ΧΡΟΝΙΚΟ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΣΥΓΚΡΟΥΣΕΩΝ 1876-1936 (Μέρος Β΄)

1910, 6 Μαρτίου. Ν. Λα­ρί­σης. Αυ­τή τη μέ­ρα έχει α­πο­φα­σι­στεί α­πό τους κο­λί­γους, να πραγ­μα­το­ποι­η­θεί πα­να­γρο­τι­κή συ­γκέ­ντρω­ση της πε­ριο­χής του Λα­ρι­σαϊ­κού κά­μπου στη Λά­ρι­σα. Στην αρ­χή μά­λι­στα ρί­χνεται α­πό πολ­λούς η ι­δέ­α να κα­τε­βούν ό­λοι οι α­γρό­τες ο­πλι­σμέ­νοι και έ­τοι­μοι για κά­θε εν­δε­χό­με­νο. Μα τό­τε μπαίνουν στη μέ­ση οι δή­μαρ­χοι (πλού­σιοι ό­λοι τους), οι πο­λι­τι­κά­ντη­δες και οι άλ­λοι «α­γρο­τι­στές» και κινδυ­νο­λογούν. Υποστηρίζουν πως αν κα­τε­βούν έ­νο­πλοι, θα τους σφά­ξει ο στρα­τός και ισχυρίζονται ό­τι «τώ­ρα δεν εί­ναι κα­τάλ­λη­λες οι συν­θή­κες, ας το α­φή­σου­με για το ε­πό­με­νο Σάβ­βα­το». Μ’ αυτά πετυχαίνουν να πιά­σει το «ει­ρη­νι­στι­κό» τους κή­ρυγ­μα.

Οι α­γρό­τες α­πό το πρωί της 6ης Μάρτη αρχίζουν να συρ­ρέ­ουν κα­τά ε­κα­το­ντά­δες στη Λά­ρι­σα. Πρώ­τοι μπαίνουν οι κο­λι­γά­δες του δή­μου Κρά­νω­να, με μαύ­ρες και κόκ­κι­νες ση­μαί­ες κι έ­πει­τα κι άλ­λοι κι άλ­λοι… Εν τω με­τα­ξύ η πό­λη στρα­το­κρα­τεί­ται, α­πό την προ­η­γού­με­νη μέ­ρα ή­δη, με­τά α­πό δια­τα­γή του νο­μάρ­χη. Πρόκειται γι’ αυτόν που εί­πε: «Μα τι θέ­γουν πα­ντε­σπά­νι να φά­νε; Αυ­τοί δεν εί­ναι α­φε­ντι­κά μα σκλά­βοι… Αι κοι­νω­νί­γαι γεν μπο­ρούν να πγο­ο­δέ­ψουν ό­ταν ο ό­κλος α­ποτ­γα­χεί­νε­ται. Πγέ­πει να πγο­λά­βο­μεν τας α­ναρ­χι­κάς εκ­δη­λώ­σεις…»

Κι ε­νώ ο κό­σμος συρ­ρέ­ει στη Λά­ρι­σα, την ί­δια ώ­ρα σ’ έ­να χω­ριου­δά­κι, το Κι­λε­λέρ (ση­με­ρι­νή Κυ­ψέ­λη) οι α­γρό­τες προ­σπα­θούν ν’ α­νέ­βουν στο τραί­νο για να πά­νε στη Λά­ρι­σα χω­ρίς να πλη­ρώ­σουν ει­σι­τή­ριο. Ο διευ­θυ­ντής των Θεσ­σα­λι­κών σι­δη­ρο­δρό­μων, που τυ­χαί­νει να βρί­σκε­ται μέ­σα στο τραί­νο, δια­τά­ζει τους στρα­τιώ­τες που ή­τα­νε μέ­σα σ’ αυ­τό να πε­τά­ξουν κά­τω «αυ­τό το σκυ­λο­λό­ϊ, αυ­τά τα κτή­νη». Οι α­γρό­τες άρ­χί­ζουν να πε­τούν πέ­τρες στο τραί­νο σπά­ζο­ντας τα τζά­μια του. Με­τά α­πό έ­να χι­λιό­με­τρο, μια ο­μά­δα α­πό 1000 κο­λί­γους στα­μα­τά το τραί­νου. Α­παι­τούν να με­τα­φερ­θούν τσά­μπα. Οι στρα­τιώ­τες, που βρί­σκο­νται πά­νω στο τραί­νο, παίρ­νουν δια­τα­γή και πυ­ρο­βο­λούν τους συ­γκε­ντρω­μέ­νους, οι ο­ποί­οι α­πα­ντούν με πέ­τρες. Δυο α­γρό­τες πέ­φτουν νε­κροί και έ­νας τραυ­μα­τί­ζε­ται. Το τραί­νο, μι­σο­κα­τε­στραμ­μέ­νο, προ­χω­ρεί μέ­σα σε βρο­χή α­πό πέ­τρες και φτά­νει στο σταθ­μό Τσου­λάρ. Ε­κεί α­γρό­τες που φώ­να­ζαν «ζή­τω η λευ­τε­ριά», «κά­τω οι τσι­φλι­κά­δες», προ­σπα­θούν να το στα­μα­τή­σουν. Α­κο­λου­θεί νέ­ος πε­τρο­πό­λε­μος κι άλ­λοι πυ­ρο­βο­λι­σμοί α­πό το τραί­νο. Α­πο­τέ­λε­σμα έ­νας νε­κρός α­γρό­της και δε­κα­πέ­ντε τραυ­μα­τί­ες.

Στη Λά­ρι­σα, ό­ταν μα­θεύ­ε­ται το γε­γο­νός, οι χι­λιά­δες συ­γκε­ντρω­μέ­νοι αρ­χί­ζουν να δια­μαρ­τύ­ρο­νται, ε­νώ οι  πε­ρι­πο­λί­ες με εφ’ ό­πλου λόγ­χη τους φω­νά­ζουν να δια­λυ­θούν. Αυ­τοί αρ­νού­νται και προ­χω­ρούν. Ο στρα­τός πυ­ρο­βο­λεί. Πλη­γώ­νε­ται έ­νας δια­δη­λω­τής, την ί­δια στιγ­μή τρεις ιπ­πείς γκρε­μί­ζο­νται α­πό τ’ ά­λο­γά τους κι έ­νας υ­πί­λαρ­χος τραυ­μα­τί­ζε­ται. Η μά­χη κρα­τά εί­κο­σι λε­πτά και στο τέ­λος οι α­γρό­τες σπά­νε τη γραμ­μή και τρα­βά­νε προς την πλα­τεί­α. Νέ­α ε­πέ­λα­ση. Ο αν­θυ­πί­λαρ­χος δια­τά­ζει «χτυ­πά­τε τα σκυ­λιά τους α­ναρ­χι­κούς». Α­κο­λου­θούν πυ­ρο­βο­λι­σμοί και πε­τρο­πό­λε­μος. Μια πέ­τρα α­χρη­στεύ­ει το χέ­ρι του αν­θυ­πί­λαρ­χου. Η μά­χη συ­νε­χί­ζε­ται και οι α­γρό­τες σπά­νε τη στρα­τιω­τι­κή ζώ­νη.

Την ί­δια ώ­ρα μπαί­νουν στην πό­λη 1000 α­γρό­τες α­πό τ’ α­πο­μα­κρυ­σμέ­να χω­ριά. Ό­ταν βλέ­πουν τι γί­νε­ται ορ­μούν κι αυ­τοί στη μά­χη με κα­δρό­νια, ξύ­λα και πέ­τρες. Νέ­α ε­πέ­λα­ση και νέ­ος πε­τρο­πό­λε­μος και οι α­γρό­τες προ­χω­ρούν και φτά­νουν στην πλα­τεί­α. Ο­ταν ό­μως φτά­νουν στο ξε­νο­δο­χεί­ο «Πα­νελ­λή­νιον», ο λό­χος του μη­χα­νι­κού παίρ­νει δια­τα­γή να α­νοί­ξει πυρ ο­μα­δόν. Οι στρα­τιώ­τες ό­μως, δεν υ­πα­κούουν στις δια­τα­γές και πυ­ρο­βο­λούν στον α­έ­ρα. Ο νο­μάρ­χης κι ο φρού­ραρ­χος, βλέ­πο­ντας ό­τι η κα­τά­στα­ση ξε­φεύ­γει απ’ τον έ­λεγ­χο τους, α­να­γκά­ζο­νται και δί­νουν δια­τα­γή να στα­μα­τή­σει ο στρα­τός να πυ­ρο­βο­λεί. Στην πλα­τεί­α μα­ζεύ­ο­νται χι­λιά­δες κο­λί­γοι κι ό­ταν κά­ποιοι πο­λι­τι­κά­ντη­δες πά­νε να βγά­λουν λό­γο, το ορ­γι­σμέ­νο πλή­θος τους κό­βει τη φό­ρα: «Δε θέ­λου­με λό­για σή­με­ρα, αύ­ριο τα λέ­με που θα ’ρθού­με πά­λι και θα ’ρθού­με με τους γκρά­δες. Ας ό­ψε­στε ε­σείς οι δή­μαρ­χοι, που μας πή­ρα­τε στο λαι­μό σας. Κα­λά θέ­λα­με ε­μείς να κα­τε­βού­με με τους γκρά­δες, μα δε μας α­φή­σα­τε και μας φέ­ρα­τε ε­δώ για να μας σκο­τώ­σουν και να μας σφά­ξουν τα σκυ­λιά…». Τις ε­πό­με­νες μέ­ρες ε­κα­το­ντά­δες α­γρό­τες απ’ ό­λη τη Θεσ­σα­λί­α συλ­λαμ­βά­νο­νται και κλεί­νο­νται για μή­νες στις φυ­λα­κές Χαλ­κί­δας και Λα­μί­ας για να «ε­πι­βλη­θεί το κρά­τος», «η έ­νο­μη τά­ξη» και για να «τι­μω­ρη­θούν α­μεί­λι­κτα οι α­ναρ­χι­κοί».

1910, Μάρ­τιος. Πει­ραιάς. Ξε­σπά στον Πει­ραιά η α­περ­γί­α των ναυ­το­θερ­μα­στών. Ο πρω­θυ­πουρ­γός Δρα­γού­μης θέ­τει στη διά­θε­ση των ε­φο­πλι­στών ναύ­τες του πο­λε­μι­κού ναυ­τι­κού για να κι­νή­σουν τα πλοί­α. Οι α­περ­γοί, στις αρ­χές Α­πρί­λη, κα­τε­βαί­νουν στην Α­θή­να. Στρα­τός και χω­ρο­φυ­λα­κή ε­τοι­μά­ζο­νται να τους χτυ­πή­σουν. Οι α­περ­γοί τους ε­πι­τί­θε­νται, τους α­φο­πλί­ζουν και στη συ­νέ­χεια κά­νουν έ­φο­δο στο σπί­τι του Δρα­γού­μη ο ο­ποί­ος, φο­βι­σμέ­νος, υ­πο­χω­ρεί. Τα αι­τή­μα­τα των α­περ­γών ι­κα­νο­ποιού­νται.

1910, 17 Μαΐου. Πει­ραιάς. Α­περ­γούν οι τσι­γα­ρά­δες εξ αιτίας της χρη­σι­μο­ποί­η­σης των τσι­γα­ρο­ποι­η­τι­κών μη­χα­νών, που τους ο­δη­γούν στην α­νερ­γί­α. Στις 17 Μάη οι α­περ­γοί ε­πι­τί­θε­νται στη βιο­μη­χα­νί­α που έ­φε­ρε τις μη­χα­νές και τις κα­τα­στρέ­φουν. Τις ε­πό­με­νες μέ­ρες στρα­το­κρα­τού­νται Α­θή­να και Πει­ραιάς για να α­πο­τρα­πούν νέ­ες ε­πι­θέ­σεις των α­περ­γών.

1911, Ιανουάριος. Α­θή­να. Ξε­σπά η με­γά­λη α­περ­γί­α των τραμ­βα­γέ­ρη­δων. Όταν οι α­περ­γοί ε­μπο­δί­ζουν τους α­περ­γο­σπά­στες να κι­νή­σουν τα τράμ, η κυ­βέρ­νη­ση στέλ­νει στρα­τό και χω­ρο­φυ­λα­κή. Πε­ρι­κυ­κλώ­νε­ται η γει­το­νιά τους, η Α­γί­α Τριά­δα.

Στους α­περ­γούς συ­μπα­ρα­στέ­κο­νται οι τσι­γα­ρά­δες και άλ­λοι ερ­γά­τες. Η χω­ρο­φυ­λα­κή προ­σπα­θεί να συλ­λά­βει την α­περ­για­κή ε­πι­τρο­πή. Οι α­περ­γοί – φρου­ροί ει­δο­ποιούν με κα­μπά­νες τους α­περ­γούς, οι οποίοι συ­γκε­ντρώ­νο­νται στην Πει­ραιώς α­πέ­να­ντι στο ιπ­πι­κό και στο πε­ζι­κό. Στους πυ­ρο­βο­λι­σμούς του πε­ζι­κού και στις ε­πε­λά­σεις του ιπ­πι­κού, οι α­περ­γοί α­πα­ντούν με τα ό­πλα τους. Σπά­ζουν τον κλοιό του στρα­τού και φτά­νουν στα γρα­φεί­α του σω­μα­τεί­ου τους. Η πε­ριο­χή εί­ναι μπλο­κα­ρι­σμέ­νη α­πό το στρα­τό. Το ιπ­πι­κό με­τά α­πό ε­πί­θε­ση κα­τα­λαμ­βά­νει τα γρα­φεί­α. Οι α­περ­γοί πο­λε­μούν αν και βρί­σκο­νται κυ­κλω­μέ­νοι α­πό πα­ντού. Αρ­χί­ζουν να υ­πο­χω­ρούν χω­ρίς να πα­ρα­δί­νο­νται. Το κυ­νη­γη­τό αρ­χί­ζει. Η α­περ­γί­α στα­μα­τά, αλ­λά η ε­ται­ρί­α δεν τολ­μά ν’ α­πο­λύ­σει τους α­περ­γούς.

1914, Μάρ­τιος. Μα­κε­δο­νί­α. Το Μάρ­τιο ξε­σπά κα­πνερ­γα­τι­κή α­περ­γί­α που ε­πε­κτεί­νε­ται σε ό­λη τη Μα­κε­δο­νί­α. Οι α­περ­γοί συ­γκρού­ο­νται στους δρό­μους και στις α­πο­θή­κες με την χω­ρο­φυ­λα­κή. Οι δρό­μοι της Θεσ­σα­λο­νί­κης γί­νο­νται πραγ­μα­τι­κά πε­δί­α μά­χης για ο­κτώ συ­νε­χείς μέ­ρες.

1916, Σέ­ρι­φος. Στο Με­γά­λο Λει­βά­δι της Σε­ρί­φου ξε­σπά η α­περ­γί­α των με­ταλ­λω­ρύ­χων σι­δή­ρου. Ε­νά­ντια στην α­περ­γί­α α­πο­στέλ­λε­ται με­γά­λη δύ­να­μη της χω­ρο­φυ­λα­κής. Στις μά­χες που α­κο­λου­θούν οι ερ­γά­τες έ­χουν τέσ­σε­ρις νε­κρούς και 34 τραυ­μα­τί­ες. Οι δυ­νά­μεις κα­τα­στο­λής έ­χουν τρεις νε­κρούς και του­λά­χι­στον 20 τραυ­μα­τί­ες. Η α­περ­γί­α θα πε­τύ­χει. Σ’ αυ­τή την α­περ­γί­α έ­χει πά­ρει ε­νερ­γό μέ­ρος ο α­ναρ­χο­συν­δι­κα­λι­στής Κ. Σπέ­ρας με μια μι­κρή ο­μά­δα συ­ντρό­φων του.

1921, Φεβρουάριος. Βό­λος. Ξε­σπά γε­νι­κή α­περ­γί­α στο Βό­λο. Τις μα­χη­τι­κές δια­δη­λώ­σεις των ερ­γα­τών συ­νο­δεύ­ουν συ­γκρού­σεις με το στρα­τό και τη χω­ρο­φυ­λα­κή. Κα­τα­στή­μα­τα και ερ­γο­στά­σια κα­τα­στρέ­φο­νται α­πό τους ε­ξα­γριω­μέ­νους ερ­γά­τες. Οι συλ­λη­φθέ­ντες ο­δη­γού­νται στα κα­κουρ­γιο­δι­κεί­α με την κα­τη­γο­ρί­α της στά­σης.

1921, 1 Μά­ϊος. Θεσ­σα­λο­νί­κη. Γί­νο­νται συ­γκρού­σεις α­νά­με­σα στους ερ­γά­τες, το στρα­τό και τη χω­ρο­φυ­λα­κή. Α­πο­στο­λή ε­φέ­δρων για τη Μι­κρά Α­σί­α στα­σιά­ζει, σχί­ζει τις φω­το­γρα­φί­ες του βα­σι­λιά και ε­νώ­νε­ται με τους ερ­γά­τες.

1921, Δε­κέμ­βριος. Κέρ­κυ­ρα. Γί­νε­ται α­γρο­τι­κό συλ­λα­λη­τή­ριο στην Κέρ­κυ­ρα. Ξε­κι­νά με αί­τη­μα την ε­λεύ­θε­ρη ε­ξα­γω­γή λα­διού και με­τα­τρέ­πε­ται σε α­ντι­πο­λε­μι­κή δια­δή­λω­ση. Πυ­ρο­βο­λι­σμοί και δυ­να­μί­τες συ­νο­δεύ­ουν το σύν­θη­μα «κά­τω ο πό­λε­μος». Δι­μοι­ρί­α στρα­τιω­τών ε­νώ­νε­ται με τους α­γρό­τες. Αρ­γά το βρά­δυ το συλ­λα­λη­τή­ριο εκ­φυ­λί­ζε­ται. Στρα­τός και χω­ρο­φυ­λα­κή ε­πι­βάλ­λουν την τά­ξη.

1921. Α­θή­να. Μα­χη­τι­κή δια­δή­λω­ση των Πα­λαιών Πο­λε­μι­στών (πο­λε­μι­στών που έχουν πο­λε­μή­σει στους Βαλ­κα­νι­κούς πο­λέ­μους και στη Μι­κρα­σια­τι­κή εκ­στρα­τεί­α) προς τη βου­λή. Ό­ταν ­φτάνουν σ’ αυ­τή συ­γκρού­ονται με τη φρου­ρά. Συ­λ­λα­μβάνονται 9 και ο­δη­γούνται στις φυ­λα­κές. Άλ­λοι 300 ε­ξο­ρί­ζονται σε διά­φο­ρες ε­παρ­χια­κές πό­λεις.

1923, Αύ­γου­στος. Οι ε­κα­το­ντά­δες χι­λιά­δες πρό­σφυ­γες της Μι­κράς Α­σί­ας κι­νη­το­ποιού­νται ζη­τώ­ντας ψω­μί και στέ­γη. Οι ερ­γά­τες α­περ­γούν σε έν­δει­ξη συ­μπα­ρά­στα­σης. Οι κι­νη­το­ποι­ή­σεις κο­ρυ­φώ­νο­νται τον Αύ­γου­στο του 1923 με γε­νι­κή α­περ­γία. Χι­λιά­δες ερ­γά­τες σε ό­λη τη χώ­ρα συ­γκρού­ο­νται με το στρα­τό και την α­στυ­νο­μί­α. Οι συ­γκρού­σεις στον Πει­ραιά εί­ναι έ­νο­πλες και ά­γριες. Το α­πο­τέ­λε­σμα εί­ναι 11 νε­κροί και ε­κα­το­ντά­δες τραυ­μα­τί­ες. Το κρά­τος ε­πι­βάλ­λει κα­τά­στα­ση πο­λιορ­κί­ας. Οι στρα­τιώ­τες αρ­νού­νται να χτυ­πή­σουν τους ερ­γά­τες και το κρά­τος χρη­σι­μο­ποιεί Τσερ­κέ­ζους ε­να­ντί­ον των αγωνιζόμενων.

1924, 15 Μαρτίου. Νά­ου­σα. Μα­χη­τι­κή α­περ­γί­α των ερ­γα­ζο­μέ­νων στα ερ­γο­στά­σια της πό­λης. Οι απεργοί συγκρούονται με τις δυ­νά­μεις κα­τα­στο­λής. Γίνονται 30 συλ­λή­ψεις. Το κρά­τος παίρ­νει σκληρά μέ­τρα ώστε να τους αναγκάσει να ­γυ­ρί­σουν στα ερ­γο­στά­σια. Ό­μως οι κι­νη­το­ποι­ή­σεις συ­νε­χί­ζο­νται, πα­ρ’ ό­λο που πολ­λοί ερ­γά­τες ε­πέ­στρε­ψαν σ’ αυτά. Οι βιο­μή­χα­νοι δια­μαρ­τύ­ρο­νται ό­τι τους τρο­μο­κρα­τούν και ό­τι εί­ναι α­να­γκα­σμέ­νοι να κλεί­σουν τα ερ­γο­στά­σιά τους.

1924, 1 Μαΐου. Α­θή­να, Πει­ραιάς. Το κρά­τος α­πα­γο­ρεύ­ει τη συ­γκέ­ντρω­ση στην πλα­τεί­α Δη­μο­τι­κού θε­ά­τρου (ση­με­ρι­νή πλα­τεί­α Κο­τζιά). Η συ­γκέ­ντρω­ση ό­μως γίνεται α­πό 1000 πε­ρί­που δια­δη­λω­τές και δια­λύ­εται βί­αια α­πό το ιπ­πι­κό και τη χω­ρο­φυ­λα­κή, με τη βο­ή­θεια πυ­ρο­σβε­στι­κών α­ντλιών. Σαν αποτέλεσμα των συγκρούσεων υπάρχει ένας νε­κρός και 12 τραυ­μα­τί­ες α­πό την πλευ­ρά των δια­δη­λω­τών και 5 στρα­τιώ­τες τραυματίες α­πό την πλευ­ρά των δυ­νά­με­ων κα­τα­στο­λής.

Πα­ρό­μοια ε­πει­σό­δια γίνονται και στον Πει­ραιά, ό­που η συ­γκέ­ντρω­ση έχει επίσης α­πα­γο­ρευτεί. Οι ερ­γά­τες συ­γκε­ντρώνονται και ακολουθούν πολ­λά ε­πει­σό­δια, ώ­σπου να δια­λυ­θούν. Συλλαμβάνονται 100 πε­ρί­που ά­το­μα.

1924, 2 Ιουνίου. Ζέ­α Πει­ραιάς. Α­περ­γί­α των ναυ­τερ­γα­τών. Ό­ταν οι α­περ­γο­σπά­στες προ­σπαθούν να κά­νουν γαιαν­θρά­κευ­ση, οι α­περ­γοί τους ε­πι­τίθενται. Γίνονται συ­γκρού­σεις και με το στρα­τό, που έρχεται να υποστη­ρί­ξει τους α­περ­γο­σπά­στες.

1924, 30 Αυ­γού­στου. Πει­ραιάς. Στις 9 Αυ­γού­στου σκορ­πί­ζονται προ­κηρύξεις των Πα­λαιών Πο­λε­μι­στών με τί­τλο «πό­λε­μος κα­τά του πο­λέ­μου», ό­που κα­λού­ν σε α­ντι­μι­λι­τα­ρι­στι­κή συ­γκέ­ντρω­ση την ε­πό­με­νη μέ­ρα στο Δη­μο­τι­κό θέ­α­τρο του Πει­ραιά. Η συ­γκέ­ντρω­ση ό­μως α­πα­γο­ρεύ­εται με δια­τα­γή του στρα­τιω­τι­κού διοι­κη­τή. Αυ­τοί που συ­γκε­ντρώνονται, πα­ρά την α­πα­γό­ρευ­ση, δια­λύ­ονται βί­αια α­πό το στρα­τό και τη χω­ρο­φυ­λα­κή. Οι δυνάμεις της κρατικής βίας προχωρούν σε συλ­λή­ψεις.

1924, 1 Σε­πτεμβρίου. Α­θή­να. Συ­μπλο­κή α­περ­γών και α­περ­γο­σπα­στών στο ερ­γο­στά­σιο α­ε­ριό­φω­τος (Γκάζι). Ε­πεμ­βαί­νουν οι δυ­νά­μεις κα­τα­στο­λής. Γί­νο­νται συλ­λή­ψεις.

1924, 10 Νο­εμβρίου. Κα­βά­λα. Ο κα­πνέ­μπο­ρος Γρη­γο­ριά­δης, πα­ρά την α­πα­γο­ρευ­τι­κή δια­τα­γή, προ­σπα­θεί να ε­ξα­γάγει α­κα­τέρ­γα­στα κα­πνά. Οι κα­πνερ­γά­τες, των οποίων α­πει­λεί­ται το με­ρο­κά­μα­το, το μα­θαί­νουν. Συ­γκε­ντρώ­νο­νται στο λι­μά­νι και α­πει­λούν να ρί­ξουν τα κα­πνά στη θά­λασ­σα. Ε­πεμ­βαί­νει ο στρα­τός και η χω­ρο­φυ­λα­κή. Στην ε­πί­θε­σή τους οι ερ­γά­τες α­ντι­στέ­κο­νται με κά­θε μέ­σο. Σκο­τώ­νε­ται μια ερ­γά­τρια και έ­νας αν­θυ­πο­μοί­ραρ­χος και τραυ­μα­τί­ζο­νται πολ­λοί και α­πό τις δύ­ο πλευ­ρές. Τα ε­πει­σό­δια ε­ξα­πλώ­νο­νται σε ό­λη τη Μα­κε­δο­νί­α, στις πε­ριο­χές ό­που υ­πάρ­χουν κα­πνερ­γά­τες. Στις 12 Νοεμβρίου, γί­νο­νται ε­πει­σό­δια στη Δρά­μα, στις 13 στη Θεσ­σα­λο­νί­κη και στις 14 στην Τσα­τάλ­τζα.

1925, 12 Ιανουαρίου. Λει­βα­διά. Συ­γκέ­ντρω­ση ε­νά­ντια στην α­κρί­βεια και τα προ­βλή­μα­τα που α­ντι­με­τώ­πι­ζαν οι α­γρό­τες. Α­κο­λου­θεί δια­δή­λω­ση κατά την οποία η χω­ρο­φυ­λα­κή συλ­λαμ­βά­νει δύο δια­δη­λω­τές. Οι υ­πό­λοι­ποι ε­ξα­γριώ­νο­νται, ε­πι­τί­θε­νται στους χω­ρο­φύ­λα­κες και τους α­πε­λευ­θε­ρώ­νουν. Για αρ­κε­τή ώ­ρα η κα­τά­στα­ση είναι έξω α­πό τον έ­λεγ­χο της χω­ρο­φυ­λα­κής.

1925, 2 Φεβρουαρίου. Τρί­κα­λα. Λί­γες μέ­ρες πριν α­π’ αυ­τή την η­με­ρο­μη­νί­α η Έ­νω­ση Πα­λαιών Πο­λε­μι­στών κι­νη­το­ποιεί α­γρό­τες και ό­λοι μα­ζί κα­ταλαμβάνουν τα μο­να­στη­ρια­κά κτή­μα­τα των Με­τε­ώ­ρων. Στο α­πό­σπα­σμα χω­ρο­φυ­λα­κής που πηγαίνει να τους α­πο­μα­κρύ­νει, α­ντι­στέκονται έ­νο­πλα και έ­τσι οι χω­ρο­φύ­λα­κες υ­πο­χωρούν.

Με­τά α­πό αυ­τό κα­νο­νί­ζε­ται συ­γκέ­ντρω­ση στις 23 του μή­να στα Τρί­κα­λα. Κα­τά τις 2 το με­ση­μέ­ρι οι ερ­γά­τες βγαί­νουν α­πό το Ερ­γα­τι­κό Κέ­ντρο, κρα­τώ­ντας μαύ­ρες ση­μαί­ες και φω­νά­ζο­ντας συν­θή­μα­τα. Ε­νώ­νο­νται με τους α­γρό­τες και κα­τευ­θύ­νο­νται προς τη νο­μαρ­χί­α. Κα­θώς δια­βαί­νουν την γέ­φυ­ρα, οι χω­ρο­φύ­λα­κες προ­σπα­θούν να τους χτυ­πή­σουν και να τους πά­ρουν τη ση­μαί­α. Γί­νε­ται ά­γρια σύ­γκρου­ση και οι χω­ρο­φύ­λα­κες υ­πο­χω­ρούν. Ό­ταν η πο­ρεί­α φτά­νει έ­ξω α­πό τη νο­μαρ­χί­α, ο νο­μάρ­χης αρ­νεί­ται να δει τους ερ­γά­τες και α­γρό­τες. Με­τά την άρ­νη­ση, αρ­χί­ζουν συ­γκρού­σεις με τη χω­ρο­φυ­λα­κή, η ο­ποί­α χρη­σι­μο­ποιεί τα ό­πλα της, με α­πο­τέ­λε­σμα έξι νε­κρούς δια­δη­λω­τές και πολ­λούς τραυ­μα­τί­ες.

1925, 18 Φεβρουαρίου. Κο­μο­τη­νή, Λε­σγα­δί­κι Ι­σβό­ρου. Οι κα­πνέ­μπο­ροι στην Κο­μο­τη­νή, για να μην ε­φαρ­μό­σουν το ο­κτά­ω­ρο, πραγματοποιούν λοκ-ά­ουτ. Οι ερ­γά­τες, πα­ρά την α­πα­γό­ρευ­ση των στρα­τιω­τι­κών αρ­χών, προχωρούν στη δια­δή­λω­ση που έχουν προ­γραμ­μα­τί­σει με ε­πα­κό­λου­θο τη σύ­γκρου­ση με τη χω­ρο­φυ­λα­κή και πολ­λούς τραυ­μα­τί­ες.

Την ίδια μέρα γίνονται συγκρούσεις ανάμεσα σε α­κτήμο­νες πρό­σφυγες και σε κα­λό­γε­ρους που φυλάνε εκ­κλη­σια­στι­κά κτή­μα­τα στο χω­ριό Λε­σγα­δί­κι. Τα επεισόδια ξεκινούν ό­ταν οι ακτήμονες προ­σπαθούν να κα­τα­λά­βουν τα κτήματα, με α­πο­τέ­λε­σμα πολ­λούς ξυ­λο­δαρ­μέ­νους κα­λό­γε­ρους αλλά και α­κτή­μο­νες.

1926, 9 Σε­πτεμ­βρίου. Α­θή­να. Ο Κον­δύ­λης θέ­λει να τε­λειώ­νει με τους τε­λευ­ταί­ους ο­πα­δούς του α­να­τρα­πέ­ντος δι­κτά­το­ρα Πά­γκα­λου, με τα τάγ­μα­τα των Ντερ­τί­λη και Ζέρ­βα.

Στις 10 του μήνα στρα­τιω­τι­κές δυ­νά­μεις πε­ρι­κυ­κλώ­νουν τα δύ­ο τάγ­μα­τα, που βρί­σκο­νται στην πε­ριο­χή της Λεωφόρου Βασ. Σο­φί­ας και τους ζη­τούν να πα­ρα­δο­θούν. Αυ­τοί αρ­νού­νται και τότε αρ­χί­ζει ά­γρια σύ­γκρου­ση. Ό­ταν πέφτουν οι πρώ­τοι πυ­ρο­βο­λι­σμοί και κα­νο­νιο­βο­λι­σμοί πο­λύς κό­σμος μα­ζεύ­εται στην Ο­μό­νοια. Α­πό ε­κεί ξε­κί­να μια δια­δή­λω­ση. Φτά­νο­ντας στην δια­σταύ­ρω­ση Γ. Σταύ­ρου και Στα­δί­ου, ο κό­σμος α­πο­δο­κι­μά­ζει τους βα­σι­λό­φρο­νες και φω­νά­ζει «κά­τω η μο­ναρ­χί­α». Μα­ζί τους ε­νώ­νο­νται ερ­γά­τες του ερ­γα­τι­κού κέ­ντρου. Στρα­τιω­τι­κό τμή­μα και α­πό­σπα­σμα χω­ρο­φυ­λα­κής, που στέλνονται για ν’ α­πω­θή­σουν τον κό­σμο, α­φο­πλί­ζονται. Οι φα­ντά­ροι ε­νώ­νονται με τον κό­σμο φω­νά­ζο­ντας «εί­μα­στε α­δέλ­φια σας».

Έ­να α­πό τα θω­ρα­κι­σμέ­να αυ­το­κί­νη­τα του Ντερ­τί­λη, τρέ­χο­ντας με φο­βε­ρό θό­ρυ­βο, σπεύδει να κα­τα­λά­βει το τα­χυ­δρο­μείο. Οι δια­δη­λω­τές πέφτουν πά­νω του και το καταλαμβάνουν. Μά­λι­στα μια ο­μά­δα ερ­γα­τών α­π’ τον Πει­ραιά το βάζει μπρο­στά και αρχίζουν να κυκλοφορούν στους δρό­μους της Α­θή­νας δί­νο­ντας θάρ­ρος στους δια­δη­λω­τές, ώ­σπου, με δια­τα­γή του Ζα­χα­ριά­δη, που ή­ταν ε­πι­κε­φα­λής τους, το ε­γκα­ταλείπουν. Ο κόσμος κα­τα­λαμ­βά­νει το τα­χυ­δρο­μεί­ο. Στο διάστημα αυτό, ό­λο και πε­ρισ­σό­τε­ροι άνθρωποι μα­ζεύ­νται. Η α­γα­νά­κτη­ση εί­ναι τέ­τοια που η συ­γκέ­ντρω­ση με­τα­βάλ­λε­ται σε ορ­μη­τι­κό συλ­λα­λη­τή­ριο που πλημ­μυρίζει τους δρό­μους της Α­θή­νας.

Oι δια­δη­λω­τές ξη­λώ­νουν σα­νί­δες α­πό τα για­πιά, παίρ­νουν πέ­τρες, ε­νώ έ­χουν στα χέ­ρια τους και τα ό­πλα των α­φο­πλι­σμέ­νων φα­ντά­ρων και χω­ρο­φυ­λά­κων. Μια πυ­ρο­σβε­στι­κή α­ντλί­α και έ­να θω­ρα­κι­σμέ­νο στέλ­νο­νται για να δια­λύ­σουν το πλή­θος, αλ­λά δεν τα κα­τα­φέρ­νουν. Με­γά­λο ο­δό­φραγ­μα στή­νε­ται στη Στα­δί­ου κο­ντά στην πλα­τεί­α Κλαυθ­μώ­νος. Οι στρα­τιω­τι­κές δυ­νά­μεις εί­ναι α­πα­σχο­λη­μέ­νες με το χτύ­πη­μα των ταγ­μά­των κι έ­τσι οι δια­δη­λω­τές επί πολ­λές ώ­ρες κυ­ριαρ­χούν στους δρό­μους της Α­θή­νας.

Και ε­νώ η διά­θε­ση του κό­σμου εί­ναι υ­πέρ της ε­πέκτα­σης της σύ­γκρου­σης, το ΚΚΕ, ε­πει­δή δεν έ­χει σχέ­διο για να τον χει­ρα­γω­γή­σει α­πό τη μια και ε­πει­δή πλη­σιά­ζουν οι ε­κλο­γές α­πό την άλ­λη, κά­νει ό,­τι εί­ναι δυ­να­τό ώστε να εξασθενίσει η διά­θε­ση του κό­σμου. Έ­τσι, μέ­χρι το α­πό­γευ­μα που πα­ρα­δί­νο­νται οι μο­νά­δες των Ζέρ­βα-Ντερ­τί­λη, ο κό­σμος έ­χει κα­θη­λω­θεί ά­πρα­γος στο κέ­ντρο της Α­θή­νας και ό­ταν μα­θαί­νει για την πα­ρά­δο­ση των ταγ­μά­των γυ­ρί­ζει κου­ρα­σμέ­νος σπί­τι του. Α­πο­τε­λεί, ό­μως, έ­να ι­διαί­τε­ρα έ­ντο­νο και ση­μα­ντι­κό γε­γο­νός η δρά­ση αυ­τών των αν­θρώ­πων, που χω­ρίς ορ­γά­νω­ση, κα­τε­βαί­νουν στους δρό­μους ο­πλί­ζο­νται και συ­γκρού­ο­νται με τις δυ­νά­μεις τις κρα­τι­κής βί­ας.

1927, 5 Ιανουαρίου. Θεσ­σα­λο­νί­κη. Συ­γκρού­σεις ά­νερ­γων κα­πνερ­γα­τών και α­στυ­νο­μί­ας, ό­ταν οι πρώ­τοι προ­σπαθούν να μπουν στα κα­πνο­μά­γα­ζα για να δου­λέ­ψουν.

1927, 10 Ιανουαρίου. Α­θή­να. Η κυ­βέρ­νη­ση έ­χει υ­πο­γρά­ψει σύμ­βα­ση με την αγ­γλι­κή ε­ται­ρί­α Πά­ουερ, ό­που της πα­ρα­χωρεί το α­πο­κλει­στι­κό δι­καί­ω­μα της συ­γκοι­νω­νια­κής εκ­με­τάλ­λευ­σης των τραμ και των λε­ω­φο­ρεί­ων. Αυ­τό ξε­ση­κώ­νει ό­σους α­πα­σχο­λού­νται σε αυ­τά, που κηρύττουν 24ω­ρη απερ­γί­α α­παι­τώ­ντας α­κύ­ρω­ση της σύμ­βα­σης. Το α­πό­γευ­μα συ­γκε­ντρώ­νο­νται στην πλα­τεί­α του Δη­μο­τι­κού Θε­ά­τρου και ξεκινούν δια­δή­λω­ση προς το Υ­πουρ­γεί­ο Ε­σω­τε­ρι­κών. Έξω α­π’ αυ­τό ε­πι­τί­θε­νται στους χω­ρο­φύ­λα­κες για να τους α­φο­πλί­σουν και συ­μπλέ­κο­νται ά­γρια μα­ζί τους.

1927, 31 Ιανουαρίου. Α­θή­να. Νέ­α α­περ­γί­α διαρ­κεί­ας των αυ­το­κι­νη­τι­στών ε­νά­ντια στη σύμ­βα­ση Πά­ουερ. Κά­νουν πορεί­α με τα λε­ω­φο­ρεί­α τους, που ξε­κι­νά α­πό την πλα­τεία Κο­λο­κο­τρώ­νη, παίρ­νει την Πα­νε­πι­στη­μί­ου, α­νε­βαί­νει τη Στα­δί­ου, και κα­τα­λή­γει στο Σύ­νταγ­μα. Στο δρό­μο τα λε­ω­φο­ρεί­α των α­περ­γο­σπα­στών δέ­χο­νται σφο­δρό λι­θο­βο­λισμό α­πό τους α­περ­γούς. Λι­θο­βο­λι­σμός που θα ε­πα­να­λη­φθεί και στις 8 Φλεβάρη.

Συσπείρωση Αναρχικών

(Συνεχίζεται)

 

Both comments and trackbacks are currently closed.