Κυνηγοί-τροφοσυλλέκτες και η μυθολογία της αγοράς (Α΄)

Τα τελευταία δυο χρόνια, πολύπλοκοι οικονομικοί όροι και δυσνόητες οικονομικές αναλύσεις, κυριαρχούν σε όλα τα δημοσιογραφικά και μη μέσα. Η πολιτική, (αντιπροσώπευση, διαμεσολάβηση, εξαπάτηση και τα παράγωγα της) παραχωρείται στην οικονομία και στους οικονομέτρες. Αυτή η καθολική επικράτηση των οικονομικών όρων και δεδομένων διαμορφώνουν για πρώτη φορά σε τέτοια έκταση μια «αμερικανοποίηση» της κοινωνίας. Δηλαδή στην κατασκευή μιας χρηματοοικονομικής σκέψης για όλους, ανεξαρτήτως μόρφωσης, ηλικίας, επαγγελματικής κατάστασης κλπ. Τα πάντα να περιστρέφονται με πλανητική συμπαντική ακρίβεια γύρω από το κέρδος, την οικονομική βιωσιμότητα, το χρηματικό απόθεμα. Είναι μια προσπάθεια πάνω από τον καπιταλισμό αφού πρωταρχικά αυτό που επιδιώκεται είναι να σκεφτόμαστε όλοι με όρους οικονομίας της αγοράς και όχι κοινωνικά. Έχει σημασία να παράγεται κάτι είτε αφορά εμπόρευμα, αγαθό ή υπηρεσία (π.χ. περίθαλψη) μόνο εφ’ όσον είναι επικερδές.

Η απληστία και ο ατομικισμός όσο και εάν έχουν στιγματιστεί και παλαιότερα ως απόρροια του καπιταλισμού, αποτελούν και σήμερα βασικά χαρακτηριστικά του «πολιτισμένου» ανθρώπου. Ο οποίος αναφωνεί «αν δεν γίνεις και συ καθίκι, πως θα επιβιώσεις…;» και που θυμίζει τη τεχνητή σύγκρουση ιδιωτικών και δημοσίων υπαλλήλων. Όπου αρκετοί ιδιωτικοί απαξιώνουν τους δημοσίους όχι για λόγους δημοσιονομικούς, ιδεολογικούς ή αργομισθίας αλλά…ζηλοφθονίας. Είναι αυτοί που εάν είχαν «μπάρμπα στη Κορώνη…» θα ήταν μέσα στο σύστημα και πιθανότατα τα κομματόσκυλα και οι εργατοπατέρες με το χαρτογιακά. Όπως και από την άλλη πλευρά, οι εντός του δημοσίου για πολλά χρόνια απολάμβαναν τα λάφυρα της κομματικής πελατειακής τους ισχύος αδιαφορώντας πλήρως για την κάθε Κούνεβα, που δούλευε με μπλοκάκι και καθάριζε δημόσια κτίρια. Είναι γεγονός ότι από τις αρχές της δεκαετίας του ’90, εντός του Δημοσίου τομέα και των ΔΕΚΟ υπήρχαν δυο ταχύτητες εργαζομένων που παρήγαγαν το ίδιο προϊόν, οι υπάλληλοι του δημοσίου και οι υπάλληλοι του εργολάβου. Οι μεν ήταν οι προνομιούχοι, οι δε οι σύγχρονοι «σκλάβοι». Και αφού ο «ελεύθερος» δεν έκανε τίποτα για να απεγκλωβίσει το «σκλάβο» έγινε και αυτός σιγά-σιγά ο «σκλάβος του μνημονίου».

Όμως αυτές οι συμπεριφορές δεν απορρέουν από μια καλή ή κακή ανθρώπινη φύση ή όπως γράφεται συχνά-πυκνά, για παράδειγμα, ότι οι έλληνες είναι «εκ πεποιθήσεως» τεμπέληδες και διεφθαρμένοι. Είναι ουσιαστικά τεχνητές όψεις κατασκευής ανθρώπινων χαρακτηριστικών συμπεριφοράς που αλλοιώνουν βασικά γνωρίσματα και δυνατότητες του ανθρώπου. Ένα από αυτά τα τεχνητά χαρακτηριστικά είναι και η διαφθορά όπου πηγαίνει χέρι-χέρι με την εξουσία και την οικονομική δύναμη. Όσο και αν προσπαθούν να μας πείσουν ότι μόνο οι έλληνες διαφθείρονται σε αντίθεση με την προηγμένη Δύση, δεν πείθουν διαψευδόμενοι από την πρόσφατη κιόλας ειδησεογραφία. Τον περασμένο μήνα αποδείχθηκε ότι ο πρόεδρος της Γερμανίας Κρίστιαν Βουλφ δέχθηκε 500.000€ από επιχειρηματία για αγορά κατοικίας του. Μετά την αποκάλυψη ο Βουλφ ισχυρίστηκε ότι τα χρήματα αποτελούν ιδιωτικό δάνειο παρ’ ότι αρχικά είχε δηλώσει ότι δεν έχει καμία σχέση με τον επιχειρηματία-δενειστή, προφανώς ο πρόεδρος της Γερμανίας αγνοεί τον τραπεζικό δανεισμό…! Η διαφθορά δεν έχει σύνορα ή φυλετική ταυτότητα αλλά αποτελεί συστατικό της εξουσίας. (Η ιστορία με τη βίλα του Βουλφ μας θύμισε τη περίφημη ροζ βίλα του Α. Παπανδρέου, όπου τότε έτρεξαν και δήλωσαν δανειστές του Παπανδρέου φίλοι και βουλευτές του. Ένας εξ αυτών είναι ο Κ. Παπούλιας που προτάθηκε από τη Ν. Δημοκρατία το 2004 και έγινε πρόεδρος της Δημοκρατίας με τη σύμπραξη ασφαλώς του ΠΑΣΟΚ. Η «αυτοθυσία» ανταμείβεται σε αυτό το τόπο διακομματικά και διαχρονικά…!).

Αλλά απέναντι σε μια άρρωστη κατάσταση δεκαετιών που έχει σαπίσει και διαβρώσει τα πάντα η ανάρρωση δεν γίνεται με ασπιρίνες και φάρμακα που υποτίθεται μας προσφέρουν οι «εθνοσωτήρες εκτάκτου ανάγκης». Η λύση δεν βρίσκεται, όμως, ούτε στην αριστερή διαχείριση ή στην αριστερίστικη εκδοχή της. Γιατί σημασία δεν έχει απλώς το ποιος ελέγχει τα μέσα παραγωγής αλλά τι και γιατί θα παράγουν τα «δικά μας μέσα παραγωγής», ούτε αρκεί ότι εμείς θα λαμβάνουμε τις αποφάσεις γι’ αυτά. Αξία έχει να αντιληφθούμε τον Άνθρωπο ολιστικά, τη φύση χωρίς περιβαλλοντισμούς, τη τροφή χωρίς δηλητήρια και την υγεία μη μηχανιστικά. Να προσπαθήσουμε να πλουτίσουμε με πραγματικές διαπροσωπικές σχέσεις, με την απλότητα της ζωής χωρίς καταναλωτικές ακροβασίες και να συναισθανθούμε ότι αυτή η γη δεν είναι δική τους και δική μας, όπως λέει ο ποιητής, αλλά των ελεύθερων ανθρώπων.

Το κείμενο του J.Gowdy με τίτλο «Huntergatherers and the mythology of the market», που ακολουθεί, δημοσιεύθηκε στο The Cambridge Encyclopedia of Hunters and Gatherers, New York, Cambridge University Press, σε επιμέλεια των R. Lee and R. Daly και διαπραγματεύεται την ανθρώπινη φύση, τις ανθρώπινες σχέσεις και τους μύθους της σύγχρονης οικονομικής αγοράς.

Ο Μαρξ υποστήριζε ότι «η ζωτικότητα των πρωτόγονων κοινωνιών ήταν ασύγκριτα μεγαλύτερη από εκείνη των…σύγχρονων καπιταλιστικών κοινωνιών». Έκτοτε αυτός ο ισχυρισμός έχει επαληθευτεί από πολυάριθμες μελέτες οι οποίες είναι συγκεντρωμένες στην Cambridge Encyclopedia of Hunters and Gatherers (Εγκυκλοπαίδεια των Κυνηγών και Τροφοσυλλεκτών του Cambridge). Και όπως αναφέρεται στην Εγκυκλοπαίδεια: «Το κυνήγι και η συλλογή ήταν η πρώτη και πιο επιτυχημένη προσαρμογή της ανθρωπότητας και καλύπτει τουλάχιστον το 90% της ανθρώπινης ιστορίας. Έως και 12.000 χρόνια πριν, όλοι οι άνθρωποι ζούσαν με αυτόν τον τρόπο».

Η ειρωνεία της σύγχρονης ζωής είναι ότι, παρά την θεαματική άνοδο της υλικής αφθονίας και της τεχνολογικής προόδου των τελευταίων αιώνων, οι κυνηγοί-τροφοσυλλέκτες, οι άνθρωποι που ζούσαν σχεδόν χωρίς υλικά αγαθά, απολάμβαναν τη ζωή τους με πολλούς τρόπους (…). Πολλές κοινωνίες κυνηγών-συλλεκτών ήταν εύπορες, με την έννοια ότι είχαν όλα όσα χρειάζονταν. Εθνογραφικές μελέτες των Ju / ‘hoansi της Νότιας Αφρικής, για παράδειγμα, δείχνουν ότι τα μέλη αυτής της κοινωνίας είχαν επαρκή διατροφή, πρόσβαση στα μέσα προς το ζην, και άφθονο ελεύθερο χρόνο. Ξόδευαν τον ελεύθερο χρόνο τους τρώγοντας, πίνοντας, παίζοντας και κοινωνικοποιώντας –με λίγα λόγια, κάνοντας εκείνα τα πράγματα που συνδέονται με την ευημερία–.

Πολλές κοινωνίες κυνηγών-συλλεκτών έχουν απολαύσει, επίσης, ένα μεγάλο μέρος της προσωπικής ελευθερίας. Μεταξύ αυτών οι !Kung και οι Hadza της Τανζανίας, για παράδειγμα, όπου είτε δεν υπήρχαν αρχηγοί καθόλου, είτε υπήρχαν προσωρινοί αρχηγοί των οποίων η εξουσία ήταν περιορισμένη. Αυτές οι κοινωνίες δεν είχαν κοινωνικές τάξεις και, αναμφισβήτητα, δεν γίνονταν διακρίσεις βάσει του φύλου. Ο τρόπος ζωής τους και ο τρόπος συλλογικής λήψης αποφάσεων τους επέτρεψε να επιβιώσουν και να ευημερήσουν για δεκάδες χιλιάδες χρόνια, σε ισορροπία με το περιβάλλον τους, χωρίς να καταστρέφουν τους πόρους στους οποίους ήταν βασισμένες οι οικονομίες τους.

Όσα περισσότερα μαθαίνουμε για τους κυνηγούς-τροφοσυλλέκτες, τόσο περισσότερο συνειδητοποιούμε ότι οι πολιτισμικές (cultural) πεποιθήσεις του καπιταλισμού της αγοράς δεν αντικατοπτρίζουν την καθολική «ανθρώπινη φύση». Οι καθολικές παραδοχές, σχετικά με την ανθρώπινη συμπεριφορά, ότι τα μέλη των κοινωνιών της αγοράς είναι άνθρωποι από τη φύση τους ανταγωνιστικοί και άπληστοι, και ότι η κοινωνική διαστρωμάτωση είναι φυσική, δεν έχουν εφαρμογή στους περισσότερους τροφοσυλλεκτικούς ανθρώπους.

Η κυρίαρχη σχολή της οικονομικής θεωρίας στο βιομηχανοποιημένο κόσμο, οι νεοκλασσικοί οικονομολόγοι, θεωρεί αυτά τα χαρακτηριστικά ουσιαστικής σημασίας για την οικονομική πρόοδο και την ευημερία. Είναι αλήθεια ότι οι κοινωνίες κυνηγών-συλλεκτών δείχνουν μια ευρεία ποικιλία των μορφών κουλτούρας, άλλες λιγότερο εξισωτικές και άλλες λιγότερο «άφθονες», σύμφωνα με τον όρο του Sahlins. Ωστόσο, η ίδια η ύπαρξη αυτών των κοινωνιών με την ικανοποιητική και χαρούμενη ζωή, χωρίς τη χρήση βιομηχανίας και γεωργίας, και την παρουσία λίγων υλικών αγαθών, αποτελεί μια πρόκληση στην έννοια της ανθρώπινης φύσης όπως την εμφανίζουν οι περισσότεροι οικονομολόγοι.

Η ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΑΓΟΡΑΣ

Τα Οικονομικά ορίζονται στα περισσότερα εγχειρίδια ως «η μελέτη της κατανομής της σπάνης των πόρων». Οι άνθρωποι, λένε, έχουν απεριόριστες επιθυμίες και περιορισμένα μέσα για να ικανοποιούν αυτές τις επιθυμίες, έτσι ώστε το αναπόφευκτο αποτέλεσμα να είναι η έλλειψη. Δεν μπορούμε να έχουμε όλα όσα θέλουμε, οπότε πρέπει να επιλέξουμε αυτά που θα μπορούσαμε να έχουμε. Κάθε πράξη κατανάλωσης είναι, επομένως, και μια πράξη άρνησης. Όσο περισσότερο καταναλώνουμε, τόσο περισσότερο στερούμαστε. Σε αυτή τη ζοφερή κατάσταση των πραγμάτων, η δουλειά μας ως οικονομικά όντα είναι να διαθέτουμε το περιορισμένο εισόδημα μας, έτσι ώστε να λαμβάνουμε τη μεγαλύτερη δυνατή απόλαυση από τα σχετικά λίγα πράγματα που είμαστε σε θέση να αγοράσουμε.

Οι πολιτιστικές πεποιθήσεις που στηρίζουν τον βιομηχανικό καπιταλισμό διαμορφώνουν τις σχέσεις και μεταξύ των ανθρώπων, αλλά και το πως αντιλαμβάνονται τον υπόλοιπο κόσμο. Κεντρική σημασία στο συγκεκριμένο αξιακό σύστημα παίζει η έννοια του «economic man» (οικονομικός άνθρωπος).

Αυτός ο «άνθρωπος» είναι φυσικά άπληστος, ανταγωνιστικός, ορθολογιστής, υπολογίζοντας και αναζητώντας τους τρόπους για να βελτιώσει την ευημερία του. Σήμερα, όσοι από εμάς, στον βιομηχανικό Βορρά, αναγνωρίζουν την ιδέα του «economic man» ως μια πολιτιστική πεποίθηση, που αντιπαρατίθεται σε ένα καθολικό γεγονός το κάνουν επειδή περιγράφει επακριβώς τα περισσότερα εργαστηριακά συστήματα πληροφόρησης. Από μικρή ηλικία εκπαιδευόμαστε για το πώς θα αποκτήσουμε εισόδημα και πώς θα το κατανείμουμε σε μία ιλιγγιώδη ποικιλία αγαθών και υπηρεσιών που διατίθενται στην αγορά. Πιστεύουμε ότι το να θέλουμε όλο και περισσότερα πράγματα είναι ένα φυσικό ανθρώπινο χαρακτηριστικό. Εκτιμούμε το άτομο πάνω από την κοινωνία. Ο ανταγωνισμός και η εξάπλωση, και όχι η συνεργασία και η σταθερότητα, περιγράφουν τους κανόνες, με τους οποίους λειτουργεί η οικονομία. Είμαστε όλοι τώρα άτομα της οικονομίας. Έχουμε περιορισμένους πόρους (εισοδήματα) και μια πολύ μεγάλη λίστα με πράγματα που θα θέλαμε να αποκτήσουμε.

Η νεοκλασική οικονομική θεωρία περιλαμβάνει περισσότερα από ένα σύνολα πεποιθήσεων για την ανθρώπινη φύση. Είναι, επίσης, μια ιδεολογία που δικαιολογεί την υπάρχουσα οικονομική οργάνωση, τη χρήση των πόρων, και την κατανομή του πλούτου. Αυτό το σύστημα πεποιθήσεων βλέπει ταξικές διαιρέσεις ως αναπόφευκτες και βλέπει τη φύση σαν μια συλλογή «φυσικών πόρων» που θα χρησιμοποιηθούν για να τροφοδοτήσουν την κινητήρια δύναμη της οικονομικής ανάπτυξης και τεχνολογικής προόδου.

Η ανισότητα της κατανομής των αγαθών μεταξύ των ατόμων σε μια καπιταλιστική οικονομία είναι δικαιολογημένη σύμφωνα με την «οριακή θεωρία της παραγωγικότητας της κατανομής». Οι εργαζόμενοι ανταμείβονται ανάλογα με τη συμβολή τους στη συνολική οικονομική απόδοση. Για παράδειγμα, αν μια επιχείρηση προσλαμβάνει έναν ακόμη εργαζόμενο και η αξία της παραγωγής της επιχείρησης ανεβαίνει κατά $100 την ημέρα (συμπεριλαμβανομένων των οικονομικών κερδών), το ημερομίσθιο του εργαζόμενου θα πρέπει να είναι $100. Εκείνοι που προσθέτουν περισσότερο στο συνολικό οικονομικό προϊόν της κοινωνίας θα πρέπει να λαμβάνουν μεγαλύτερο μερίδιο από αυτούς που προσθέτουν ένα μικρότερο ποσό. Οι οικονομολόγοι ισχυρίζονται ότι ο ανταγωνισμός εγγυάται το ότι οι μισθοί είναι ίσοι με την αξία του οριακού προϊόντος της εργασίας. Η ιδεολογική συνέπεια της θεωρίας της οριακής παραγωγικότητας είναι ότι σε μια ανταγωνιστική οικονομία όλοι οι εργαζόμενοι τείνουν να λαμβάνουν αυτό που τους αξίζει.

Η ιδέα της ανθρώπινης φύσης ενσωματωμένη στη νεοκλασική οικονομική θεωρία αποτελεί μια ανωμαλία για τις ανθρώπινες κουλτούρες. Στην πραγματικότητα, η βασική οργανωτική αρχή της οικονομίας της αγοράς – είναι ότι οι άνθρωποι οδηγούνται από την απληστία και την υπόσχεση ότι το περισσότερο είναι πάντα καλύτερο από το λιγότερο – είναι απλώς ένας τρόπος προσέγγισης του οικονομικού προβλήματος ως προς το ζην. Πολλές κουλτούρες έχουν πολύ διαφορετικούς τρόπους οργάνωσης της παραγωγής και διανομής. Στους Hadza, για παράδειγμα, υπάρχουν επεξεργασμένοι κανόνες διασφάλισης ότι όλα τα κρέατα μοιράζονται ισότιμα. Συσσώρευση ή μοιρασιά ακόμα και με ένα μεγαλύτερο μερίδιο από τους άλλους, είναι κοινωνικά απαράδεκτο. Εκτός από προσωπικά αντικείμενα, όπως εργαλεία, όπλα, ή πίπες, υπάρχουν κυρώσεις κατά της συσσώρευσης άλλων υλικών αγαθών. Επιπλέον, λόγω της συνεχούς κινητικότητας των κυνηγών-τροφοσυλλεκτών, η κατοχή είναι μια ενόχληση. Σύμφωνα με τον Woodburn, η συσσώρευση τροφίμων όταν ένα άλλο άτομο είναι πεινασμένο θα ήταν αδιανόητη, για τους !Kung και Hadza. Ο κυνηγός-τροφοσυλλέκτης αντιπροσωπεύει τον «uneconomic man» (αντιοικονομικό άνθρωπο)..

Οι κυνηγοί-τροφοσυλλέκτες μας δίνουν μια ευκαιρία να διαβλέψουμε την ανθρώπινη φύση σε μια πολύ διαφορετική μορφή, όπως υπήρχε πριν από την καθοδηγούμενη από τις σχέσεις της αγοράς και τις σύγχρονες ιδέες του ατομικισμού. Μπορεί να υπάρχουν κατασκευασμένα κοινωνικά όρια, εντός του σημερινού πλαισίου της βιομηχανοποιημένης οικονομίας, ως προς τη συνεργασία, τη μείωση της κατανάλωσης, και γενικά της βιωσιμότητας, αλλά γνωρίζοντας ότι για όλη σχεδόν την ανθρώπινη ιστορία, τα όρια αυτά δεν υπάρχουν, είναι αδύνατο να εξαχθεί το συμπέρασμα ότι υπάρχει κάτι «φυσικό» σε σχέση με αυτά. Η ύπαρξη, αλλά ιδίως η επιτυχία, των κοινωνιών των κυνηγών-συλλεκτών αποδεικνύει ότι υπάρχουν σημαντικές και επιτυχημένες μορφές οργάνωσης της παραγωγής και διανομής, πέρα από τις ανταγωνιστικές αγορές.

Κυνηγοί-τροφοσυλλέκτες ως πρόκληση για την ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ

Οι πιο σημαντικές προκλήσεις για την οικονομική ορθοδοξία και οι οποίες προέρχονται από τις περιγραφές της ζωής στις κοινωνίες κυνηγών-συλλεκτών είναι ότι:

  1. Η οικονομική έννοια της έλλειψης είναι ένα κοινωνικό κατασκεύασμα και όχι μια εγγενής ιδιότητα της ανθρώπινης ύπαρξης,
  2. Ο διαχωρισμός της εργασίας από τη κοινωνική ζωή δεν είναι ένα αναγκαίο χαρακτηριστικό της οικονομικής παραγωγής,
  3. Η σύνδεση της ατομικής ευημερίας με την προσωπική παραγωγή δεν είναι ένα βασικό χαρακτηριστικό της οικονομικής οργάνωσης,
  4. Ο εγωισμός και η πλεονεξία είναι πτυχές της ανθρώπινης φύσης, αλλά όχι απαραίτητα οι επικρατέστερες και
  5. Η ανισότητα βασίζεται στην τάξη και το φύλο και δεν είναι ένα απαραίτητο χαρακτηριστικό της ανθρώπινης κοινωνίας.

Έλλειψη
Η έννοια της σπανιότητας είναι σε μεγάλο βαθμό μια κοινωνική κατασκευή και όχι ένα αναγκαίο χαρακτηριστικό της ανθρώπινης ύπαρξης και της ανθρώπινης φύσης. Οι κυνηγοί-συλλέκτες θα μπορούσαν να θεωρηθούν εύποροι επειδή επιτυγχάνουν μια ισορροπία μεταξύ μέσων και σκοπών, κατέχοντας αυτά που χρειάζονται και επιθυμούν περισσότερο. Ερωτηθείς ένας !Kung γιατί δεν φυτεύουν καλλιέργειες απάντησε: «Γιατί πρέπει να καλλιεργούμε όταν υπάρχουν τόσες πολλές mongongo nuts στον κόσμο;». Όπως ένα τραγούδι JuPhoansi λέει: «Εκείνοι οι οποίοι δουλεύουν για μια ζωή, δικό τους πρόβλημα!» . Οι κυνηγοί-τροφοσυλλέκτες έχουν λίγα υλικά αγαθά, αλλά πολύ ελεύθερο χρόνο, και, αναμφισβήτητα μια πιο πλούσια κοινωνική ζωή από ότι οι «εύποροι» του βιομηχανοποιημένου Βορρά. Σε αντίθεση με τις περισσότερες κυνηγετικές-συλλεκτικές οικονομίες, το σύγχρονο βιομηχανικό σύστημα παράγει σπάνη, με την κατασκευή απεριόριστων επιθυμιών. Οι καταναλωτές είναι εθισμένοι σε μια συνεχή ροή καταναλωτικών αγαθών και αισθάνονται συνεχώς στερημένοι, επειδή ο εθισμός δεν μπορεί ποτέ να κορεστεί. Ο Sahlins αναφέρει: «Η κατανάλωση είναι μια διπλή τραγωδία: ό,τι αρχίζει με ανεπάρκεια θα τελειώσει με στέρηση». Η σύγχρονη παγκόσμια εξάρτηση στον υλικό πλούτο απειλεί την ψυχολογική μας ευεξία, καθώς και τις βιολογικές και γεωφυσικές βάσεις του οικονομικού μας συστήματος.

Παραγωγική δραστηριότητα

Ένα δεύτερο γεγονός για τη ζωή των κυνηγών-συλλεκτών είναι ότι η εργασία είναι κοινωνική και συνεργατική. Χαρακτηριστικό είναι «άμεση επιστροφή» των κυνηγών-τροφοσυλλεκτών, εκείνων οι οποίοι χρησιμοποιούν την πιο απλή τεχνολογία, όπως οι Hadza και !Kung, ξοδεύουν μόνο τρεις ή τέσσερις ώρες την ημέρα απασχολούμενοι με αυτό που θα ονομάζαμε οικονομική δραστηριότητα. Οι δραστηριότητες αυτές περιλαμβάνουν το κυνήγι μεγάλου αριθμού ειδών ζώων και τη συλλογή μεγάλης ποικιλίας φυτών. Η επιτυχής παραγωγή εξαρτάται από την εμπεριστατωμένη γνώση σχετικά με τα χαρακτηριστικά και τα ιστορικά στοιχεία των φυτών και των ζώων, εκ των οποίων εξαρτάται η επιβίωσή τους, όχι σε κεφαλαιουχικό εξοπλισμό. Το κυνήγι και η συλλογή ολοκληρώνεται με τελετουργίες, κοινωνικοποίηση και καλλιτεχνική έκφραση. Η ιδέα ότι θα πρέπει να κερδίζουν τα προς το ζην με επίπονη και ανιαρή εργασία η οποία έχει ως μοναδικό σκοπό να μας κάνει να ζήσουμε την «πραγματική» μας ζωή, είναι κάτι που απουσιάζει από τις κουλτούρες των κυνηγών.

Διανομή
Ένα τρίτο γεγονός για τις οικονομίες των κυνηγών-συλλεκτών επίσης αντιφάσκει με την έννοια του economic man, που βρίσκεται στο επίκεντρο της σύγχρονης οικονομικής θεωρίας: δεν απαιτείται η σύνδεση ανάμεσα στην παραγωγή από ιδιώτες και τη διανομή σε ιδιώτες. Οι οικονομολόγοι υποστηρίζουν ότι η ανταλλαγή έχει μια οικονομικά λογική βάση. Το πρόσωπο που μοιραζόμαστε με τα αλιεύματα μας σήμερα μπορεί να μας θρέψει αύριο, όταν η τύχη ή η ικανότητα μας αποτυγχάνει. Κατά την άποψη αυτή, η κοινή χρήση είναι ένα είδος ασφαλιστηρίου συμβολαίου που απλώνει ορθολογικά τον κίνδυνο να μην έχουν τίποτα να φάνε. Η κοινή χρήση σε κουλτούρες κυνηγών-συλλεκτών, είναι πολύ πιο βαθιά από αυτό. Σε πολλές κουλτούρες, τουλάχιστον, δεν υπάρχει καμία σύνδεση μεταξύ εκείνου που παράγει και εκείνου που λαμβάνει την οικονομική απόδοση. Σύμφωνα με τον Woodburn, για παράδειγμα, ορισμένα μέλη της Hadza δεν κάνουν σχεδόν καμία δουλειά σε όλη τους τη ζωή. Πολλοί άνδρες Hadza παίζουν με το δόρυ, και πολλοί δείχνουν απροθυμία να κυνηγήσουν από φόβο μην καταστρέψουν τις χαρές του παιχνιδιού, εν τούτοις αυτοί οι άνθρωποι συνεχίζουν να παίρνουν το ίδιο μερίδιό με εκείνον που σκότωσε το ζώο. Αν και η «τράκα» είναι ένα ενδεχόμενο πρόβλημα στην κουλτούρα των Lill, η έντονη αποδοκιμασία προς εκείνους που αποφεύγουν την συμμετοχή στην παραγωγική δραστηριότητα είναι αποδεδειγμένα ένα χαρακτηριστικό στοιχείο αυτής της κουλτούρας.

Η κατανομή του κρέατος μεταξύ των Ju/’hoansi είναι ένα σοβαρό κοινωνικό γεγονός. Μεγάλη προσοχή πρέπει να ληφθεί ώστε η διανομή να γίνεται εξ ολοκλήρου δίκαια. Ο Lee γράφει: «Η Διανομή γίνεται με μεγάλη προσοχή, σύμφωνα με ένα σύνολο κανόνων, ρυθμίζοντας και αναδιατάσσοντας τα κομμάτια μέχρι κάθε δικαιούχος να πάρει τη σωστή αναλογία. Θυμόμαστε τις επιτυχημένες μοιρασιές με χαρά για εβδομάδες μετά, ενώ εσφαλμένη μοιρασιά σε κρέας μπορεί να αποτελέσει την αιτία πικρής διαμάχης μεταξύ στενών συγγενών».

Αντίθετα, το σύστημα της αγοράς, βασισμένο στην κατανομή της εξατομικευμένης παραγωγικότητας, αρνείται τον κοινωνικό χαρακτήρα της παραγωγής και ταυτόχρονα τεμαχίζει τους κοινωνικούς δεσμούς που βοηθούν στην κοινωνική συνοχή.

John Gowdy

Μετάφραση-Απόδοση: Αναρχικός Πυρήνας Χαλκίδας

Από την ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ. 112, Ιανουάριος 2012

(Συνεχίζεται…)

Both comments and trackbacks are currently closed.