Τα πολλά πρόσωπα των λέξεων: το ταξίδι της γλώσσας στο ανθρώπινο πνεύμα (Α΄)

Αν ή­μουν τό­σο σο­φός, ό­σο λέ­νε οι ά­γριοι
ό­τι εί­ναι οι μα­ϊ­μού­δες, δεν θα εί­χα γί­νει γνω­στός
ως συγ­γρα­φέ­ας βι­βλί­ων.
Λέ­νε ό­τι οι ά­γριοι πι­στεύ­ουν πως
οι μα­ϊ­μού­δες θα μπο­ρού­σαν να μι­λή­σουν,
αν το ή­θε­λαν, αλ­λά α­πέ­χουν απ’ την ο­μι­λί­α,
για να μην α­να­γκα­στούν να δου­λέ­ψουν. Rene Descartes, The philosophical writings of Decartes: Volume 3, The correspondence (Letter to Hector Pierre Chanut, 1 November, 1646)

Η γλώσσα είναι μια πολυσύνθετη ενότητα: περιλαμβάνει τη νευροεγκεφαλική λειτουργία, την ομιλία-επικοινωνία, είναι προφορική και γραπτή, φέρει ένα μήνυμα ή ένα νόημα, συνθέτει μια κοσμοαντίληψη. Εκφράζει, βέβαια, ψυχικές διαθέσεις (αγάπη, μίσος, απάθεια, φόβο κλπ.), μια ανάγκη. Έχει κανόνες ή τρόπους λειτουργίας, μπορεί να είναι αποσπασματική, εικονική ή συνολική. Πάνω απ’ όλα, είναι μια σκέψη. Ακολουθεί μια πορεία μέσα στον χρόνο και φορτίζεται με όσα πράττουν οι φορείς της. Έχει μια απαρχή και πολλές ιστορίες. Μπορεί, όπως η μουσική, να βαρύνεται και απ’ τις σιωπές, να συνοδεύεται από χειρονομίες και εκφράσεις. Και η γλώσσα μπορεί να αντιμετωπιστεί ως πηγή ελευθερίας, αλλά και ως προϊόν καταπίεσης. Ως ένα πέρασμα προς την εσωτερική αναζήτηση και την πληρότητα, αλλά και ως ένα κατασκεύασμα μιας εξουσίας, που θέλει να επιβάλλει την αποσπασματικότητα, την πνευματική στείρωση (την αδυναμία, δηλαδή, ενός προσώπου να γεννά ιδέες και σκέψεις) και την απογύμνωση από την ίδια την επιθυμία της ελευθερίας.

Ποιός είναι ο λόγος ενός ανθρώπου που θεωρείται τρελός ή περιθωριακός; Ο λόγος και η γλώσσα έχουν να κάνουν μόνο με αυτόν που μιλάει ή γράφει; Όχι, βέβαια. Αφορούν εξ ίσου αυτόν που ακούει ή διαβάζει. Αλλά κι αυτόν που χρησιμοποιεί νοήματα, για να συνεννοηθεί. Για αυτό υπάρχει· για να συμβάλλει στην επικοινωνία. Ομιλώ σημαίνει αρχικά συναναστρέφομαι. Η ομιλία είναι μια ανταλλαγή. Γιατί προέκυψε η γλώσσα με την μορφή λέξεων; Γιατί ο άνθρωπος δεν αρκέστηκε στην επικοινωνία μέσω νοημάτων; Πέρασε στη λέξη, αργά ή γρήγορα (σήμερα γνωρίζουμε πως ακόμη και ο άνθρωπος του Νεάντερνταλ χρησιμοποιούσε πιθανότατα λέξεις για να επικοινωνεί). Η λογική κραυγάζει ότι δεν υπάρχει μία αρχική γλώσσα, όπως υποστηρίζουν πολλοί μελετητές, από την οποία προέκυψαν μια σειρά από άλλες θυγατρικές, αλλά ότι εξ αρχής οι γλώσσες που γεννήθηκαν ήταν περίπου όσες και οι φυλές που ζούσαν στη γη. Μία γλώσσα, ως ένα οργανωμένο σύστημα λόγου, είναι ένας κόσμος. Γιατί, λοιπόν, να μιλούν την ίδια γλώσσα οι Αβορίγινες με τους Πελασγούς ή τους Ινουίτ; Έχουν ένα τελείως διαφορετικό περιβάλλον να διαχειριστούν πνευματικά.

Πότε προέκυψε η απαρχή του λόγου; Πότε και λόγω ποιας συνθήκης, πρωτομίλησαν οι άνθρωποι; Το έκαναν μαζεμένοι γύρω απ’ τη φωτιά, για να μοιραστούν τη νυχτερινή συντροφιά; Το έκαναν για να πουν ένα αθώο ψέμα; Ή μήπως για να τονίσουν τα συναισθήματά τους; Συνδέθηκε με την διατήρηση της ανάμνησης ενός προσώπου; Κάποιοι λένε ότι οι πρώτες λέξεις ήταν ονόματα νεκρών, που κατονόμαζαν τους αγαπημένους τους, για να μην τους ξεχάσουν. Οι Αβορίγινες συνήθιζαν να αφαιρούν μία λέξη από το λεξιλόγιό τους, όταν ένας δικός τους από τη φυλή πέθαινε. Αυτή η εκπληκτική συνήθεια, που φανερώνει ευαισθησία και λεπτή αίσθηση της επικοινωνίας, δείχνει πώς σκέφτονταν οι ελεύθεροι άνθρωποι.

Επίσης, επικρατεί συχνά η παρεξήγηση να πιστεύουμε ότι οι πρωτόγονες φυλές είχαν ένα περιορισμένο, φτωχό λεξιλόγιο. Απεναντίας, το λεξιλόγιό τους ήταν πολύ πιο σύνθετο και περίπλοκο από αυτό των πολιτισμένων κοινωνιών. Όποιος πιστεύει ότι, χάνοντας τη γλώσσα του, χάνει τον πολιτισμό του, μάλλον σφάλλει. Η γλώσσα δεν είναι πολιτισμός, αλλά μπορεί να γίνει στοιχείο του. Όποιος χάνει τη γλώσσα του, όμως, μπορεί να χάσει την ελευθερία του. Οι Ινδιάνοι, οι Αβορίγινες, οι !Κουνγκ ανέπτυξαν ιδιαίτερα σύνθετες γλώσσες, που δείχνουν την συνολική εικόνα τους για τον κόσμο, καθώς σχηματοποιούν βαθύτερα νοήματα. Οι κατακερματισμένες γλώσσες του πολιτισμού είναι στοιχείο υποδούλωσης, αποσπασματικής αντίληψης του κόσμου, πνευματικής νωθρότητας.

Κατά μία έννοια, η γλώσσα είναι εν δυνάμει για τον πολιτισμένο άνθρωπο χρόνος, με την έννοια της μνήμης: διασώζει την θύμηση, ενώνει παρελθόν και παρόν, αλλά και συμβάλλει στην συνείδηση του θανάτου, ότι δηλαδή όλοι μας θα πάψουμε να υπάρχουμε κάποια στιγμή στο μέλλον και ότι κάποτε γεννηθήκαμε. Η γλώσσα ορίζει. Θέτει όρια, που πολλές φορές μόνο με άρρητο τρόπο ξεπερνιούνται. Αλλά και η ίδια πολλές φορές ξεπερνάει τον εαυτό της. Οι λέξεις που σήμερα βρίσκουμε καταγεγραμμένες σε λεξικά μπορούν να συνδεθούν με άπειρους συνδυασμούς, αλλά και να θρυμματιστούν και να επανασυγκολληθούν σε νέα νοήματα.

Η τέχνη της γλώσσας, η λογοτεχνία, συχνά εξερεύνησε τα όριά της ως λέξη, ως σκέψη και ως μνήμη. Πολλές φορές τα ξεπέρασε, οδήγησε σε νέα ανεξερεύνητα, αλλά και απελευθερωτικά μονοπάτια. Δεν είναι τυχαίο που οι περισσότεροι άνθρωποι χρησιμοποιούν στην καλύτερη περίπτωση μια-δυο εκατοντάδες λέξεων. Ο ανούσιος λόγος δεν είναι στοιχείο πρωτογονισμού, είναι στοιχείο πολιτισμού. Η τεχνολογία επιβάλλει μια συνομιλία εξ αποστάσεως, κωδικοποιημένη με μισές λέξεις ή σύμβολα. Μια γρήγορη γλώσσα, βιαστική και αφηρημένη, οριοθετημένη σε πολύ στενά όρια. Μια γλώσσα ταχύτητας.

Οι απαρχές της γλώσσας

Στην γλώσ­σα των Ο­τε­ντό­των (μί­α ά­γρια φυ­λή της Α­φρι­κής) δεν υ­πήρ­χε λέ­ξη α­ντί­στοι­χη του ναι. Για να εκ­φρά­σει τη συ­ναί­νε­σή του, έ­νας Ο­τε­ντό­τος ε­πα­να­λάμ­βα­νε την τε­λευ­ταί­α φρά­ση της ε­ντο­λής του α­φέ­ντη του. Η γλώσ­σα τους χά­θη­κε, αλ­λά μπο­ρεί κα­νείς α­κό­μη ν’ α­κού­σει αυ­τές τις α­ντι­φω­νι­κές κα­τα­λή­ξεις στα α­γρο­κτή­μα­τα του δυ­τι­κού Α­κρω­τη­ρί­ου, στα α­φρι­κά­αν­ς. «Ο­δή­γη­σέ τα στον βό­ρειο κα­ταυ­λι­σμό». «Στον βό­ρειο κα­ταυ­λι­σμό, α­φέ­ντη μου». Εί­ναι έ­νας κό­σμος που μό­νο εν μέ­ρει δια­θέ­τει ο­νό­μα­τα. Τζ.Μ. Κουτσί, «Σκοτεινές χώρες»

Για τους Αιγύπτιους ο θεός Φθα, ο υπέρτατος δημιουργός, ήταν αυτός που χρησιμοποίησε το ταυτόσημο δίπτυχο σκέψη/λόγος για να πλάσει και να καθοδηγήσει πρώτα τους άλλους θεούς και έπειτα όλα τα έμβια όντα. Ο κατώτερός του, Τωτθ, υπό τις εντολές του Φθα, πρόσφερε στους ανθρώπους τον προφορικό και γραπτό λόγο. Στον ινδουισμό ο θεός Πραζαπάτι, που γεννήθηκε από ένα χρυσό αυγό, όταν έκλεισε έναν χρόνο, πρόφερε την λέξη μπχουρ και δημιούργησε τη γη, πρόφερε τη λέξη μπχουβάρ και έφτιαξε την ατμόσφαιρα, έπειτα τη λέξη σουβάρ και έκανε το στερέωμα. Δηλαδή, ο κόσμος φτιάχτηκε με «υλικό» τις λέξεις. Η θεά Σαρασβάτι, σύζυγος του Βράχμα, ανέλαβε να μεταγγίσει την γλώσσα στους ανθρώπους. Για τους βαβυλώνιους η προέλευση και η προφορά του λόγου οφειλόταν στο θεό Ναμπού, ενώ για τους κινέζους η γλώσσα ξεκίνησε από μια ιερή χελώνα, που άρχισε το ταξίδι της απ’ τον ουρανό και προσγειώθηκε στην χώρα των Γιών του Ουρανού, έχοντας χαραγμένα στο καβούκι της τα πρώτα ιδεογράμματα, που στη συνέχεια πολλαπλασιάστηκαν με ταχείς ρυθμούς, ώσπου έγιναν χιλιάδες. Και οι Πέρσες ταύτισαν τον λόγο με τη θεία δύναμη. Για την ιουδαϊκή θρησκεία, ο Γιαχβέ δημιούργησε τον κόσμο μ’ ένα λόγο και ο Ιωάννης στην Αποκάλυψη διαβεβαιώνει ότι εν αρχή ην ο λόγος.

Δεν είναι τυχαίο που τα θρησκευτικά κείμενα δεν μεταβάλλονται με το πέρασμα του χρόνου και παρά τις μεταβολές της γλώσσας μαθαίνονται ως έχουν, καθώς θεωρούνται ιερά. Αυτό συμβαίνει τόσο για το Κοράνι, όσο και για την Αγία Γραφή, τόσο για τις Βέδες, όσο και για τα άλλα θρησκευτικά κείμενα. Οι λέξεις πολλές φορές επαναλαμβάνονται και ενεργούν ως εσωτερική δύναμη, μέσα απ’ την προσευχή (π.χ. μάντρας, τεριρέμ κλπ.). Ίσως, το ότι πολλές λέξεις που προφέρονται ξανά και ξανά, είναι ακατανόητες για τους περισσότερους, αυτό τους δίνει επί πλέον μυστηριακή χροιά. Και βέβαια βολεύει τις θρησκείες η λέξη να αποκόβεται απ’ το νόημά της, προκειμένου οι πιστοί να μην αρχίσουν να αμφισβητούν τα νοήματά της και να ζητούν αποδείξεις.

Ενδιαφέρον παρουσιάζει η ιστορία του Ηροδότου (Β΄, 2), ο οποίος περιγράφει ότι ο Αιγύπτιος Φαραώ Ψαμμήτιχος θέλησε να βρει ποιος είναι ο πρώτος λαός που εμφανίστηκε στη γη και είπε την πρώτη λέξη. Έδωσε, λοιπόν, σε έναν βοσκό δύο παιδιά για να τα αναθρέψει, χωρίς να τους μιλήσει ποτέ ούτε ο ίδιος ούτε κανείς άλλος, περιμένοντας να δουν ποια θα ήταν η πρώτη λέξη που θα έλεγαν τα παιδιά. Σύμφωνα με άλλη εκδοχή, ο Φαραώ τα έδωσε σε δύο γυναίκες, που τους είχε κόψει προηγουμένως τη γλώσσα. Τα παιδιά, όταν μίλησαν, είπαν πρώτη τη λέξη βέκος. Αφού έψαξε σε ποια γλώσσα ανήκε αυτή η λέξη, ανακάλυψε ότι ήταν φρυγική και σήμαινε ψωμί. Έτσι, οι Αιγύπτιοι, που ως τότε θεωρούνταν οι αρχαιότεροι, αναγκάστηκαν να παραχωρήσουν την «πρωτοκαθεδρία» στους φρύγες.

Το παράδειγμα του Ψαμμήτιχου ακολούθησαν πολλοί ακόμη σε άλλες εποχές, όπως ο Φρειδερίκος Β΄ Χοενστάουφεν (1194-1250), που το πείραμά του είχε μακάβριο τέλος, καθώς τα παιδιά δεν επέζησαν. Το ίδιο δοκίμασε και ο βασιλιάς της Σκωτίας Ιάκωβος Δ΄ (1473-1513), όπου το πείραμα είχε ως αποτέλεσμα τα παιδιά να μιλήσουν εβραϊκά με μεγάλη επιτυχία, χωρίς ποτέ να τα έχουν διδαχτεί. Στα τέλη του 18ου αι. ανακαλύφθηκε ένα άγριο παιδί του δάσους στο Aveyron της Γαλλίας, το οποίο έγινε πειραματόζωο, καθώς οι ερευνητές περίμεναν την πρώτη του κουβέντα. εις μάτην όμως, μιας και το παιδί έβγαζε μόνον γρυλίσματα. Τα ίδια αποτελέσματα είχε και η ανακάλυψη των δύο «λυκοκόριτσων» στην Ινδία στις αρχές του 20ου αι.

Πάντως, όσοι αναζήτησαν ή αναζητούν ακόμη μια πρωτογλώσσα, από την οποία πηγάζουν όλες οι άλλες, ακόμη κι αν έχουν τις καλύτερες προθέσεις, δεν καταφέρνουν να ξεφύγουν απ’ την τυραννική πρόθεση του πύργου της Βαβέλ. Στο βιβλικό αυτό μύθο η ποικιλία των γλωσσών φαντάζει τιμωρία, ενώ η μία και μοναδική δηλώνει και την επιβολή μιας ομάδας επί των υπολοίπων. Το πιο φυσικό θα ήταν η πρώτη γλώσσα να μην υπήρξε ποτέ, αλλά να υπήρχαν πολλές πρώτες γλώσσες, ίσως όσες και οι πρώτες φυλές ανθρώπων, που καθρέφτιζαν τους ήχους και τις εικόνες με τις λέξεις τους. Άλλωστε, ακόμη και μέσα στους μηχανισμούς καταπίεσης που λέγονται κράτη, παρά την επιβολή και τους νόμους, οι γλώσσες και οι διάλεκτοι είναι παραπάνω από την μία επίσημη. Αυτό δείχνει την ανάγκη των ανθρώπων να ξεφύγουν απ’ τα στεγανά της επίσημης κρατικής γλώσσας, που διδασκόμαστε στα εκπαιδευτικά ιδρύματα, διατηρώντας ζωντανές τις μεταβολές της καθημερινής σκέψης.

Η χρονική απαρχή του λόγου δεν είναι δυνατό να εντοπιστεί και έτσι μπορούμε να συμπληρώνουμε με τη φαντασία μας τις σελίδες που μας λείπουν απ’ το ημερολόγιο της γλώσσας. Φανταζόμαστε τον άνθρωπο να μίλησε, για να επικοινωνήσει, να εκφράσει συναισθήματα, να μιμηθεί έναν ήχο, να διασκεδάσει, να σκεφτεί, να εκφράσει τους φόβους του και να φοβίσει με τις κραυγές του ένα άγριο ζώο που τον απειλούσε και πάει λέγοντας. Ο γλωσσολόγος Roman Jakobson παρατήρησε ότι για την ανάπτυξη της γλώσσας χρειάζεται ένας πομπός, ένας δέκτης, το μήνυμα, η επαφή, αλλά και το πλαίσιο (το περιβάλλον) και ο κώδικας που θα διαμορφωθεί απ’ αυτό. Για την εκφορά του λόγου χρειάζεται ο εγκέφαλος, η γλώσσα και τα χέρια. Τα πράγματα δεν είναι a priori καθορισμένα, αλλά πάντοτε πηγάζουν απ’ την τυχαιότητα. Έτσι και η γλώσσα, έχοντας τα βασικά της εργαλεία, γεννιέται και ξετυλίγεται τυχαία.

Η άποψη για έναν ενιαίο λαό, τους Ινδοευρωπαίους για παράδειγμα (1), που διασκορπίστηκε σε κάθε σημείο του ορίζοντα και μορφοποίησε αυτόνομους πολιτισμούς και γλώσσες είναι ένας μύθος που δημιούργησε η συγκριτική γλωσσολογία. Στις αρχές του 18ου αιώνα, γάλλοι και γερμανοί καλόγεροι παρατήρησαν ότι υπάρχουν ομοιότητες ανάμεσα στην γερμανική και την περσική γλώσσα. Το ίδιο παρατήρησαν στους επόμενους αιώνες και οι γλωσσολόγοι. Εξ αιτίας αυτής της ομοιότητας κατέληξαν αντίστροφα στο συμπέρασμα ότι οι γλώσσες αυτές έχουν κοινή ρίζα. Η άποψη αυτή συνδέεται με τον μύθο του Ιαπετού. Δεν αμφισβητείται, ωστόσο, η ύπαρξη των Ινδοευρωπαίων· αλλά είναι σχεδόν απίθανο αυτοί να κατοικούσαν αρχικά σε ένα μέρος και από αυτό να διασκορπίστηκαν. Άλλωστε, από αυτό τον υποτιθέμενο έναν λαό, με την αρχική γλώσσα, ελάχιστοι ως τώρα έχουν ασχοληθεί με τις ασιατικές του προεκτάσεις, ενώ κυρίως αναλύεται η σημερινή Ευρώπη.

Βεβαίως, εξυπηρετεί τα συνασπισμένα εξουσιαστικά μπλοκ η καλλιέργεια ενός πολιτικού μύθου, που θα παρουσιάζει τα «ινδοευρωπαϊκά» ως την πρώτη κοινή γλώσσα της ανθρωπότητας. Γιατί; Μα, διότι αποτελεί ένα ακόμη ισχυρό «επιχείρημα» για την επιβολή της λεγόμενης παγκόσμιας γλώσσας, όπως επιτάσσουν άλλωστε οι ανάγκες της παγκόσμιας και παγκοσμιοποιημένης κυριαρχίας. Δηλαδή, αφού η απαρχή της γλώσσας ήταν κάτι το οικουμενικό, γιατί να μην ξαναγίνει κάτι ανάλογο στο σήμερα και μάλιστα δια νόμου; Ωστόσο, είναι βέβαιον ότι δεν υπάρχει μία αρχαία γλώσσα, από την οποία δημιουργήθηκαν οι υπόλοιπες, αλλά ότι υπήρξαν πολλές γλώσσες, μικρών φυλών, που κάποια στιγμή συναντήθηκαν και αναμίχθηκαν.

Σήμερα στον πλανήτη μιλιούνται περίπου 6.000 γλώσσες. Υπάρχουν και αυτές που μιλιούνται από ομάδες 10-20 ατόμων. Στη Λετονία υπάρχει μία γλώσσα, που μιλιέται μόνο από ένα άτομο, μία κοπέλα, που την έμαθε απ’ τη γιαγιά της, πριν η τελευταία πεθάνει. Κάθε 1.000 χρόνια χάνεται το 20% μιας γλώσσας, με φυσικούς ρυθμούς, χωρίς τη βίαιη καταστροφή της. Η νοηματική δεν είναι διεθνής γλώσσα, αλλά κάθε κράτος έχει την δική του. Ωστόσο, ένας κωφός μπορεί πολύ ευκολότερα και γρηγορότερα να μάθει τη νοηματική άλλων κρατών, σε σχέση με την γλώσσα ενός ακούοντα.

Η γλώσσα επινοήθηκε για διάλογο, όχι για μονόλογο. Οι γλώσσες γνωρίζονται και επικοινωνούν μεταξύ τους κι αυτό τους δίνει πνευματική υγεία και μακροζωία. Κατά μία έννοια, οι γλώσσες είναι οι διαφορετικές εκδοχές της ανθρώπινης (συν)ύπαρξης πάνω σε διαφορετικές πλευρές του πλανήτη. Είναι πολύ φυσικό άλλες λέξεις να χρησιμοποιούν οι Ινουίτ, άλλες οι κάτοικοι της Κεντρικής Αφρικανικής Δημοκρατίας (σάνγκο) και πάει λέγοντας. Έχουν άλλο περιβάλλον γύρω τους. Ο μύθος της Βαβέλ, που παρουσιάζει τις πολλές γλώσσες ως κατάρα του θεού, γιατί οι άνθρωποι, έχοντας μία κοινή γλώσσα, θέλησαν να τον ξεπεράσουν, δείχνει τις ιουδαϊκές/χριστιανικές παρωπίδες απέναντι στη φυσική ποικιλομορφία. Η ομοιομορφία δεν έχει ουδεμία σχέση με την αρμονία. Είναι η πιο άκαμπτη και τεχνητή κατάσταση, που οδηγεί συνήθως στην κατάρρευση. Γι’ αυτό και την υπερασπίζεται με τόση μανία κάθε θρησκευτική και πολιτική εξουσία.

σύντροφοι για την Αναρχική απελευθερωτική δράση

  1. Μέρος τους είναι και οι Άριοι, δηλαδή οι Ινδοί και οι Πέρσες μαζί. ο Ηρόδοτος αναφέρει ότι οι Μήδοι, οι σημερινοί Κούρδοι, ονομάζονταν Άριοι. ενδεχομένως, οι Αρμένιοι είναι ό,τι απέμεινε σήμερα από την φυλή των Αρίων.

(Συνεχίζεται…)

Both comments and trackbacks are currently closed.