Daily Archives: 4 Αυγούστου 2018

«Δεν πεινάει, να πετάξει θέλει ο άνθρωπος…»

Την πρώτη κρύα μέρα του χειμώνα μ’ έβγαλαν. Φόρεσα το τριμμένο μου μπουφάν, έδεσα τα πολυκαιρισμένα μου άρβυλα και προχώρησα. Κοίταξα γύρω μου, μα δεν υπήρχε ψυχή. Δεν έχω που να πάω, αλλά είμαι ευτυχισμένος. Ψηλαφώ του προσώπου μου τα σκαψίματα. Ο χρόνος στέκεται τυφλός εμπρός μου με τα τρία του πρόσωπα, με του Ενεστώτα το πλέον προκλητικό, όλο να γλιστρά απ’ τα χείλη και, δίχως ραβδί, δίχως σκυλί, να χάνεται στην ανυπαρξία. Η καρδιά μου πονά· χτύποι λοξοί κι αρρυθμίες την κεντούν. Ξέρεις πώς είναι να είσαι έξω; Πόσος καιρός πέρασε… Κανείς δε θα με χαιρετίσει. Το ξέρω. Δεν γνωρίζω κανέναν εδώ. Έζησα χρόνια στην Χώρα της Σκιάς. Εκεί όπου το φως, κάτι ονειρικά μακρινό, υπάρχει, να δίνει ζωή στο σκοτάδι. Ανειδίκευτος εδώ, ανειδίκευτος κι εκεί· την έμφυτη μαστοριά μου στων ανθρώπων τις υποθέσεις σπάταλα ξόδεψα. Υποδύθηκα, λοιπόν, το πεφταστέρι, όπως λένε, μ’ απερίγραπτη επιτυχία, που ραγίζει τ’ απόλυτο μαύρο με της πτώσης του το φως. Δεν πληρώθηκα για τον κόπο μου ποτέ, δεν υπήρξα, που λένε, κανενός μισθωτός κι ας έκανα, έστω και για την στιγμή, την νύχτα μέρα. Μόνη μου ευχαρίστηση οι ευχές των παιδιών στ’ όνομά μου, καθώς έπεφτα και ξανάπεφτα στ’ ουρανού τον βυθό για το χατίρι τους. Μέτοικος κι εκεί, μέτοικος παντού· σορόκος διαβατάρης μέσα στις θημωνιές. Σε θρησκείες, πολιτική και δόγματα δεν πίστεψα. Έμαθα από μικρός να ψιθυρίζω τις προσωπικές μου προσευχές. Ήξερα από ένστικτο τα μονοπάτια της ερήμου, μα από τις «οάσεις» τους δεν γύρεψα γουλιά. Κάλλιο χολή και ξύδι.

Συνέχεια