε–, στη ρωσική γλώσσα και μεταφράζονται στα γαλλικά υπό τον τίτλο «Le Monde russe et la Revolution».

Το 1861 εισβάλλει, στο σπίτι και στη ζωή του Χέρτσεν, ο Μπακούνιν που μόλις είχε δραπετεύσει από τη Σιβηρία… «Στην αρχή, του φάνηκε φυσικό να πάρει τη θέση του στο πλευρό του Χέρτσεν που προπαγάνδιζε με το «Σήμαντρο» μια φιλελεύθερη Ρωσία. Σύντομα, όμως, τους χώρισαν οι διαφορές στο χαρακτήρα και στις απόψεις. Ο Χέρτσεν, με τον τρόπο του, βρισκόταν τώρα κοντά στον αναρχισμό, που ο Μπακούνιν μόλις είχε αρχίσει να τον πλησιάζει – ο Χέρτσεν μισούσε το κράτος, περιφρονούσε τις δυτικές δημοκρατίες και έβλεπε τη σωτηρία της Ευρώπης στο ρώσο αγρότη και στον κοινοτικό του τρόπο ζωής. Δεν πίστευε, όμως, φλογερά όπως ο Μπακούνιν στη βία και στην καταστροφή και ήταν, από ιδιοσυγκρασία, υπέρβολικά απαισιόδοξος […]»[7].

Αγαπημένο πολλών ρώσων είναι το αυτοβιογραφικό έργο του «Το παρελθόν και οι σκέψεις μου». Δημοσιεύεται στο περιοδικό «Πολικός Αστήρ» στο Λονδίνο την περίοδο 1858 έως και 1862. Είναι γραμμένο με απλό και ευχάριστο τρόπο, χωρίς να του λείπουν η βαθιά σκέψη και το οξύ πνεύμα. Εδώ ο Χέρτσεν, μαζί με το παρελθόν του, περιγράφει, συγχρόνως και «την ζωή της πνευματικής αφρόκρεμας της ζωντανής προοδευτικής διανόησης της γενιάς του». Ο Τουργκένιεφ γράφει: «Ο Χέρτσεν, δεν έχει το ταίρι του στην τέχνη να μπαίνει βαθειά στο χαρακτήρα των προσώπων που ανταμώνει και να τα ζωγραφίζει πιστά με μια μονοκοντυλιά. […] Το στυλ του είναι ακατάστατο ίσαμε την τρέλα, μα με μαγεύει, είναι κάτι πολύ ζωντανό και δυνατό».

Το 1864 επιστρέφει στο Παρίσι όπου στις 21 Ιανουα­ρίου του 1870, πεθαίνει από φυματίωση.

Αναρχία και Ζωή

Δημοσιεύθηκε στην ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ. 171, Μάϊος 2017

[1]. Στη ρωσική αριστοκρατία εθεωρείτο δείγμα καλής ανατροφής να μιλούν στην γαλλική γλώσσα, μη γνωρίζοντας καθόλου ρωσικά.

[2]. Δεκεμβριστές ονομάστηκαν οι επαναστάτες ρώσοι ευγενείς, στρατιωτικοί και πολιτικοί, φίλοι του Πούσκιν και αναγνώστες του Βολταίρου, που ίδρυσαν συνωμοτική οργάνωση και προσπάθησαν να γκρεμίσουν τον τσάρο Νικόλαο τον Α΄ στις 13 Δεκέμβρη 1825.

[3]. Ρυλέγιεφ Κοντράτι Φιοντόροβιτς (1795 – 1826). Ρώσος λογοτέχνης και δημοσιογράφος. Το 1823 γίνεται μέλος της επαναστατικής οργάνωσης Βόρεια Εταιρεία και τον επόμενο χρόνο αναλαμβάνει την ηγεσία της. Το 1825 συμμετέχει στην εξέγερση των Δεκεμβριστών και καταδικάζεται σε θάνατο. Θεωρείται ο πρώτος Ρώσος που εκφράζει τις φιλελεύθερες απόψεις του μέσω ποιημάτων. Τα τελευταία του ποιήματα τα έγραψε με μία βελόνα επάνω σε φύλλα δέντρου κατά τη διάρκεια του εγκλεισμού του στη φυλακή πριν από την εκτέλεσή του.

[4]. Ο Σαιν-Σιμονισμός αναδεικνύει τις διεκδικήσεις για αυτονομία, χειραφέτηση και δικαίωμα έκφρασης των γυναικών, αποτελώντας μία από τις βάσεις του φεμινισμού.

[5]. «Γράμματα από την Ιταλία και τη Γαλλία».

[6]. Βησσαρίων Γρηγόριεβιτς Μπελίνσκυ (1811-1848), ρώσος, κριτικός λογοτεχνίας. Στη δεκαετία του 1830 ήταν μέλος του κύκλου του Ν. Στάνκεβιτς, μαζί με τους Χέρτσεν και Μπακούνιν.

[7]. Από την εισαγωγή στο Θεός και Αφέντης.

 

Both comments and trackbacks are currently closed.