Ο Ιδεαλισμός που κόκκαλα δεν έχει και κόκκαλα τσακίζει! (Α΄)

«Σκεφτείτε, κύριε, αν μπορούσαμε να ξέρουμε την ατομική ιστορία, τα ονόματα, το χαμόγελο, τα όνειρα, τις αγάπες, τις επιθυμίες και τις δημιουργικές ικανότητες των εκατομμυρίων νεκρών των πολέμων, αν τους γνωρίζαμε σαν τ’ αδέρφια μας, σαν τους ανθρώπους που μεγαλώσαμε μαζί και ονειρευτήκαμε μαζί, τι διάσταση θα είχε για μας η ανθρώπινη ιστορία και πόσο άγρυπνοι και προσεχτικοί θα ήμασταν σε κάθε επιλογή της εξουσίας, σε κάθε ιδεολογική πρόταση…» Χρόνης Μίσσιος, «Χαμογέλα ρε, τι σου ζητάνε;»

Το κράτος, θέλοντας να επιβάλει το δίπολο καλών κακών και την όξυνση των άκρων, τοποθετεί από τη μια τους ακροαριστερούς (με τις «αντιεξουσιαστικές» συνιστώσες τους) και από την άλλη τους ακροδεξιούς ως τις δύο όψεις του ίδιου νομίσματος. Μόνο που το νόμισμα δεν έπεσε κορώνα ή γράμματα, στάθηκε όρθιο. Αυτά τα δίπολα τρέφουν κάθε κυριαρχία, γίνονται τα δεκανίκια της και τη σώζουν από τις δύσκολες καταστάσεις που περνάει. Την ταΐζουν με φροντίδα, μέχρι να ξαναστηθεί στα πόδια της και να μας τσακίσει. Γι’ αυτό δεν θελήσαμε να αρκεστούμε σε μία ακόμη ιστορική παρουσίαση της κτηνωδίας των ναζί, αν και αυτή είναι πάντοτε χρήσιμη ως μνήμη, που δείχνει μέχρι που μπορεί να φτάσει η ανθρώπινη διάβρωση από την εξουσία. Πολλοί είπαν ότι από τότε και μετά ο κόσμος δε θα ’ταν πια ο ίδιος και ίσως έχουν δίκιο. Μιας και πολύς λόγος γίνεται τελευταία σχετικά με την «φασιστική απειλή», θεωρήσαμε σημαντικό να εξετάσουμε όσα πυροδότησαν κυρίως το ναζισμό, γιατί αυτές είναι οι αιτίες που κατά βάθος υπάρχουν και εμφανίζονται με πολλά ονόματα σε όλες τις εποχές, της τωρινής μη εξαιρουμένης, βέβαια. Και πολλές φορές έχουν και το όνομα του «καλού» της ιστορίας. Ας μην ξεχνάμε, όμως, ότι η απολυταρχία, ως μία ακόμη μορφή κρατισμού, αποτελεί μία ακόμη μορφή υποδούλωσης των ανθρώπων στην κυριαρχία, την πλέον φανερή.

Ο εθνικοσοσιαλισμός ως ένα ακόμη πρόσωπο του κράτους, δεν εμφανίζεται ξαφνικά. Έχει τις ρίζες του σε δεκαετίες ή και αιώνες μισαλλοδοξίας, ρατσισμού και εθνικισμών, που προηγήθηκαν. Η ιδεολογική πλατφόρμα μιας τέτοιας μορφής κρατισμού έλκει την προέλευσή της και από έναν αριθμό «λογίων», που μέσα από εξουσιαστικούς θεσμούς (πανεπιστήμια, ιδρύματα μελέτης άλλων πολιτισμών κλπ.) υπερασπίστηκαν –μέσα από τα φιλοσοφικά και ιστορικά τους πονήματα– τον κρατισμό, το φυλετικό ρατσισμό, τις ανθρωποσφαγές και την εξουσιομανία των εργοδοτών τους. Όταν ανέβαινε ο Χίτλερ στην Ευρώπη, οι ναζιστικές ιδέες και πρακτικές, παρ’ ότι είχαν άλλο όνομα, εφαρμόζονταν και ήταν κοινά αποδεκτές σε πολλά κράτη της Ευρώπης και της Ρωσίας συμπεριλαμβανομένης. Ο αντισημιτισμός, οι απόψεις για τα «υγιή» και «άρρωστα» σώματα, η φυλετική «ανωτερότητα» επιβάλλονταν σε κοινωνίες που οι εξουσιαζόμενοι γεύονταν την επιβολή μέσα από διαφορετικά συστήματα εξουσίας. Η μοναρχική Μ. Βρετανία για παράδειγμα υιοθετούσε παρόμοιες απόψεις σχετικά με την νεότευκτη τότε επιστήμη της ευγονικής σε σχέση με τις απόψεις που παρουσίαζε η δημοκρατική Γαλλία. Το πρόσωπο του κρατισμού είναι εξ ίσου απάνθρωπο. Τα συστήματα επιβολής απλώς προσαρμόζονται –ανάλογα με τον τόπο και χρόνο– με μόνο στόχο την μέγιστη επιβολή της κυριαρχίας στους ανθρώπους.

Οι εθνολόγοι στερέωσαν την επιστήμη τους για πολλά χρόνια, καλλιεργώντας την ιδέα κατώτερων και ανώτερων φυλών και πολιτισμών (αν και στην περίπτωση αυτή κατέστρεψαν κουλτούρες και όχι πολιτισμούς). Η ιδέα, όμως, του πολιτισμού καλλιεργήθηκε σαν κάτι που έπρεπε κανείς να έχει. Όσο απείχε από το ιδεώδες, τόσο κατώτερος θεωρούνταν. Αυτό έκαναν πολλά κράτη (Αγγλία, Γαλλία, Ισπανία, Ολλανδία), που για αιώνες χρησιμοποιούσαν ως εργαλείο καταπίεσης την αποικιοκρατία. Έτσι, προστάτευαν το δικό τους «ζωτικό χώρο». Αντίστοιχα παραδείγματα συναντάμε και στον ελλαδικό χώρο από τη δημιουργία του κράτους με τους λαογράφους, τους φιλολόγους και άλλους επιστήμονες, που έκαναν κάθε προσπάθεια να βρουν και να εφεύρουν όπου χρειαζόταν την ελληνικότητα. Αυτοί οι «εθνοπατέρες» δεν έλειψαν ποτέ. Άλλοτε ήταν ο Πλεύρης και ο Ζουράρις που επισκέπτονταν και μιλούσαν σε σχολεία, ιδιαίτερα για το «Μακεδονικό», άλλοτε κάποιοι επίτιμοι προσκεκλημένοι του κράτους, που ξεπρόβαλαν από κάποιο τηλεοπτικό παράθυρο.

Πρώιμοι αντισημίτες

Ο Μαρτίνος Λούθηρος υπήρξε φανατικός αντισημίτης. Πέρα από την προτεσταντική θεώρηση του χριστιανισμού, για την οποία έμεινε γνωστός, γέννησε και ένα θερμό γερμανικό εθνικισμό. Στο έργο του «Για τους εβραίους και τα ψεύδη τους» (On the Jews and Their Lies), όσα λέει για αυτούς είναι τουλάχιστον προσβλητικά. Τους χαρακτηρίζει ως περιττώματα και μιαρούς, μεταξύ άλλων. Βλέπουμε ότι το ιδεολόγημα του αντισημιτισμού μπορεί να παρατηρηθεί ιστορικά, πολύ πριν την εμφάνιση του ναζισμού, σε όλη την Ευρώπη απ’ τον Λούθηρο μέχρι τον Σαίξπηρ.[1]

Στα 1900 ο Haekel ήταν υπεύθυνος για ένα διαγωνισμό με θέμα «τι μπορούμε να μάθουμε από τις αρχές του δαρβινισμού αναφορικά προς την εσωτερική και πολιτική ανάπτυξη του κράτους;». Το πρώτο βραβείο απονεμήθηκε στο πολύτομο ρατσιστικό έργο του W. Shallmayer, που έγινε ηγέτης της ρατσιστικής βιολογίας. Με αυτό περνάμε από τον εθνικισμό του πνεύματος του Χέγκελ στον εθνικισμό του αίματος και της ράτσας. Αυτή η θεωρία εξέλιξε απλώς τις απόψεις του εγελιανισμού.

Όταν (ξε)γέλασε ο Χέγκελ…

Δεν θα ήταν υπερβολή ν’ αναφέρουμε πως η δυσωδία που απέπνεαν τα πεδία μαχών της Β΄ παγκόσμιας ανθρωποσφαγής ξεκίνησε απ’ τις μουχλιασμένες αίθουσες, όπου δίδασκε ο Χέγκελ, αυτός ο λάτρης του ακατανόητου. Ο ύμνος των φιλοσόφων για το κράτος (κράτος uber alles) πριν τον Χίτλερ εξυπηρέτησε τη συντριβή της ανθρωπινότητας προς όφελος των γραναζιών της λεγόμενης βιομηχανικής επανάστασης. Αφού το λέει ο επιστήμονας-καθηγητής, τότε είναι σωστό και έγκυρο. Όπως για παράδειγμα, όταν ρωτήθηκαν κάποιοι γερμανοί πρώην ναζί γιατί έκαναν ό,τι έκαναν, αυτοί απάντησαν «γιατί πιστέψαμε ότι κάναμε το σωστό», ούτε επειδή φοβήθηκαν, ούτε επειδή εκτελούσαν τις εντολές που είχαν λάβει από τους ανωτέρους τους.

Η επικράτηση της αριστοτελικής λογικής θεώρησε ως δεδομένο ότι κάθε πρόταση, για να θεωρείται αληθινή, θα πρέπει πρώτα να έχει οριστεί ακριβώς και να έχει αποδειχτεί. Πάνω σε αυτή την άποψη στηρίχτηκε όλη η θεωρητική σκέψη από το μεσαίωνα μέχρι σήμερα. Έτσι, οι κάθε λογής επιστήμονες μπήκαν στη διαδικασία να αποδείξουν και όσα ακόμη δεν αποδεικνύονται, λες και το πείραμα και η συστηματική μελέτη οφείλουν να σβήσουν χιλιετηρίδες ελεύθερης περιέργειας και γνώσης σύμφυτες με την ίδια την ανθρωπινή φύση. Έτσι, αν είσαι δουλέμπορος, όπως ο Λοκ για παράδειγμα, θα βρεις τα κατάλληλα επιχειρήματα, για να δικαιολογήσεις την ορθότητα της ιδιότητάς σου με αποδείξεις και σχετικά παραδείγματα. Αν είσαι ρατσιστής ή πολιτικός οποιωνδήποτε πεποιθήσεων που θέλει να ανελιχθεί στην εξουσία, μπορείς με ευκολία να επικαλείσαι οποιαδήποτε από αυτές τις αυθεντίες και τις θεωρίες τους σε βολεύει, ανάλογα με την περίπτωση. Η τέχνη του λόγου χρησιμοποιήθηκε για να αμβλύνει το ύφος της κυριαρχίας, κάνοντάς τη να φαίνεται πιο ανεκτή.

Μπορεί κάποιος να υποστηρίξει, ότι δεν είναι δυνατόν να ευθύνεται ένας συγγραφέας για το πώς θα χρησιμοποιηθεί το κείμενό του και αυτό επίσης ισχύει. Ωστόσο, όταν ο καθένας μας γράφει, κάτι συγκεκριμένο έχει στο μυαλό του και αυτό διαπνέει τη σκέψη του. Όσοι με το όπλο της απόδειξης ισχυρίζονται ότι μόνο αυτοί ξέρουν το σωστό, μάλλον αναζητούν αυθεντίες ή θέλουν να γίνουν οι ίδιοι αυθεντίες. Από την άλλη, πέρασαν αιώνες υπό την επίδραση των θρησκειών, που ως καλοί βοηθοί κάθε είδους εξουσίας, έπεισαν τους ανθρώπους ότι δεν είχαν οι ίδιοι ευθύνη για τη ζωή τους, αλλά αυτή είχε ανατεθεί στο θεό, που φρόντιζε για αυτούς. Από την μία οι αυθεντίες –που και μόνο να πρόφερε κανείς το όνομά τους, αυτό από μόνο του ήταν αρκετό ως επιχείρημα– και από την άλλη άνθρωποι άβουλοι και ανεύθυνοι, που ήταν βέβαιοι ότι η μοίρα τους είναι προδιαγεγραμμένη. Έμενε να προκύψει το πρόβλημα και τότε οι πρώτοι αναδεικνύονταν ως ηγέτες των δεύτερων. Και είναι σημαντικό να τους εξετάσουμε, όχι για να κάνουμε μία φιλοσοφική συζήτηση, αλλά για να δείξουμε ότι οι «υψηλές ιδέες» περί των ανώτερων και κατώτερων ανθρώπων και φυλών υπάρχουν από πολλά χρόνια πριν και μάλιστα σε φιλοσόφους που και σήμερα θεωρούνται ακόμη αυθεντίες. Οι «ανώτερες ιδέες» είναι τα αποδεικτικά στοιχεία για τη γέννηση των τεράτων.

Το 1807 ο Φίχτε άρχισε τις «Ομιλίες προς το γερμανικό έθνος» από το πανεπιστήμιο του Βερολίνου, στο οποίο κατείχε την έδρα φιλοσοφίας. Μιλούσε για την κατωτερότητα των Λατίνων (και ιδιαίτερα των γάλλων) και των εβραίων, που τους χαρακτηρίζει παρακμάζουσες φυλές. Μετά το θάνατο του Φίχτε την έδρα της φιλοσοφικής του πανεπιστημίου του Βερολίνου παίρνει ο Χέγκελ, ο οποίος ενέπνευσε εξίσου τους Μαρξ και Λένιν, όσο και το Β΄ και Γ΄ Ράιχ του Βίσμαρκ και του Χίτλερ.

Η φιλοσοφία του Χέγκελ εμφανίστηκε στις αρχές του 19ου αιώνα, μια εποχή που έχτιζε τις ελπίδες της δειλά-δειλά πάνω στη λεγόμενη τεχνολογική πρόοδο. Το ανθρώπινο μυαλό, που μπορούσε να συλλάβει αφηρημένες έννοιες, πίστεψε ότι μπορεί να ξεπεράσει τη φύση και να θεοποιηθεί από τον ίδιο του τον εαυτό. Ήταν ο ίδιος ο δημιουργός ενός –εφιαλτικού όπως αποδείχτηκε– σύμπαντος. Το πνεύμα του Χέγκελ, όχι μόνο τότε αλλά και τώρα ακόμη, μέσα από το κατάλληλο μίγμα αοριστίας και υπεροχής αποδείχτηκε χρήσιμο για τα σχέδια κάθε είδους εξουσιαστών.[2] Ένας από αυτούς τους εξουσιαστές –και εξουσιομανής εν προκειμένω– ήταν εκείνος που και μόνο η προφορά του ονόματός του είναι αρκετή, για να προσωποποιήσει το κακό, ο Αδόλφος Χίτλερ.[3] Ποια σχέση όμως θα μπορούσε να έχει ένας διαπρεπής φιλόσοφος με τον Αδόλφο Χίτλερ, που μάλιστα έζησε σε μία τελείως διαφορετική εποχή από αυτόν;

Ας εξετάσουμε πρώτα τις προθέσεις του ίδιου του Χέγκελ ως προς τις θεωρίες του, που τις εφάρμοσε σε κάθε τομέα γνώσης (φυσική, ιστορία, φιλοσοφία κλπ.) σε μια γλώσσα ακατανόητη και υπνωτιστική. Τα κείμενα του έχουν την επίδραση των ευαγγελίων στα αυτιά των αμαθών, που απλώς μαγεύονται από τους ήχους των λέξεων και των ψαλμωδιών, χωρίς να καταλαβαίνουν τίποτε. Αποδέχονταν, όμως, τις ερμηνείες που έδινε ο παππάς στο τέλος της λειτουργίας, υπό την επίδραση του λιβανιού, της θεαματικής τελετουργίας και του υποβλητικού περιβάλλοντος. Έτσι και ο Χέγκελ, σαν άλλος ευαγγελιστής, έγραψε τα ακατανόητα κείμενά του και άφησε τους ιερείς των πανεπιστημιακών εδράνων να τα ερμηνεύσουν και να κάνουν την αποκάλυψη στους αδαείς φοιτητές, που ακούν εκστασιασμένοι. Δεν ξέρουμε αν είχε αυτή την πρόθεση ή μαγεύτηκε και ο ίδιος από τη μεγαλοφυΐα του, αλλά μάλλον τα κίνητρά του ήταν να καθιερωθεί ως αυθεντία όπως δείχνει η ζωή και το έργο του. Το ότι κατάφερε να γίνει μάλιστα αυθεντία οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στα νταλαβέρια του με το πρωσικό κράτος. Ο «ανώτερος ιδεαλισμός του» έπλασε και καθιέρωσε μία «ανώτερη ηθική» που ταίριαζε με το πανεπιστημιακό κατεστημένο της εποχής.

Τελικά, αυτή η «ήξεις αφήξεις» γλώσσα και θεωρία του Χέγκελ, που βρίθει συμβολισμών κατόρθωσε να υιοθετηθεί τόσο από τους μαρξιστές όσο και από τους φασίστες. Αυτό συμβαίνει πρώτα από όλα γιατί οι σύγχρονοι φιλόσοφοι απευθύνονται στους «ειδικούς», που ξέρουν την ειδική γλώσσα της και την ερμηνεύουν, χωρίς να φτάνει σχεδόν ποτέ αυτή η ερμηνεία έξω από τα όρια της φιλοσοφικής κοινότητας. Με τις ιδέες του εξόπλισε ιδεολογικά το πρωσικό κράτος, στηριζόμενος στις αυθεντίες της αρχαιότητας, τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη, στυλοβάτες και οι δύο του κρατισμού, που θεωρούσαν φυσική τη διάκριση των ανθρώπων σε κατηγορίες πολιτών και βέβαια τη διάκριση ελευθέρων και δούλων. Έτσι, ο φυλετισμός αναγεννήθηκε μέσα από τις στάχτες του.

Ο Χέγκελ ανανέωσε τη λατρεία για το κράτος, υποστηρίζοντας ότι ο άνθρωπος χωρίς αυτό δεν μπορεί να υπάρξει, σε αυτό οφείλει τη φυσική και πνευματική του ύπαρξη. Και όταν λέμε λατρεία, το εννοούμε κυριολεκτικά. Για τον Χέγκελ, το κράτος είναι η μετενσάρκωση του θεού στη γη. Με τη θεωρία του δεν έκανε μια θεωρία μελέτης της ιστορίας, κατασκεύασε την ιστορία. Το κράτος χρησιμοποίησε ως εργαλείο τη φιλοσοφία του, όχι μόνο για να δικαιολογήσει την παρουσία του, αλλά και για να κερδίσει σε υλικά οφέλη ήδη από την εποχή του. Ήταν πιστός ακόλουθος του Γουλιέλμου Φρειδερίκου Γ΄. Αυτό επιβεβαιώνεται από τον σύγχρονό του Schopenhauer, που αν και συντηρητικός, θεωρούσε τον Χέγκελ ανήθικο. Αλλά και ο ίδιος ο μαθητής και θαυμαστής του Schwegler επιβεβαιώνει την πληρωμένη φιλοκρατική υποταγή του Χέγκελ στο πρωσικό κράτος. Η κλήση του φιλοσόφου στο Βερολίνο για να αναλάβει καθηγητική έδρα έγινε την εποχή που το πρωσικό κράτος χρειαζόταν τους κατάλληλους βοηθούς, για να δικαιολογήσει και ιδεολογικά την πολιτική τού επεκτατισμού του.

Για τον Χέγκελ το κράτος είναι μια από τις υπέρτατες αξίες. Η ιδέα του κράτους ως οργανισμού αποτελεί για αυτόν μία πρόοδο. Το πνεύμα του είναι το πνεύμα του έθνους που διαμορφώνει το κράτος και το κινητοποιεί. Λέει: «το κράτος είναι η ανώτερη αποκάλυψη του ανθρώπινου πνεύματος, η υλοποίηση της ηθικής ιδέας, το ηθικό σύμπαν» και «το κράτος έχει το υπέρτατο δικαίωμα έναντι ενός ατόμου, του οποίου υπέρτατο καθήκον είναι να είναι μέλος του κράτους… διότι το δικαίωμα του παγκόσμιου πνεύματος είναι υπεράνω όλων των προνομίων…». Η σχέση ενός λαού με τους άλλους δεν είναι και πολύ καλύτερη: «ο πόλεμος είναι ο μέγας καθαρτήρας των λαών, οι οποίοι έχουν διαφθαρεί από μακροχρόνια ειρήνη», «μια τόσο ισχυρή μορφή (το κράτος) πρέπει να ποδοπατεί πολλά αθώα άνθη – να συντρίβει πολλά αντικείμενα στο δρόμο της.[…] Όταν έρθει η ώρα της Γερμανίας η αποστολή της θα ‘ναι να αναγεννήσει τον κόσμο». Ο πόλεμος και οι ανθρωποσφαγές έτσι δικαιώνονται.

Στη «Φιλοσοφία του Δικαίου» ο Χέγκελ γράφει, «Η επιστήμη επομένως πρέπει να επιζητεί προστασία από μέρους του κράτους, εφ’ όσον ο σκοπός της επιστήμης είναι η γνώση της αντικειμενικής αλήθειας». Και παρακάτω: «το κράτος πρέπει να προστατέψει την αντικειμενική αλήθεια». Και σε όποιον αναρωτιέται ποια είναι η αντικειμενική αλήθεια, απαντά: «το κράτος πρέπει, γενικά, να αποφασίσει από μόνο του πάνω στο τι πρέπει να θεωρείται αντικειμενική αλήθεια». Είναι, λοιπόν, ξεκάθαρο, πως το κράτος για τον Χέγκελ, οφείλει να είναι ο δημιουργός και προστάτης της… αλήθειας. Κρατισμός και ειλικρίνεια πιασμένοι στοργικά απ’ το χεράκι, σύμφωνα πάντα με αυτόν τον ογκόλιθο των γραμμάτων.

Ο Γουλιέλμος Φρειδερίκος κυβέρνησε «ελέω θεού». Για τον Χέγκελ ο νόμος έρχεται να φέρει ισότητα στη φυσική ανισότητα. Επίσης, ο νόμος ενσαρκώνει την ελευθερία. Επομένως, όσο περισσότεροι νόμοι υπάρχουν, τόση περισσότερη ελευθερία υπάρχει. Και μάλιστα, μόνος κατάλληλος για να ορίσει τις σχέσεις των ανθρώπων μεταξύ τους με νόμους και διατάγματα είναι ο μονάρχης. Μέσα από τη διαλεκτική του προσπάθησε να αποδείξει ότι η μοναρχική Πρωσία είναι η απόλυτη έκφραση της ελευθερίας και μάλιστα το αποκορύφωμα του κράτους, στο οποίο θα πρέπει να φτάσουν και τα υπόλοιπα. Τύφλα να έχει ο Πλάτωνας το άλλο καμάρι του διαλεκτικού φιλοκρατισμού!

Ο Χέγκελ βέβαια δεν εξαναγκάστηκε να διατυπώσει τις φιλοκρατικές του απόψεις, απεναντίας το έκανε με προθυμία, εξασφαλίζοντας την καθηγητική του έδρα. Οι θαυμαστές του τον έλεγαν «δικτάτορα της φιλοσοφίας». Εμπνευσμένος από τον Ηράκλειτο, υποστηρίζει ότι όλα βρίσκονται σε κίνηση, ακολουθώντας μία εξελικτική προοδευτική πορεία. Έτσι, στο πρώτο στάδιο βρίσκεται ο ανατολικός δεσποτισμός, στο επόμενο οι αρχαίες δημοκρατίες και αριστοκρατίες και στο τρίτο και καλύτερο… η γερμανική μοναρχία. Με βάση αυτή τη θεωρία αποδέχεται την ιστορική «δικαίωση», που θέλει την ανθρωπότητα να φτάνει σε έναν ολοκληρωτικό εθνικισμό. Φυσικά δεν του καιγόταν καρφί για το μακελειό, την εξαθλίωση και υποδούλωση που προωθούσαν τα ιδεολογήματα του. Τελικά αυτές οι πανεπιστημιακές «έδρες» και οι καρέκλες που τις συνοδεύουν πρέπει να είναι αφόρητα αναπαυτικές. Γιατί άραγε να δίνει δεκάρα κανείς για το γένος των ανθρώπων μπροστά σε μια τέτοια τρυφηλή προοπτική;

Ο Αλέξανδρος –και οι Σουμέριοι πριν απ’ αυτόν– δημιούργησαν υπερφυλετικές αυτοκρατορίες. Χωρίς να καταργήσουν τις εθνικιστικές διακρίσεις μεταξύ των πρώην πόλεων-κρατών, ανέπτυξαν ένα αυτοκρατορικό σύστημα, ένα συγκεντρωτικό, δηλαδή, σύστημα εξουσίας. Η ιδέα του έθνους-κράτους επανήλθε αρκετά πρόσφατα και τα τελευταία χρόνια αρκετές απόψεις έχουν διατυπωθεί για το πόσο νεαρή είναι σε σχέση με την ανθρώπινη ιστορία, παρ’ όλο που η έννοια του εθνικού κράτους επιβάλλεται ως δεδομένη απ’ την κυριαρχία. Ο Χέγκελ επανέφερε τον εθνικισμό στην απολυταρχική του μορφή. Η γαλλική επανάσταση, πιο πριν, καθιέρωσε τον λαϊκό στρατό, δηλαδή την εθνική στρατολόγηση.

Η άνοδος του εθνικισμού στη Γερμανία την εποχή του Φίχτε εκδηλώθηκε ως αντίδραση στην εισβολή του γαλλικού στρατού από τη μια και ως αντικαταστάτης της χριστιανικής θρησκείας, που είχε παρακμάσει. Ο Χέγκελ αντί να αμβλύνει τις εθνικιστικές υστερίες, τις εκμεταλλεύτηκε και τις χρησιμοποίησε προς όφελος του κράτους και μάλιστα στην απολυταρχική μορφή του. Αυτός ήταν και ο ρόλος του πανεπιστημίου του Βερολίνου, που ιδρύθηκε, για να ενισχύσει το γερμανικό κράτος, όταν αυτό ηττήθηκε από το Ναπολέοντα. Ο Χέγκελ εισήγαγε νέα στοιχεία στον εθνικισμό που ίσχυε ως τότε. Είδε την ιστορία ως το θέατρο των πολέμων μεταξύ των εθνικών κρατών, προκειμένου να επικρατήσει η θέληση του ισχυρού.

Έχει αξία να διαπιστώσουμε τελικά, μεταξύ άλλων, ότι οι πιο εξωφρενικά εξουσιαστικές απόψεις κρύβονται πίσω από τις πιο αμφιλεγόμενες και δυσνόητες φιλοσοφικές μπαρούφες. Φιλόσοφοι σαν τον Χέγκελ παραμόρφωσαν σκόπιμα το λόγο τους, ώστε να κρύψουν την έντονα ρατσιστική και απαξιωτική για την ελευθερία επιχειρηματολογία τους. Αν την εξέφραζαν τουλάχιστον ξεκάθαρα, θα είχαν το θάρρος της άποψής τους. Μέσα από τη θολούρα των λέξεών τους ξεπηδά η πιο στυγνή κυριαρχία, η νομιμοποίηση της υποδούλωσης ανθρώπου από άνθρωπο. Οι οπαδοί του Χέγκελ δημιούργησαν ένα ολόκληρο ρεύμα στη φιλοσοφία, τον εγελιανισμό, στον οποίο συνέβαλε και ο ίδιος ο Μαρξ και οι μαρξιστές. Η εξέγερση κατά της ελευθερίας έγινε χάρη στον εγελιανισμό λαοφιλές κίνημα, που εξόπλισε τα απολυταρχικά καθεστώτα.

Πέρα από τη λατρεία του κράτους και την υποτιθέμενη αναγκαιότητα του πολέμου, αναδεικνύεται η αξία του ηγέτη και του ήρωα, που με κίνδυνο της ζωής του θα σώσει το κράτος και θα το δικαιώσει ιστορικά. Η γενναιότητα ορίζεται ως η απόλυτη υποταγή στο κράτος. Ο γερμανικός ιδεαλισμός είναι ένας ύμνος στο μεγάλο άνδρα, το μεγάλο ηγέτη ή αλλιώς το μεγάλο δικτάτορα. Ο ηγέτης αποκτά μυστικιστικές δυνάμεις. Ο ήρωας στον Χέγκελ προορίζεται από μια μυστηριώδη πρόνοια να «πραγματοποιήσει τη θέληση του παγκόσμιου πνεύματος». Αυτές οι απόψεις, όπως είναι φανερό, ενέπνευσαν τον Χίτλερ. Ο Χέγκελ στη «Φιλοσοφία της ιστορίας» εκφράζει το θαυμασμό του για τον Αλέξανδρο, τον Ιούλιο Καίσαρα και το Ναπολέοντα: «τα έργα τους και οι λόγοι τους είναι ό,τι καλύτερο της εποχής τους». Τι κρίμα για τον αγνό αυτόν στοχαστή να μην έχει έναν απ’ τους παραπάνω κοσμοκράτορες για πάτρωνα, η τύχη υπήρξε ιδιαίτερα σκληρή μαζί του!  Έγραφε πως ο ήρωας σε μια αποστολή είναι υπεράνω οποιασδήποτε ηθικής. Η φράση του Schopenhauer εκφράζει με τον καλύτερο τρόπο τα συμπεράσματα: «Αν θέλει κανείς να αποβλακώσει το πνεύμα ενός νέου και να κάνει το μυαλό του ανίκανο για οποιοδήποτε είδος σκέψης, δεν θα είχε τίποτε καλύτερο να κάνει απ’ το να του δώσει να διαβάσει Χέγκελ[…]».

σύντροφοι για την Αναρχική απελευθερωτική δράση

Από την αναρχική εφημερίδα ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ. 122, Δεκέμβριος 2012

[1] Το έργο του «Ο έμπορος της Βενετίας» αποτελεί έναν ύμνο στο στερεότυπο του εβραίου ως φιλάργυρου, πλούσιου εμπόρου που ποδοπατά κάθε ανθρώπινη ηθική για το σκοπό του κέρδους.

[2] Ο Popper λέει χαρακτηριστικά: «η επιτυχία του Χέγκελ σημάδεψε την έναρξη της εποχής της ανεντιμότητας (όπως χαρακτήρισε ο Schopenhauer την περίοδο του Γερμανικού Ιδεαλισμού) και της εποχής της ανευθυνότητας (όπως χαρακτήρισε ο K. Heiden την εποχή του νεώτερου ολοκληρωτισμού), πρώτα της διανοητικής και αργότερα μιας από τις συνέπειές της, της ηθικής ανευθυνότητας– μιας νέας εποχής που δεσπόζεται από τη μαγεία των ηχηρών λέξεων και από τη δύναμη μιας εξειδικευμένης, δυσκολονόητης γλώσσας».

[3] Μιας και η επίσημη ιστορία ανέκαθεν γράφεται από τους εξουσιαστές-νικητές, είναι αυτονόητο πως θα παρουσίαζε τον Χίτλερ και τους ναζί ως το τέρας που μόλις εξήλθε απ’ τα ανήλιαγα σκοτάδια του βάλτου και θα τοποθετούσε το μπλοκ των νικητών (Στάλιν, Ρούζβελτ, Τσώρτσιλ και τα τσιράκια τους) στο ρόλο των αγνών και άσπιλων ιπποτών με τις απαστράπτουσες πανοπλίες που πετσοκόβουν το θηρίο στο όνομα της ελευθερίας και της δικαιοσύνης. Πολύ μελάνι και χαρτί για να μας πείσουν πως τα σφυροδρέπανα και οι δημοκρατικοί θυρεοί είναι φορείς «άλλης» ηθικής. Οι ανθρωποσφαγείς, όπως και να αυτοπροσδιορίζονται, παραμένουν ανθρωποσφαγείς. Πιστεύουμε πως οι αγωνιζόμενοι άνθρωποι δεν νανουρίζονται πλέον με τέτοια παραμύθια. Μάλλον τους προκαλούν αϋπνίες και εφιάλτες…

(Συνεχίζεται)

Both comments and trackbacks are currently closed.