ΧΡΟΝΙΚΟ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΣΥΓΚΡΟΥΣΕΩΝ 1876-1936 (Μέρος Α΄)

Λαυρεωτικά

1876, αρ­χές Οκτωβρίου. Πάτρα. Χω­ρι­κοί καί­νε την α­πο­θή­κη του κρα­τι­κού μο­νο­πω­λί­ου στην Πά­τρα, σε μιά έ­μπρα­κτη α­πά­ντη­ση στην λή­στευ­σή τους α­πό το κρα­τι­κό μο­νο­πώ­λιο.

1879, Μάρ­τιος. Σύ­ρος. Η α­περ­γί­α των βυρ­σο­δε­ψών κα­τα­λή­γει σε βί­αιες συ­γκρού­σεις με την ε­θνο­φρου­ρά. Οι α­περ­γοί κα­τα­στρέ­φουν έ­να βυρ­σο­δε­ψεί­ο, στή­νο­νται ο­δο­φράγ­μα­τα, γί­νο­νται ά­γριες ο­δο­μα­χί­ες ό­που σκο­τώ­νε­ται έ­νας ε­θνο­φύ­λα­κας και τραυ­μα­τί­ζο­νται πολ­λοί. Πολλοί είναι και οι τραυματίες από τους εργάτες. Ε­νερ­γη­τι­κό μέ­ρος και στην α­περ­γί­α και στις συ­γκρού­σεις πή­ρε ο Α­ναρ­χι­κός Ό­μι­λος Σύ­ρου.

1894, Μάϊος. Α­θή­να. Πρώ­τος ε­ορ­τα­σμός της πρω­το­μα­γιάς στη Ελ­λά­δα. Λί­γες μέ­ρες αρ­γό­τε­ρα ο Καλ­λέρ­γης (έ­νας α­πό τους πρω­τερ­γά­τες του σο­σια­λι­σμού στον Ελ­λα­δι­κό χώ­ρο) την ώ­ρα που συ­νε­δρί­α­ζε η βου­λή, άρ­χι­σε να δια­βά­ζει το μή­νυ­μα της πρω­το­μα­γιάς, α­πό το δη­μο­σιο­γρα­φι­κό θε­ω­ρεί­ο,.

Αυ­τό ήταν αρκετό. Με το που α­κού­στη­κε η φω­νή του μέ­σα στην «ιε­ρά αί­θου­σα», σαν α­στρα­πή δια­δό­θη­κε πως α­πό τα θεω­ρεί­α οι α­ναρ­χι­κοί θα ρί­ξουν μπό­μπες.

–Ου, οι α­ναρ­χι­κοί.

–Μπό­μπες.

–Φευ­γά­τε.

–Θε μ’, Πα­να­γιά μ’.

Τέ­τοιες κραυ­γές α­πό­γνω­σης α­κού­στη­καν μέ­σα στη βου­λή. Και πα­τείς με πα­τώ σε ό­λοι οι «πα­τέ­ρες του έ­θνους», σαν πα­λα­βοί, κα­βα­λί­κε­ψαν τα κα­θί­σμα­τα και τρέ­χα­νε να βγού­νε έ­ξω. Ο πρό­ε­δρος τα έ­χα­σε κι αυ­τός. Θέ­λη­σε να χτυ­πή­σει το κου­δού­νι για να ε­πα­να­φέ­ρει την τά­ξη, μα τα χέ­ρια του έ­τρε­μαν. Σε λί­γο τα θε­ω­ρεί­α πε­ρι­κυ­κλώ­νο­νται α­πό το στρα­τό, ο Καλ­λέρ­γης συλ­λαμ­βά­νε­ται και ξυ­λο­κο­πεί­ται ά­γρια στο αστυνομικό τμή­μα που τον πηγαίνουν.

1896, 3 Ιανουαρίου. Σκου­ρο­χώ­ρι Α­χαΐας. Έ­νο­πλες συ­γκρού­σεις με­τα­ξύ α­γρο­τών και χω­ρο­φυ­λα­κής για το φλέγoν ε­κεί­νη την ε­πο­χή (1893-1905) θέ­μα της στα­φι­δι­κής κρί­σης. Σκο­τώ­νε­ται έ­νας χω­ρο­φύ­λα­κας και τραυ­μα­τί­ζο­νται δύ­ο. Σε ό­λη αυ­τή την πε­ρί­ο­δο για το ί­διο θέ­μα γί­νο­νται πολ­λές βί­αιες συ­γκρού­σεις α­γρο­τών και χω­ρο­φυ­λα­κής, στις ο­ποί­ες πρω­το­στα­τεί η Α­ναρ­χι­κή Ο­μά­δα Πά­τρας. Ση­μα­ντι­κό ρό­λο στη διάδοση – δια­κί­νη­ση των ε­πα­να­στα­τι­κών – α­ναρ­χι­κών απόψεων θα παί­ξει η ε­φη­με­ρί­δα «Ε­πί τα Πρό­σω».

1896, 8-21 Απριλίου. Λαύ­ριο. Α­περ­γί­α στα με­ταλ­λεί­α του Λαυ­ρί­ου λό­γω των πα­νά­θλιων συν­θη­κών ερ­γα­σί­ας και των χα­μη­λό­τα­των με­ρο­κά­μα­των. Ε­κλέ­γε­ται α­περ­για­κή ε­πι­τρο­πή που την α­πο­τε­λούν οι Μιχ. Τσού­χλα­ρης, Στ. Λα­γο­νι­κά­κης, Ιω­σήφ Μα­ντάς, Δημ. Βα­γιο­νής, Εμ. Κου­κλά­κης κ.ά. Η α­περ­για­κή ε­πι­τρο­πή κα­τευ­θύ­νε­ται στα γρα­φεί­α της ε­ται­ρεί­ας. Οι μπρά­βοι της ε­ται­ρεί­ας έ­χο­ντας ε­ντο­λή να μη τους α­φή­σουν να πλη­σιά­σουν πε­ρισ­σό­τε­ρο α­πό 10 μέ­τρα πυ­ρο­βο­λούν και τραυ­μα­τί­ζουν μια γυ­ναί­κα που έ­τυ­χε να βρί­σκε­ται κο­ντά. Οι α­περ­γοί α­κού­γο­ντας τους πυ­ρο­βο­λι­σμούς βγαίνουν α­πό τα σπί­τια τους και τρέ­χουν προς τα γρα­φεί­α της ε­ται­ρεί­ας για να δουν τι συμ­βαί­νει. Τό­τε, α­πό το μπαλ­κό­νι της, πυ­ρο­βο­λεί «στο σω­ρό» ο μη­χα­νι­κός Φρει­δε­ρί­κος σκο­τώ­νο­ντας τον ερ­γά­τη Κα­ρα­φλιά.

Μέ­σα σε ε­λά­χι­στα λε­πτά, οι ερ­γά­τες έ­ξαλ­λοι πλέ­ον σα­ρώ­νουν τους μπρά­βους και στη συ­νέ­χεια τους λυ­ντσά­ρουν. Σκο­τώ­νο­νται ό­λοι οι μπρά­βοι ε­κτός α­πό έ­ναν, τον Η­ρα­κλή Κα­ρα­πλή, που τραυ­μα­τί­στη­κε στο χέ­ρι και α­πό τό­τε έ­μει­νε κου­λός.

Ο ι­διο­κτή­της των με­ταλ­λεί­ων, ο Σερ­πιέ­ρι, μα­ζί με τους α­στυ­νό­μους Βε­ντί­κο και Κα­ρα­τζά κλεί­νο­νται στα γρα­φεί­α. Οι α­περ­γοί ερ­γά­τες ει­σβά­λουν στη συ­νέ­χεια σ΄ αυτά και τα κά­νουν γυα­λιά-καρ­φιά. Σπά­ζουν έ­πι­πλα πόρ­τες και πα­ρά­θυ­ρα. Κα­τα­λαμ­βά­νουν την μπα­ρου­τα­πο­θή­κη και ο­πλί­ζο­νται με δυ­να­μί­τες και πε­τρέ­λαιο. Α­λεί­φουν με πε­τρέ­λαιο τα πα­ρά­θυ­ρα των γρα­φεί­ων της ε­ται­ρεί­ας, ό­που βρί­σκο­νται ε­γκλω­βι­σμέ­νοι οι α­στυ­νό­μοι με τον ι­διο­κτή­τη. Ρί­χνουν δυ­να­μί­τες και βά­ζουν φω­τιά. Τα γρα­φεί­α κα­τα­καί­ο­νται ε­νώ α­να­τι­νά­ζο­νται και α­πο­θή­κες με ε­κρη­κτι­κά. Ο ι­διο­κτή­της σώ­ζε­ται α­πό τον συ­νερ­γά­τη του δή­μαρ­χο Φω­κί­ω­να Νέ­γρη και δια­φεύ­γει με­ταμ­φιε­σμέ­νος σε πα­πά. Οι μι­ση­τοί μη­χα­νι­κοί Ρα­μπού και Σπαν­ζε­ράλ το σκά­νε κι αυτοί με­ταμ­φιε­σμέ­νοι σε γυ­ναί­κες.

Οι λα­κέ­δες της ε­ται­ρεί­ας ζη­τούν γο­να­τι­στοί έ­λε­ος. Οι α­στυ­νό­μοι Κα­ρα­τζάς και Βε­ντί­κος πα­ρα­κα­λούν με κλά­μα­τα τους ερ­γά­τες να τους λυ­πη­θούν ι­σχυ­ρι­ζό­με­νοι πως ε­κτε­λού­σαν δια­τα­γές των α­νω­τέ­ρων τους που τους διέ­τα­ξαν να υ­πε­ρα­σπί­ζο­νται τα συμ­φέ­ρο­ντα της ε­ται­ρεί­ας και να τρο­μο­κρα­τούν τους ερ­γά­τες. Οι ερ­γά­τες εί­χαν έ­ναν α­κό­μα νε­κρό, τον Βα­σι­λα­κό­που­λο, κα­θώς και πολ­λούς τραυ­μα­τί­ες.

Το κρά­τος ε­πεμ­βαί­νει με ι­σχυ­ρές δυ­νά­μεις στρα­τού (δύ­ο ί­λες ιπ­πι­κού, έ­να τάγ­μα ευ­ζώ­νων και πυ­ρο­βο­λι­κό) που θα ε­πι­βάλ­λουν βί­αια την τά­ξη. Τις α­μέ­σως ε­πό­με­νες μέ­ρες α­κο­λού­θη­σε κλί­μα τρο­μο­κρα­τί­ας με ξυ­λο­δαρ­μούς και συλ­λή­ψεις. Εί­κο­σι α­πό τους συλ­λη­φθέ­ντες ο­δη­γού­νται σι­δη­ρο­δέ­σμιοι στην Α­θή­να.

1896, Νο­έμ­βριος. Α­θή­να. Κα­τά­λη­ψη του πα­νε­πι­στη­μί­ου Α­θη­νών α­πό 200 φοι­τη­τές. Η α­στυ­νο­μί­α πε­ρι­κυ­κλώ­νει το κτί­ριο με σκο­πό να ει­σβάλ­λει. Οι φοι­τη­τές εί­ναι ο­πλι­σμέ­νοι με ντου­φέ­κια και α­πει­λούν να τι­νά­ξουν το κτί­ριο με δυ­να­μί­τη, προ­ει­δο­ποιώντας ό­τι «έ­στω και έ­νας α­στυ­φύ­λα­κας αν τολ­μή­σει να πα­τή­σει στον πε­ρί­βο­λο ή στο πε­ζο­δρό­μιο του πα­νε­πι­στη­μί­ου θα φο­νευ­θεί», α­παι­τούν να φύ­γουν οι δυ­νά­μεις κα­τα­στο­λής γιά να α­πο­χω­ρή­σουν. Με­σο­λα­βούν οι κα­θη­γη­τές και έ­τσι ξε­φου­σκώ­νει το ζή­τη­μα. Την ε­πό­με­νη, συλ­λαμ­βά­νο­νται 90 φοιτητές α­πό τους ο­ποί­ους αρ­κε­τοί χά­νουν την φοι­τη­τι­κή ι­διό­τη­τα.

1896, 3 Νο­εμ­βρίου. Πά­τρα. Ο τσα­γκά­ρης Δημήτρης Μά­τσα­λης, μέ­λος της Α­ναρ­χι­κής Ο­μά­δας Πά­τρας, σκο­τώ­νει με μαχαίρι τον τρα­πε­ζί­τη Δ. Φρα­γκό­που­λο και τραυ­μα­τί­ζει με πε­ρί­στρο­φο το με­γα­λέ­μπο­ρα Α. Κόλ­λια. Ο Δ. Μά­τσα­λης συλ­λαμ­βά­νε­ται σχε­δόν α­μέ­σως και στην «α­πο­λο­γί­α» του υ­πε­ρα­σπί­ζε­ται με σαφήνεα τις απόψεις του: «ό­τι έ­κα­να τό ­’κα­να γιά χά­ριν της ι­δέ­ας. Κα­νείς δεν με έ­βα­λε, μό­νος μου ε­νέρ­γη­σα. Φο­νεύ­σας δεν α­πέ­βλε­ψα εις τα πρό­σω­πα, αλ­λά ε­κτύ­πη­σα το κε­φά­λαιο. Κα­νείς δεν μ’ έ­βα­λε. Εί­μαι α­ναρ­χι­κός και οι α­ναρ­χι­κοί εί­ναι υ­πέρ της βί­ας. Ο Χρι­στο­γιαν­νό­που­λος και οι άλ­λοι σο­σια­λι­σταί εί­ναι κα­τα­γέ­λα­στοι και τί­πο­τα με αυ­τούς δεν με συν­δέ­ει. Αυ­τοί θέ­λουν να ε­πι­βάλ­λουν τις ι­δέ­ες τους με την πει­θώ ε­νώ ε­γώ, ως α­ναρχι­κός, εί­μαι υ­πέρ της τρο­μο­κρα­τι­κής βί­ας». O Δ. Μά­τσα­λης δεν κα­ταδίδει κα­νέ­να σύ­ντρο­φο του. Κα­τα­δι­κά­ζεται σε θά­να­το. Φυ­λα­κι­σμέ­νος κα­θώς είναι στα κρα­τη­τή­ρια της Α­νω Πό­λης της Πά­τρας προ­πα­γαν­δίζει τις ι­δέ­ες του και μοι­ρά­ζει το φαγη­τό του στους υ­πό­λοι­πους κρα­τού­με­νους. Οι θεωρίες του βρίσκουν με­γά­λη α­πή­χη­ση στους υ­πό­λοι­πους φυ­λα­κι­σμέ­νους, με α­πο­τέ­λε­σμα να ο­δη­γη­θεί στην α­πο­μό­νω­ση. Στις 11 Νο­έμ­βρη του 1896 αυ­το­κτονεί α­νά­βο­ντας έ­να δυ­να­μί­τη μέ­σα στο στό­μα του. Μ’ αυτή του την ενέργεια στε­ρεί α­πό τους ε­ξου­σια­στές α­κό­μη και τη δυ­να­τό­τη­τα να τον ε­κτε­λέ­σουν.

1898. Πά­τρα. Ο Αν­δρέ­ας Θε­ο­δω­ρί­δης, μέ­λος της Α­ναρ­χι­κής Ο­μά­δας Πά­τρας, γιά να γιορ­τά­σει τον γά­μο του με την α­ναρ­χι­κή Φω­τει­νή Δρο­σο­πού­λου, α­πο­πει­ρά­ται να ε­κτε­λέ­σει δυό γνω­στούς το­κο­γλύ­φους της Πά­τρας. Αποτυγχάνει, αφού μό­νο τους τραυ­μα­τί­ζει.

1893-1899. Α­χαΐ­α, Η­λεί­α. Κατά το χρονικό αυ­τό διά­στη­μα στην Η­λεί­α και την Α­χαΐ­α «πολ­λές τρο­μο­κρα­τι­κές α­πό­πει­ρες ορ­γα­νώ­θη­καν ε­να­ντί­ον ο­ρι­σμέ­νων κε­φα­λαιού­χων» (α­πό­σπα­σμα από γράμ­μα­ προς το διε­θνές α­ναρ­χι­κό συ­νέ­δριο του Πα­ρι­σιού στα 1900), κα­θώς ε­πί­σης και ε­νά­ντια σε φο­ρο­ει­σπρά­κτο­ρες και άλ­λους δη­μό­σιους υ­παλ­λή­λους.

1900. Α­χαΐ­α. Οι α­ναρ­χο­σο­σια­λι­στι­κές κι­νή­σεις ση­μειώ­νουν ε­πι­τυ­χί­α στον α­γρο­τι­κό πλη­θυ­σμό της Α­χαΐ­ας. Ορ­γα­νώ­νο­νται έ­νο­πλα συλ­λα­λη­τή­ρια των στα­φι­δο­πα­ρα­γω­γών τα οποία δια­λύ­ο­νται βί­αια α­πό τον στρα­τό και την χω­ρο­φυ­λα­κή.

1900. Hλεί­α. Πολ­λά συλ­λα­λη­τή­ρια ε­νά­ντια στους το­κο­γλύ­φους διορ­γα­νώ­νο­νται α­πό τους α­ναρ­χι­κούς στον Πύρ­γο. Στα χω­ριά οι α­γρό­τες διώχνουν με πέ­τρες και ξύ­λα τους χω­ρο­φυ­λά­κους και τους φο­ρα­τζή­δες, που πη­γαί­νουν να πά­ρουν τους φό­ρους. Την ίδια τύχη έχουν και δι­κα­στι­κοί κλη­τή­ρες, που πά­νε να ε­κτε­λέ­σουν δι­κα­στι­κές α­πο­φά­σεις. Πολ­λοί α­γρό­τες και α­ναρ­χι­κοί φυ­λα­κί­ζονται, αλ­λά το κρά­τος υ­πο­χω­ρεί ενώ τα τσι­ρά­κια του έχουν κυριευθεί από πανικό.

1902, Νο­έμ­βριος. Α­θή­να. Ξε­σπούν τα­ρα­χές και δια­δη­λώ­σεις πέ­ντε η­με­ρών στην Α­θή­να. Εί­ναι τα λε­γό­με­να «Σα­νι­δι­κά». Οι δια­δη­λω­τές, με α­φορ­μή τις ε­κλο­γές της 17ης Νο­εμ­βρίου 1902, με σα­νί­δια και κα­δρό­νια, συ­γκρού­ο­νται με το στρα­τό και τη χω­ρο­φυ­λα­κή.

1903, 28 Α­πρί­λιος. Θεσ­σα­λο­νί­κη. Στις 28 Α­πρι­λίου θα κα­τα­στρα­φούν με δυναμίτες α­πό την α­ναρ­χι­κή ο­μά­δα «Πλή­ρω­μα» (Γκεμιτζήδες) τα κτί­ρια της Ο­θω­μα­νι­κής Τρά­πε­ζας, της Γερ­μα­νι­κής Λέ­σχης, το ερ­γο­στά­σιο α­ε­ριό­φω­τος, 3 ευ­ρω­παϊ­κά κα­φε­νεί­α και το α­τμό­πλοιο Γκουα­νταλ­κι­βίρ. Με το μπα­ράζ αυ­τό των ε­κρή­ξε­ων η ο­μά­δα θέλει, α­πό τη μιά να τρα­βή­ξει την προ­σο­χή της διε­θνούς κοι­νής γνώ­μης στο Μα­κε­δο­νι­κό ζή­τη­μα και α­πό την άλ­λη να ω­θή­σει τους κα­τα­πιε­σμέ­νους ό­λης της πε­ριο­χής προς την δρά­ση.

1906, Μάρτιος. Λαύριο. Α­περ­γί­α ξε­σπά στα ­με­ταλ­λο­ρυ­χεί­α του Λαυ­ρί­ου. Α­φορ­μή έ­να νέ­ο μίγ­μα ε­κρη­κτι­κής ύ­λης, που κοστίζει λι­γό­τε­ρο αλ­λά προ­κα­λεί πε­ρισ­σό­τε­ρα θύ­μα­τα στους ερ­γά­τες για­τί αυ­το­α­να­φλέγεται πο­λύ εύ­κο­λα. Για την υ­πε­ρά­σπι­ση των συμ­φε­ρό­ντων της ε­ται­ρεί­ας το κρά­τος στέλ­νει ι­σχυ­ρές δυ­νά­μεις στρα­τού και τα πο­λε­μι­κά πλοί­α «Αλ­φειός» και «Ευ­ρώ­τας». Παρ’ ό­λη την τρο­μο­κρα­τί­α και τις συλ­λή­ψεις 40 ερ­γα­τών με «λευ­κά ε­ντάλ­μα­τα», η α­περ­γί­α διαρ­κεί 9 μέ­ρες και σπά­ει ό­ταν η ε­ται­ρεί­α με­τα­φέ­ρει ερ­γά­τες α­πό την Α­θή­να και α­πό α­γρο­τι­κές πε­ριο­χές, σε α­ντι­κα­τά­στα­ση των α­περ­γών.

1908, 11 Αυ­γού­στου. Πά­τρα. Α­περ­γί­α των ερ­γα­τών των κά­ρων. Οι α­περ­γοί συ­γκρού­ο­νται με α­περ­γο­σπά­στες, που έ­χουν προ­σλά­βει οι στα­φι­δέ­μπο­ροι, μπρο­στά στις α­πο­θή­κες Στε­φα­νό­που­λου με α­πο­τέ­λε­σμα να ε­πέμ­βουν οι δυ­νά­μεις κα­τα­στο­λής, για να υ­πε­ρα­σπί­σουν τους α­περ­γο­σπά­στες. Οι συ­γκρού­σεις γε­νι­κεύ­ο­νται.

Συ­γκρού­σεις γίνονται και σε άλ­λα ση­μεί­α της πα­ρα­λί­ας. Η σπου­δαιό­τε­ρη, μά­λι­στα, απ’ αυτές γίνεται στον σι­δη­ρο­δρο­μι­κό σταθ­μό του Αγ. Αν­δρέ­α. Την ί­δια μέ­ρα και με­τά α­πό έ­κτα­κτη σύ­σκε­ψη των α­φε­ντι­κών με τους α­περ­γούς, οι πρώ­τοι α­πο­δέ­χο­νται ό­λα τα αι­τή­μα­τα της α­περ­γί­ας.

1909, Φεβρουάριος – Μάρ­τιος. Βό­λος. Ξε­σπούν α­περ­γίες στα τσι­γα­ρά­δι­κα. Για να τις κα­τα­πνί­ξουν φτά­νουν στο Βό­λο ι­σχυ­ρές μο­νά­δες στρα­τού. Η πρώ­τη α­περ­γί­α ξε­κι­νά τέ­λη Φλεβάρη και γε­νι­κεύ­ε­ται τον ε­πό­με­νο μή­να. Ο­ταν τα α­φε­ντι­κά αρ­νούνται α­κό­μη και το διά­λο­γο με τους α­περ­γούς, αυ­τοί ε­πι­τί­θενται στους α­περ­γο­σπά­στες και έ­πει­τα στις α­πο­θή­κες και τα ερ­γο­στά­σια. Θα ε­πέμ­βει ο στρα­τός και η χω­ρο­φυ­λα­κή πυ­ρο­βο­λώ­ντας. Θα σκο­τω­θεί έ­νας ερ­γά­της και θα τραυ­μα­τι­στούν πολ­λοί. Η α­περ­γί­α ό­μως θα πε­τύ­χει.

1910, 27 Φεβρουαρίου. Καρ­δί­τσα, Φάρ­σα­λα, Σο­φά­δες. Πα­να­γρο­τι­κά συλ­λα­λη­τή­ρια διορ­γα­νώ­νο­νται στις με­γά­λες πό­λεις του Θεσ­σα­λι­κού κά­μπου, με αί­τη­μα την α­παλ­λο­τρί­ω­ση των τσι­φλι­κιών και το μοί­ρα­σμα τους στους α­κτή­μο­νες. Στην Καρ­δί­τσα συ­γκε­ντρώ­νονται 15.000 δια­δη­λω­τές α­πό τα γύ­ρω χω­ριά. Πολ­λοί κα­τεβαίνουν, κα­βά­λα στ’ ά­λο­γά τους και είναι ο­πλι­σμέ­νοι με γκρά­δες, ε­νώ άλ­λοι κρα­τού­ν μαύ­ρες και κόκ­κι­νες ση­μαί­ες.

Η α­γρο­τιά α­πό το χω­ριό Κα­λι­φώ­νι, έχει κα­θα­ρά ε­πα­να­στα­τι­κές δια­θέ­σεις. Τα συν­θή­μα­τα που α­κού­γο­νται εκεί είναι: «κά­τω τα κόμ­μα­τα», «α­παλ­λο­τρί­ω­ση», «ζή­τω η α­γρο­τι­κή ι­δέ­α», «λευ­τε­ριά». Οι αρ­χές έχουν σκυ­λιά­σει α­πό το κα­κό τους, δεν μπο­ρού­ν ό­μως να α­ντι­δρά­σουν, για­τί «έ­να σπίρ­το χρειά­ζεται για να κα­εί η Καρ­δί­τσα». Οι α­γρό­τες κι­νούνται προς το σταθ­μό των τραί­νων και με τρα­βέρ­σες, που ρίχνουν πά­νω στις γραμ­μές, προ­σπα­θούν να στα­μα­τή­σουν το τραί­νο. Ο ο­δη­γός του ό­μως αρ­νείται να το στα­μα­τή­σει. Ακολουθεί πε­τρο­βο­λητό από τους αγρότες που στη συνέχεια πετούν έ­ξω τον ο­δη­γό. Η έ­φιπ­πη χω­ρο­φυ­λα­κή προ­σπαθεί να τους στα­μα­τή­σει αλ­λά δεν τα κα­τα­φέρνει. Αρ­γό­τε­ρα το έ­νο­πλο συλ­λα­λη­τή­ριο δια­λύ­εται.

Αλλά και στις Σο­φά­δες, η διά­θε­ση των συ­γκε­ντρω­μέ­νων είναι ε­πα­να­στα­τι­κή. Οι α­γρό­τες κρα­τούν ό­πλα και μαύ­ρες ση­μαί­ες. Την ώ­ρα που κο­ντεύει να πε­ρά­σει το τραί­νο για Καρ­δί­τσα, τραβούν ό­λοι για το σταθ­μό, στα­ματούν το τραί­νο και α­νε­βαίνουν ε­πά­νω. Φω­νά­ζουν: «δεν πλη­ρώ­νου­με σι­τή­ρια, θα πά­με τζά­μπα, φτά­νει τό­σα χρό­νια που μας γδέρ­νει η ε­ται­ρί­α, ήρ­θε η δι­κή μας σει­ρά» και κα­νείς δεν τους α­ντι­στέκεται.

Τα ίδια συμβαίνουν και στα Φάρ­σα­λα. Ε­κεί μά­λι­στα οι α­γρό­τες απ’ την προηγούμενη μέρα έχουν ­βγά­λει δια­τα­γή να κλεί­σουν ό­λα τα μα­γα­ζιά. Ε­νας έ­μπο­ρος και το­κο­γλύ­φος δεν συμμορφώνεται και οι συ­γκε­ντρω­μέ­νοι κάνουν το μα­γα­ζί του γυα­λιά – καρ­φιά. Λί­γες μέ­ρες με­τά α­πό τα «α­ναρ­χι­κά κρού­σμα­τα» αρχίζει η τρο­μο­κρα­τί­α και δε­κά­δες χω­ρι­κοί συλ­λαμβάνονται σαν υ­πεύ­θυ­νοι των «α­ναρ­χι­κών σκη­νών», που έ­λα­βαν χώ­ρα ε­κεί.

1910, 1 Μαρ­τίου. Ορ­φα­νά Καρδίτσας, Χω­ριά Φαρ­σά­λων. Τετρακόσιοι κο­λι­γά­δες ο­πλι­σμέ­νοι με γκρά­δες κα­τε­βαίνουν και στα­μα­τούν το τραί­νο του Λα­ρι­σαϊ­κού δη­λώ­νο­ντας πως αν δε γί­νει α­παλ­λο­τρίω­ση, την ε­πό­με­νη φο­ρά θα κα­τα­στρέ­ψουν τη γραμ­μή.

Την ίδια μέρα στα χω­ριά των Φαρσάλων Τσαχ­μάτ, Κό­ντου και Κρύ­α Βρύ­ση, οι κο­λί­γοι πα­ραδίνουν στις φλόγες τις α­χυ­ρα­πο­θή­κες των τσι­φλι­κά­δων. Στην Α­θή­να μι­λούν για κρού­σμα­τα α­ναρ­χί­ας…

Συσπείρωση Αναρχικών

(Συνεχίζεται)

Both comments and trackbacks are currently closed.