ΟΙ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΕΣ ΗΓΕΤΙΚΕΣ ΟΜΑΔΕΣ ΚΑΙ Ο ΡΟΛΟΣ ΤΟΥΣ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΠΕΡΙΟΔΟ ΤΗΣ ΟΘΩΜΑΝΟΚΡΑΤΙΑΣ

Ὁμολογούμενον, λοιπὸν, ἀδερφὲ εἶναι ὅτι ἡ πίστη μας καὶ ἠ μετὰ προθυμίας ὑπακοὴ καὶ εὐπείθεια πρὸς τὴν κραταιὰν Βασιλείαν εἶναι ἀναμφιβόλως καὶ δίκαια καὶ νόμιμος καὶ συμφέρουσα εἰς τὸν ἑαυτόν μας, δίκαια μέν, ἐπειδὴ παραυτῆς ἔχομεν ἅπαντες οἱ πιστοὶ ραγιάδες τὸ ζῆν, ἀπολαμβάνοντες διηνεκοῦς περιθάλψεως. Νόμιμος δὲ ἐπειδὴ καὶ μᾶς τὸ νουθετεῖ καὶ ὁ ἱερὸς Ἀπόστολος ἐν τῆ πρώτη πρὸς Ρωμαίους ἐπιστολὴ κεφ. ΙΓ. Ὅτι δὲ εἶναι καὶ συμφέρουσα καὶ ἀνα­γκαιοτάτη ἡ μετὰ προθυμίας ὑπακοή, καὶ εἰς τοῦτο δὲν εἶναι καμμία ἀμφιβολία, ὡσὰν ὁποὺ κάθε καλὸς δοῦλος, μὲ τὴ χρεωστική του εὐπείθειαν καὶ προθυμίαν ἠμπορεῖ νὰ αὐξήσει καὶ τὴν πρὸς τὸν ἑαυτόν του δεσποτικὴν εὔνοιαν καὶ εὐσπλαχνίαν. Κατὰ πάντα λοιπὸν λόγον πρέπει νὰ φερώμεθα λόγω καὶ ἔργω καὶ διανοία ὡς πιστοὶ ραγιάδες πρὸς τὴν κραταιὰν ταύτην Βασιλείαν ἁπλῶς καὶ εἰς κάθε καιρόν. Πα­τριάρ­χης Προ­κό­πιος προς τον Ι­κο­νί­ου Ρα­φα­ήλ (Συ­νο­δι­κώς) αψ­πζω΄: Αυ­γού­στου ιη΄ (Ιω­άν­νου Οι­κο­νό­μου Λα­ρι­σαί­ου:  «Ε­πι­στο­λαί δια­φό­ρων 1759-1824», σ. 245)

Μέσα σε όλες τις εποχές η εκ­κλησία στάθηκε ο πλέον κατα­πιεστικός  και ο πιο «ο­πι­σθο­δρο­­μι­κός» δυ­νά­στης της κοι­νω­νί­ας. Έ­τσι και στην πε­ρί­ο­δο της ο­θω­μα­νι­κής κυ­ριαρ­χί­ας έ­δρα­σε σε συ­νερ­γα­σί­α με τον κα­τα­κτη­τή για να εκ­με­ταλ­λεύ­ε­ται πο­λι­τι­κά και οι­κο­νο­μι­κά τους υ­πο­τε­λείς της.

Η σθε­να­ρά αν­θε­νω­τι­κή της στά­ση, στη διάρ­κεια του λυ­κό­φω­τος της «Βυ­ζα­ντι­νής Αυ­το­κρα­το­ρί­ας», η ο­ποί­α θα συμ­βά­λει ου­σια­στι­κά στην αλ­λα­γή του κυ­ριαρ­χι­κού σκη­νι­κού, δεν υ­πά­κουε μο­νά­χα (ό­πως ι­σχυ­ρί­ζε­ται η κρα­τού­σα ι­στο­ριο­γρα­φί­α) σε δογ­μα­τι­κούς λό­γους, αλ­λά α­πέ­βλε­πε και στην εν­δυ­νά­μω­ση του δια­χει­ρι­στι­κού της ρό­λου σ’ αυ­τό, γε­γο­νός που πι­στο­ποιεί η α­πό­σπα­ση των πε­ρί­φη­μων «προ­νο­μί­ων» α­πό τη σουλ­τα­νι­κή ε­ξου­σί­α, η ο­ποί­α εί­χε α­πό­λυ­τη α­νά­γκη τον γρα­φειο­κρα­τι­κό μη­χα­νι­σμό της εκ­κλη­σί­ας για την εύ­ρυθ­μη λει­τουρ­γί­α του κρά­τους, και τον α­φο­μοιω­τι­κό, χει­ρα­γω­γι­κό και κα­τα­σταλ­τι­κό της λό­γο για να ε­δραιώ­σει και να πα­γιώ­σει την κυ­ριαρ­χί­α της.

Η εκ­κλη­σί­α κα­τεί­χε α­πό τον και­ρό του βυ­ζα­ντί­ου τε­ρά­στιες ε­κτά­σεις, και πα­ρά το πέ­ρα­σμα μέ­ρους αυ­τών στο ο­θω­μα­νι­κό «δη­μό­σιο» και στη δι­καιο­δο­σί­α του κυ­ρί­αρ­χου ι­σλα­μι­κού δόγ­μα­τος (βα­κού­φια), στα τέ­λη του 18ου αιώ­να αυ­τές κα­λύ­πτουν το 1/4 του «ελ­λα­δι­κού χώ­ρου».

Τε­ρά­στιες ε­κτά­σεις καλ­λιερ­γή­σι­μης γης, χι­λιά­δες στρέμ­μα­τα α­πό βο­σκο­τό­πια και α­μπέ­λια, βιο­τε­χνί­ες και ερ­γα­στή­ρια, μέ­χρι και ο­λό­κλη­ρα χω­ριά α­νή­καν στην εκ­κλη­σί­α.(1) Α­στρο­νο­μι­κά έ­σο­δα πή­γαι­ναν στις τσέ­πες των δια­χει­ρι­στών της πε­ριου­σί­ας της (πα­τριαρ­χεί­ο, μη­τρο­πό­λεις, μο­να­στή­ρια) απ’ την κα­τα­λή­στευ­ση του χρι­στια­νι­κού πλη­θυ­σμού, που ζού­σε μέ­σα στη φτώ­χεια και την κα­τα­πί­ε­ση. Για­τί κά­θε οι­κο­γέ­νεια ή­ταν υ­πο­χρε­ω­μέ­νη να δί­νει το 1/3 των ε­τή­σιων ει­σο­δη­μά­των της στην εκ­κλη­σί­α κι α­κό­μη 12 ά­σπρα για τον πα­τριάρ­χη και 12 ά­σπρα για τον αρ­χιε­ρέ­α κά­θε χρό­νο. Αυ­τό γι­νό­ταν για­τί στην οθωμανική διοί­κη­ση, ό­πως έ­χου­με ή­δη α­να­φέ­ρει, δεν υ­πήρ­χαν μι­σθοί και ό­λα τα α­ξιώ­μα­τα α­γο­ρά­ζο­νταν.

Η δια­φθο­ρά, ο κυ­νι­σμός, η λα­τρεία του χρή­μα­τος θα ο­δη­γή­σουν τον α­νώ­τε­ρο κλή­ρο σε έ­να όρ­γιο φα­τρια­σμών, αρ­πα­γών και α­θλιο­τή­των. «Α­νάρ­ρη­ση στον πα­τριαρ­χι­κό θρό­νο δεν γι­νό­ταν χω­ρίς ά­φθο­νο χρυ­σί­ον για ε­ξα­γο­ρά της σουλ­τα­νι­κής ε­ξου­σί­ας και χω­ρίς ρα­διουρ­γί­α για υ­πο­νό­μευ­ση των κο­ρυ­φαί­ων του ιε­ρα­τεί­ου. Στις μη­χα­νορ­ρα­φί­ες υ­πήρ­χε πλού­σια πα­ρά­δο­ση α­πό το Βυ­ζά­ντιο. Το χρή­μα για τη συ­ναλ­λα­γή ε­ξα­σφα­λι­ζό­ταν με δά­νεια α­πό τούρ­κους μπο­στα­ντζή­δες και κα­πι­τζι­μπα­σή­δες, έλ­λη­νες γου­να­ρά­δες και χα­σά­πη­δες και α­πό ε­βραί­ους, αρ­μέ­νιους και φρά­γκους σα­ρά­φη­δες. Και η α­πο­πλη­ρω­μή γι­νό­ταν με ά­γρια φο­ρο­λό­γη­ση και κα­τα­πί­ε­ση του ποι­μνί­ου.

«Κα­θώς η σουλ­τα­νι­κή ‘‘τα­ρί­φα’’ για το πα­τριαρ­χι­κό α­ξί­ω­μα α­νέ­βαι­νε χρό­νο με το χρό­νο —α­πό 2.500 φλου­ριά το 1467 έ­φτα­σε τα 100.000 το 1622—, οι ο­φει­λές πολ­λα­πλα­σιά­ζο­νταν και πολ­λοί πα­τριάρ­χες σέρ­νο­νταν στη φυ­λα­κή. Και ό­πως, μά­λι­στα, έ­λε­γε ο πα­τριάρ­χης Σα­μου­ήλ, ‘‘τα χρέ­η εί­χαν γί­νει ‘‘των της Αι­γύ­πτου πυ­ρα­μί­δων υ­πε­ρο­γκω­δέ­στε­ρα’’».(2)

Οι «ε­κα­τόν χι­λιά­δες και ί­σως και πε­ρισ­σό­τε­ροι μαυ­ρο­ντυ­μέ­νοι» που τρέ­φο­νταν «απ’ τους ι­δρώ­τας των τα­λαί­πω­ρων και φτω­χών ελ­λή­νων»,(3) ζού­σαν μέ­σα στη χλι­δή και την κα­λο­πέ­ρα­ση ξε­περ­νώ­ντας τους ο­θω­μα­νούς σε βαρ­βα­ρό­τη­τα και δια­φθο­ρά.

Η εκ­κλη­σί­α, βου­τηγ­μέ­νη μέ­σα στη λα­τρεί­α της για την ε­ξου­σί­α και το χρή­μα, α­σκώ­ντας στυ­γνή κα­τα­πί­ε­ση και βί­α, θα φέ­ρει πολ­λές φο­ρές σε τέ­τοια α­πό­γνω­ση τους φτω­χούς χρι­στια­νούς ώ­στε να ζη­τούν την πα­ρέμ­βα­ση του σουλ­τά­νου για να σω­θούν.

Έ­να φιρ­μά­νι του 1701 μας πλη­ρο­φο­ρεί πως «οι κα­τά και­ρούς μη­τρο­πο­λί­ται Θεσ­σα­λο­νί­κης, μη αρ­κού­με­νοι εις την εί­σπρα­ξιν συμ­φώ­νως με τον νό­μον και τον κα­τά­λο­γον, λαμ­βά­νουν, πα­ρά τα ει­θι­σμέ­να, πε­ρισ­σό­τε­ρα χρή­μα­τα παρ’ ε­κά­στης οι­κί­ας, α­πό δε τους ιε­ρείς ζη­τούν α­νά δύ­ο χρυ­σά νο­μί­σμα­τα, τα ο­ποί­α λαμ­βά­νουν βί­α και τους α­δι­κούν πο­λύ. Πα­ρα­κά­λε­σαν δε ό­που εκ­δο­θεί αυ­το­κρα­το­ρι­κόν φιρ­μά­νιον, ί­να με­τά την κα­τά τα πα­λαιά έ­θι­μά των κα­τα­βο­λήν των υ­πο­χρε­ω­τι­κών των ει­σφο­ρών μη ο­χλώ­νται ού­τοι με την α­παί­τη­σιν πε­ρισ­σο­τέ­ρων χρη­μά­των α­ντι­θέ­τως προς τα ει­θι­σμέ­να κα­τά τον κα­τά­λο­γον, να ε­μπο­δι­σθή δε και να α­πο­σο­βη­θή η κα­τα­πί­ε­σις αυ­τών».(4)

Ο κα­θα­ρά ε­ξου­σια­στι­κός και εκ­με­ταλ­λευ­τι­κός ρό­λος της εκ­κλη­σίας και ό­χι προ­στα­τευ­τι­κός του ποι­μνί­ου της, ό­πως προ­σπα­θεί να μας πεί­σει η «ε­πί­ση­μη ι­στο­ρί­α», πι­στο­ποιεί­ται και α­πό

την πρό­σφα­τη α­πο­κα­λυ­πτι­κή με­λέ­τη για την πε­ρί­ο­δο της οθω­μα­νι­κής κυ­ριαρ­χί­ας, με βά­ση τα ε­πί­ση­μα αρ­χεί­α πα­ρα­πό­νων, που ήρ­θαν για πρώ­τη φο­ρά στο φως της δη­μο­σιό­τη­τας.

Οι «κα­τά­λο­γοι πα­ρα­πό­νων» (σι­κα­γιέτ ντε­φτερ­λέ­ρι), κα­λύ­πτουν την πε­ρί­ο­δο 1649 έ­ως 1813 και δη­μο­σιεύ­θη­καν στο τε­λευ­ταί­ο τεύ­χος του Journal of Μodern Greek and Byzantine Σtudies, α­πό τον κα­θη­γη­τή του Πα­νε­πι­στη­μί­ου της Χα­ϊ­δελ­βέρ­γης, Μ. Ουρ­σέ­νιους.

Μας φα­νε­ρώ­νουν ό­τι τα αι­τή­μα­τα πα­τριαρ­χών και μη­τρο­πο­λι­τών προς την Πύ­λη α­φο­ρούν α­πο­κλει­στι­κά και μό­νο οι­κο­νο­μι­κές διεκ­δι­κή­σεις, τρι­βές στη συλ­λο­γή φό­ρων, και δια­φό­ρων άλ­λων ε­σό­δων.

Ό­πως χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά γρά­φει ο κα­θη­γη­τής Ουρ­σέ­νιους, «οι κλη­ρι­κοί που υ­πέ­βαλ­λαν αι­τή­μα­τα με­τα­ξύ του Ια­νουα­ρί­ου και Σε­πτεμ­βρί­ου 1675, δεν δια­μαρ­τύ­ρο­νταν ού­τε για τον βί­αιο ε­ξι­σλα­μι­σμό του ποι­μνί­ου τους, ού­τε για τις πε­ρι­πτώ­σεις κα­κο­με­τα­χεί­ρι­σης α­τό­μων της κοι­νό­τη­τάς τους, ού­τε δεί­χνουν να α­ντι­προ­σω­πεύ­ουν το ποί­μνιό τους α­πέ­να­ντι στις Ο­θω­μα­νι­κές αρ­χές. Σε κα­μί­α α­πό τις ε­ξε­τα­σθεί­σες πε­ρι­πτώ­σεις δεν βλέ­που­με τους η­γέ­τες της Ορ­θό­δο­ξης εκ­κλη­σί­ας να λει­τουρ­γούν ως ‘‘ε­θνάρ­χες’’. Το μό­νο που φαί­νε­ται να τους εν­δια­φέ­ρει εί­ναι τα δι­κά τους, κυ­ρί­ως οι­κο­νο­μι­κά, συμ­φέ­ρο­ντα».(5)

Η ά­πλη­στη συ­μπε­ρι­φο­ρά των ρα­σο­φό­ρων προ­κα­λού­σε την α­γα­νά­κτη­ση α­κό­μα και πα­σά­δων, για­τί ό­ξυ­νε ε­πι­κίν­δυ­να τον κοι­νω­νι­κό α­ντα­γω­νι­σμό, α­να­γκά­ζο­ντάς τους να εμ­φα­νί­ζουν το διαλ­λα­κτι­κό τους προ­σω­πεί­ο και να α­να­λαμ­βά­νουν συμ­βι­βα­στι­κό ρό­λο προ­κει­μέ­νου να α­πο­τρέ­ψουν α­νε­ξέ­λε­γκτες κα­τα­στά­σεις.

Με α­φορ­μή —για πα­ρά­δειγ­μα— τις έντονες δια­μαρ­τυ­ρί­ες των συ­ντε­χνιών της Λά­ρι­σας στα 1814 (6) εξ αι­τίας της λη­στρι­κής συ­μπε­ρι­φο­ράς του μη­τρο­πο­λί­τη Πο­λύ­καρ­που, ο γ­ιός του Α­λή Πα­σά, Βε­λής, έ­γρα­φε στον κε­πη­κε­χα­γιά του στην Κων­στα­ντι­νού­πο­λη ό­τι «εις τέ­τοιον τε­ρε­τζέν έ­φε­ρε τον ρα­γιάν ό­που να ση­κώ­σουν ε­πα­νά­στα­σιν ε­να­ντί­ον του ή να πά­ρουν τα μά­τια τους να φύ­γουν, ο­πού βέ­βαια αν δεν ε­τυ­χαί­να­μεν η­μείς ε­δώ, ή­θε­λεν α­κο­λου­θή­σουν πολ­λά».(7)

Το πα­τριαρ­χεί­ο βέ­βαια δι­καί­ω­νε πά­ντο­τε τους α­ξιω­μα­τού­χους του, και η μό­νι­μη ε­πω­δός ό­λων αυ­τών των α­τε­λέ­σφο­ρων εκ­κλή­σε­ων (που ή­ταν συ­χνό­τα­τες σε ό­λο το διά­στη­μα της ο­θω­μα­νι­κής κα­το­χής) ή­ταν οι α­πει­λές προς τους δια­μαρ­τυ­ρό­με­νους ρα­γιά­δες ό­τι με τη στά­ση τους γί­νο­νται «ε­πί­χαρ­μα του μι­σο­κά­λου δαί­μο­νος και έ­νο­χοι αιω­νί­ου κα­τα­δί­κης και α­τε­λευ­τή­του κο­λά­σε­ως διά την α­πα­ρα­δειγ­μά­τιστον αυ­τών μο­χθη­ρί­ας».(8)

Ό­μως το «θε­ά­ρε­στο» έρ­γο του βί­αιου κι ε­ξα­ντλη­τι­κού αρ­μέγ­μα­τος του ποι­μνί­ου της, που ε­πι­τε­λού­σε σε συ­νερ­γα­σί­α με τους οθωμανούς ε­ξου­σια­στές και τις υ­πό­λοι­πες χρι­στια­νι­κές η­γε­τι­κές ο­μά­δες, δεν θα ή­ταν κα­τορ­θω­τό χω­ρίς τον πα­ράλ­λη­λο ι­δε­ο­λο­γι­κό του ευ­νου­χι­σμό.

Η εκ­κλη­σί­α, ε­λέγ­χο­ντας πλή­ρως, στο με­γα­λύ­τε­ρο διά­στη­μα της ο­θω­μα­νι­κής κυ­ριαρ­χί­ας, το υ­πο­τυ­πώ­δες εκ­παι­δευ­τι­κό σύ­στη­μα που, πα­ρά­γο­ντας υ­πη­κό­ους, εί­χε την ανοχή του κρά­τους (τα πε­ρί κρυ­φού σχο­λειού εί­ναι α­πλώς μυ­θεύ­μα­τα), θα α­να­γο­ρεύ­σει σε πρω­τεύ­ον μά­θη­μα αυ­τό της υ­πο­τα­γής.

Οι δι­δά­σκα­λοι, υ­πο­νο­εί σε κά­ποιο ση­μεί­ο ο Α­νώ­νυ­μος της Ελ­λη­νι­κής Νο­μαρ­χί­ας «δεν προ­φέ­ρου­σι πλέ­ον το ό­νο­μα της ε­λευ­θε­ρί­ας, με τον φό­βον μή­πως και τους α­κού­σω­σιν οι προ­ε­στοί ή οι αρ­χιε­ρείς και τους κη­ρύ­ξω­σιν α­θέ­ους».(9)

Ο α­πο­τρό­παιος, α­ντι­δρα­στι­κός και σω­τή­ριος για τις δυ­νά­μεις της κυ­ριαρ­χί­ας ρό­λος της, θα φτά­σει στο α­πο­κο­ρύ­φω­μά του στα τέ­λη του 18ου αιώ­να, ό­ταν με ό­λα τα μέ­σα θα προ­σπα­θή­σει να υ­πε­ρα­σπί­σει την ή­δη πα­ρακ­μά­ζου­σα Οθω­μα­νι­κή Αυ­το­κρα­το­ρί­α. Εί­ναι τό­τε α­κρι­βώς που θα α­πα­γο­ρεύ­σει τη δι­δα­σκα­λί­α της φι­λο­σο­φί­ας, των φυ­σι­κο­μα­θη­μα­τι­κών και κά­θε ε­πι­στη­μο­νι­κής έ­ρευ­νας που κλό­νι­ζε το με­τα­φυ­σι­κό της οι­κο­δό­μη­μα, στις σχο­λές που εί­χε υ­πό τον έ­λεγ­χό της.

Θα κυ­νη­γή­σει τους πρω­το­πό­ρους του δια­φω­τι­σμού —εκ­προ­σώ­πους μιας α­νερ­χό­με­νης τά­ξης, της α­στι­κής, που α­πει­λού­σε την πα­ντο­δυ­να­μί­α του κλή­ρου και των φε­ου­δαρ­χών, σε ό­λη την Ευ­ρώ­πη, διεκ­δι­κώ­ντας με­ρί­διο στη δια­χεί­ρι­ση της κυ­ριαρ­χί­ας— με πα­τριαρ­χι­κή ε­γκύ­κλιο που έ­βγα­λε το 1798, α­πει­λώ­ντας ό­σους δια­βά­ζουν τα βι­βλί­α τους με το πυρ το ε­ξώ­τε­ρον, και υ­πο­στη­ρί­ζο­ντας πως ο Βολ­ταί­ρος εί­ναι «ψεύ­της, συ­κο­φά­ντης, γε­λοια­στής, χλευα­στής, α­πα­τε­ών, κό­λαξ, φαυ­λο­βιώ­τα­τος, ε­μπα­θέ­στα­τος, α­σελ­γέ­στα­τος».(10)

Έ­ντρο­μη μπρο­στά στην κα­τάρ­ρευ­ση της θε­ο­κε­ντρι­κής α­ντί­λη­ψης της ε­ξου­σί­ας που θα προ­κα­λέ­σει η κοι­νω­νι­κή ε­πα­νά­στα­ση στη Γαλ­λία, θα την κα­τα­δι­κά­σει και θα βγά­λει α­πό­φα­ση ό­τι «μο­ναρ­χι­κή πρέ­πει να εί­ναι η διοί­κη­σις των πό­λε­ων κα­τά μί­μη­σιν ε­ξαι­ρέ­τως του παμ­βα­σι­λέ­ως των ό­λων Θε­ού».

Το 1798 (με την ευ­και­ρί­α της κα­τά­λη­ψης της Ε­πτα­νή­σου α­πό τους γάλ­λους), θα κυ­κλο­φο­ρή­σει την Πα­τρι­κή Δι­δα­σκα­λί­α που ε­ξέ­δω­σε ο ΄Αν­θι­μος Ιε­ρο­σο­λύ­μων ή, κατ’ άλ­λους, ο Γρη­γό­ριος ο Ε΄, έ­να φρι­κα­λέο και α­να­τρι­χια­στι­κό κεί­με­νο, ύ­μνο στην υ­πο­τα­γή, τη νο­μι­μο­φρο­σύ­νη και τη δου­λο­πρέ­πεια, όπου με­τα­ξύ άλ­λων α­να­φέ­ρο­νται ό­τι: η υ­πο­δού­λω­ση του λα­ού «θεί­ω ε­γέ­νε­το βου­λή­μα­τι» και ό­τι ο θε­ός έ­στει­λε «την υ­ψη­λήν Βα­σι­λεί­αν» του σουλ­τά­νου, ό­τι αυ­τός πρέ­πει να δια­φε­ντεύ­ει «τα της πί­στε­ως η­μών των ορ­θο­δό­ξων» και να «παι­δεύ­ει τους πα­ρε­κτρε­πο­μέ­νους χρι­στια­νούς διά να έ­χουν πά­ντο­τε προ ο­φθαλ­μών του θε­ού τον φό­βον». Το «σύ­στη­μα της ε­λευ­θε­ρί­ας» το «ε­με­θο­δεύ­θη ο πρώ­τος α­πο­στά­της Διά­βο­λος» και μπο­ρεί να «φαί­νε­ται τά­χα κα­λόν», αλ­λά κα­τά βά­θος εί­ναι «φαρ­μά­κι ο­λέ­θριον που θα κα­τα­κρη­μνί­ση τους λα­ούς εις α­πώ­λειαν και την α­κα­τα­στα­σί­αν». Κα­τα­λή­γει δε με την α­να­τρι­χια­στι­κή προ­τρο­πή:

«Κλεί­σα­τε τα αυ­τί­α σας και μην δώ­σε­τε α­κρό­α­σιν εις ταύ­τας τας νε­ο­φα­νείς ελ­πί­δας ε­λευ­θε­ρί­ας […] ας μην χά­σου­με διά μί­αν ψευ­δή και α­νύ­παρ­κτον τά­χα ε­λευ­θε­ρί­α του πα­ρό­ντος βί­ου τους α­μα­ρα­ντί­νους στε­φά­νους της αιω­νί­ου μα­κα­ριό­τη­τος».(11)

Ό­ταν, ό­μως, τί­πο­τε α­π’ αυ­τά δεν έ­πια­νε πά­νω στους α­γω­νι­ζό­με­νους αν­θρώ­πους, που πο­λύ συ­χνά α­ντι­δρού­σαν με βί­α ε­νά­ντια στους τυ­ράν­νους τους κα­τα­λαμ­βά­νο­ντας μο­να­στή­ρια και κτή­μα­τα, λη­στεύ­ο­ντας εκ­κλη­σί­ες και σκο­τώ­νο­ντας πα­πά­δες, η εκ­κλη­σί­α θα χρη­σι­μο­ποιή­σει τη μέ­θο­δο του α­φο­ρι­σμού (προ­νό­μιο νο­μι­μο­ποι­η­μέ­νο με φιρ­μά­νι α­πό το 1604).

Μπρο­στά στην α­να­πο­τε­λε­σμα­τι­κό­τη­τα και αυ­τής της με­θό­δου θα ε­πι­κα­λε­σθεί τη βο­ή­θεια του ο­θω­μα­νι­κού στρα­τού και με την ω­μή βί­α θα μα­κε­λέ­ψει κά­θε ε­ξέ­γερ­ση για να προ­στα­τέ­ψει την ε­ξου­σί­α και τα πλού­τη της: «Και έ­δει­ξε συ­νέ­πεια η η­γε­σί­α της εκ­κλη­σί­ας στην δου­λο­φρο­σύ­νη της. Κα­τε­δί­κα­σε κά­θε ε­πα­να­στα­τι­κό, α­πε­λευ­θε­ρω­τι­κό κί­νη­μα των Ελ­λή­νων. Το 1805 ο πα­τριάρ­χης Καλ­λί­νι­κος ο Ε΄ α­φό­ρι­σε, ύ­στε­ρα α­πό τουρ­κι­κή ε­ντο­λή, τους κλέ­φτες του Μω­ρη­ά. Το ε­πι­τί­μιο που δια­βά­στη­κε σε ό­λους τους να­ούς θα συ­ντε­λέ­σει στην ε­ξο­λό­θρευ­σή τους ε­πει­δή οι χω­ρι­κοί, έ­ντρο­μοι, πή­ραν μέ­ρος στην τουρ­κι­κή χει­με­ρι­νή εκ­στρα­τεί­α».(12)

Το 1807 ο πα­τριάρ­χης Γρη­γό­ριος ο Ε΄, μ’ α­φορ­μή την α­να­τα­ρα­χή στο Αι­γαί­ο λό­γω του νέου ρω­σο­τουρ­κι­κού πο­λέ­μου, α­πευ­θυ­νό­με­νος στους νη­σιώ­τες με ε­γκύ­κλιό του θα γρά­ψει: «…μη τολ­μή­σε­τε καθ’ οιον­δή­πο­τε τρό­πον να δε­χθή­τε πο­τέ τους υ­πε­να­ντί­ους και ε­χθρούς κα­τά της κρα­ταιάς βα­σι­λεί­ας».(13) Τον ί­διο χρό­νο, ό­ταν η Κων­στα­ντι­νού­πο­λη θ’ α­πει­λη­θεί απ’ τον αγ­γλι­κό στό­λο, ο ί­διος «…κρα­τώ­ντας την ποι­μα­ντο­ρι­κή του ρά­βδο, η­γή­θη­κε χι­λίων ερ­γα­τών που βο­ή­θη­σαν στην οι­κο­δό­μη­ση των ο­χυ­ρώ­σε­ων ε­να­ντί­ον των δυ­τι­κών ει­σβο­λέ­ων».(14) Αρ­γό­τε­ρα, το 1821, ό­πως εί­ναι γνω­στό, θα α­φο­ρί­σει τους πρω­τα­γω­νι­στές της πα­ρα­δου­νά­βιας ε­πι­χεί­ρη­σης και τους ε­ξε­γερ­μέ­νους του Μω­ρη­ά, σε μια ύ­στα­τη προ­σπά­θεια α­να­χαί­τι­σης του κοι­νω­νι­κού χει­μά­ρρου που προ­χω­ρού­σε πλημ­μυ­ρί­ζο­ντας ο­λό­κλη­ρο τον «ελ­λα­δι­κό χώ­ρο».

Οι λί­γοι έγ­γα­μοι πα­πά­δες των χω­ριών, που στά­θη­καν αλ­λη­λέγ­γυοι κα­τά τη διάρ­κεια της ο­θω­μα­νο­κρα­τί­ας στους φτω­χούς ρα­γιά­δες και συμ­με­τεί­χαν ε­νερ­γά στους α­γώ­νες τους και στην ε­πα­νά­στα­ση του 1821, αρ­νού­με­νοι στην ου­σί­α το ιε­ρα­τι­κό τους σχή­μα, θ’ α­πο­τε­λέ­σουν και το διά­τρη­το α­ντι­στα­σια­κό άλ­λο­θι μιας ε­ξου­σια­στι­κής κά­στας που: κα­τα­πιέ­ζο­ντας κι εκ­με­ταλ­λευό­με­νη τον φτω­χό χρι­στια­νι­κό πλη­θυ­σμό, συ­κο­φα­ντώ­ντας και κα­τα­διώ­κο­ντας τους εμ­φο­ρού­με­νους α­πό α­ντι­τι­θέ­με­νες ι­δέ­ες (δη­μο­κρα­τι­κές, νε­ω­τε­ρι­στι­κές) και α­πε­λευ­θε­ρω­τι­κές και α­να­τρε­πτι­κές α­πό­ψεις, και συμ­με­τέ­χο­ντας (με τους ο­θω­μα­νούς ε­ξου­σια­στές και τις υ­πό­λοι­πες χρι­στια­νι­κές η­γε­τι­κές ο­μά­δες) στην κα­τα­στολή κά­θε ε­ξε­γερ­τι­κής α­πό­πει­ρας των κα­τα­πιε­σμέ­νων, θ’ α­πο­τε­λέ­σει τον ση­μα­ντι­κό­τε­ρο πα­ρά­γο­ντα δια­τή­ρη­σης για αιώ­νες, της ο­θω­μα­νι­κής κυ­ριαρ­χί­ας και του εκ­με­ταλ­λευ­τι­κού της κα­θε­στώ­τος στον «ελ­λα­δι­κό χώ­ρο».

Δημοσιεύθηκε στην ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ. 34, 15 Δεκεμβρίου 2004
  1. Στη Χί­ο, για πα­ρά­δειγ­μα, τα 32 α­πό τα 68 χω­ριά α­νή­καν στην εκ­κλη­σί­α, που συ­ντη­ρού­σε ε­πί­σης 300 μο­να­στή­ρια και 700 εκ­κλη­σί­ες και πα­ρεκ­κλή­σια.
  2. Κ. Σι­μό­που­λου, Η Δια­φθο­ρά της ε­ξου­σί­ας, σ. 101.
  3. Α­νώ­νυ­μου, Ελ­λη­νι­κή Νο­μαρ­χί­α, Πα­ρί­σι 1806, σ. 118, [Βλέ­πε π1]
  4. Γ. Κο­ντο­γιώρ­γη – Φ.Βώ­ρου, Θέ­μα­τα Νε­ώ­τε­ρης και Σύγ­χρο­νης Ι­στο­ρί­ας α­πό τις Πη­γές, σ. 117.
  5. Τ. Μί­χα, Κλη­ρι­κοί που Εν­δια­φέ­ρο­νταν μό­νο για Φό­ρους, εφ. Ε­λευ­θε­ρο­τυ­πί­α, 10.70.95.
  6. Στο υ­πό­μνη­μά τους προς τον πα­τριάρ­χη οι «ε­παρ­χιώ­τες της Λά­ρι­σας» με­τα­ξύ άλ­λων α­να­φέ­ρουν: «…Οι συ­νε­χείς με­τα­βά­σεις, και αλ­λα­γαί των αρ­χιε­ρέ­ων μας, και αι δυ­να­στι­καί, και πλε­ο­νε­κτι­καί α­παι­τή­σεις αυ­τών α­νέ­τρε­ψαν, και κα­θεί­λον τα αρ­χαί­α η­μών, και νό­μι­μα έ­θι­μα, ερ­χό­με­νοι γαρ σπεύ­δου­σι, και α­γω­νί­ζο­νται ί­να πλου­τή­σω­σι, και αρ­πά­σω­σι, μη­δέ­να λό­γον έ­χο­ντες ή φρο­ντί­δα πε­ρί του αρ­χιε­ρα­τι­κού αυ­τών πνευ­μα­τι­κού χρέ­ους, ή του α­γα­θού πα­ρα­δείγ­μα­τος εις τα υ­πο­κεί­με­να στί­φη των χρι­στια­νών, και ού­τως α­να­χω­ρούν α­νερ­χό­με­νοι εις Βα­σι­λεύ­ου­σαν…», [Ιω­άν­νου Οι­κο­νό­μου Λα­ρι­σαί­ου, Ε­πι­στο­λαί Δια­φό­ρων 1759-1824, σ. 171,].
  7. Ό.π., σ. 185.
  8. Ό.π., σ. 198.
  9. Α­νώ­νυ­μου, Ελ­λη­νι­κή Νο­μαρ­χί­α, σ. 167.
  10. Α­πό το φυλ­λά­διο Χρι­στια­νι­κή Α­πο­λο­γί­α, Α­ντιρ­ρη­τι­κός Λό­γος κα­τά του Βολ­ταί­ρου, 1798. [Βλ. Κ. Σι­μό­που­λου, Η Δια­φθο­ρά της Ε­ξου­σί­ας, σ. 105].
  11. Κ. Σι­μό­που­λου, Η δια­φθο­ρά της ε­ξου­σί­ας, σ. 105-106.
  12. Σι­μό­που­λου, Η Δια­φθο­ρά της Ε­ξου­σί­ας, σ. 106.
  13. Γ. Κορ­δά­του, Η κοι­νω­νι­κή Ση­μα­σί­α της Ελ­λη­νι­κής εΕπα­να­στά­σε­ως του 1821, σ. 151.
  14. Charles A. Frazee, Ορ­θό­δο­ξος Εκ­κλη­σί­α και Ελ­λη­νι­κή Α­νε­ξαρ­τη­σί­α 1821-1852, σ. 22.
Both comments and trackbacks are currently closed.