Οι ρίζες της αναρχίας εις το «χρυσούν γένος» (Μέρος η΄)

«Το χαμόγελο [των Νεμάντι, μιας νομαδικής φυλής στη Σαχάρα] ήταν ένα μήνυμα από την Χρυσή Εποχή. Μου είχε μάθει να απορρίπτω χωρίς δισταγμό όλα τα επιχειρήματα για την ασκήμια της ανθρώπινης φύσης. Η ιδέα της επιστροφής σε μία «αρχική απλότητα» δεν ήταν αφελής ή αντιεπιστημονική ή εκτός πραγματικότητας. Η αποκήρυξη. Η αποκήρυξη μπορεί να πετύχει, ακόμη και σε τούτη την προχωρημένη εποχή». Bruce Chatwin,  Τα μονοπάτια των τραγουδιών.

Ο μύθος του χαμένου παραδείσου απαντάται σε αμέτρητους λαούς, για να εκφράσει μια εποχή που οι άνθρωποι δεν διαχώριζαν το καθημερινό από το ιερό. Ζούσαν αρμονικά μεταξύ τους, με τα ζώα και τη φύση, θέτοντας στο κέντρο του κόσμου ένα σημείο (ένα δέντρο, έναν στύλο), που λειτουργούσε ως πέρασμα ανάμεσα στη γη και στον ουρανό, ώστε να μπορούν να φτάσουν στον κόσμο των θεών. Μας θυμίζει τη σκάλα του Ιακώβ ή τη σκάλα του Μωάμεθ. Μετά την καταστροφή αυτού του κόσμου το πέρασμα ουσιαστικά έπαψε να υπάρχει. Ο μύθος εκφράζει μία πραγματικότητα πέρα από τα όρια της απτής καθημερινότητας, που απελευθερώνει τους ανθρώπους από τις υλικές ανάγκες. Άλλωστε, πολύ συχνά η κατοχή αντικειμένων, πέρα απ’ τα απολύτως απαραίτητα, θεωρείται ότι φυλακίζει τους ανθρώπους. Εδώ και πολλούς αιώνες η ανθρωπότητα, διαχωρίζοντας τη λογική από το μύθο σε πολύ μεγάλο βαθμό, απομάκρυνε το καθημερινό από το μεταφυσικό, κάνοντας τη ζωή ένα αβάσταχτο καθήκον, γεμάτο ενοχές, νόμους και υποχρεώσεις, που δεν έχουν σκοπό να εξυψώσουν τον άνθρωπο, αλλά να τον τιμωρήσουν, καλύπτοντας κάτω από τόνους άχρηστων προϊόντων του πολιτισμού, το θαύμα που έχει μέσα του. Οι μύθοι ήταν συμμετοχή στην πνευματική διάσταση του κόσμου.

Ωστόσο, αυτό δεν σήμαινε πως οι άνθρωποι, πριν εκτεθούν στη διάβρωση του πολιτισμού, εξέφραζαν μία τυφλή πίστη. Το υπερβατικό δεν τους καλούσε σε έναν άλλο κόσμο πέρα από τον καθημερινό, απλά εξέφραζε κάτι διαφορετικό, κάτι που φώτιζε μια άλλη πλευρά. Αυτό συνέβη με τον πολιτισμό και τις αξονικές θρησκείες του, που έκανε τον άνθρωπο υποχείριο μίας πίστης, τον περιόριζε και του έθετε «πρέπει» και φραγμούς, μετατρέποντάς τον αργά αλλά σταθερά σε καλό πολίτη. Και ένας καλός πολίτης δε θα μπορούσε να ερμηνευτεί διαφορετικά, παρά μόνο ως υπάκουος και υποταγμένος υπήκοος ενός οποιουδήποτε άρχοντα. Η τυφλή πίστη σε μια θρησκεία έφτιαχνε τους κώδικες μιας κοσμοθεωρίας. Σήμερα θεωρείται ότι οι οργανωμένες θρησκείες έχουν ατονήσει και ότι οι άνθρωποι έχασαν την πίστη τους στο θεό, ιδιαίτερα στον δυτικό κόσμο. Στην πραγματικότητα αυτό δεν είναι αλήθεια· απλώς η τελετουργία αρχίζει να προσαρμόζεται στον τεχνολογικό τρόπο ζωής.

Ο καθένας πλέον μπορεί να παριστάνει τον άοκνο «μύστη» μιας παγκόσμιας και καθολικής θρησκείας, τον εκλεκτό «ιεροφάντη» της τεχνολογικής «αλήθειας», απλώς με το πάτημα μερικών πλήκτρων. Και αυτή η θρησκεία γίνεται μέρα με την μέρα όλο και πιο ελκυστική. ενημερώνει, διασκεδάζει, εκτονώνει, κατευθύνει. Αποφασίζει για σένα, πριν από σένα, για κάθε σου σκέψη, κάθε σου κίνηση, ενώ παράλληλα σού παρέχει την «δυνατότητα» να αυταπατάσαι πως επιλέγεις «ελεύθερα» μόνος σου. Κάθε δημιουργική ιδιαιτερότητα οφείλει να σιωπήσει για πάντα, να ομογενοποιηθεί, όσο πιο σύντομα γίνεται, ώστε να προχωρήσει με επιτυχία η ενοποίηση της παγκόσμιας κυριαρχίας. Ένα παγκόσμιο «έθνος», που θα μιλά, θα γελά(;), θα βαδίζει και θα δρα, με τον τρόπο που οι εξουσιαστές θα έχουν επιλέξει. Μια ανθρωπότητα καθόλου, μα καθόλου, ανθρώπινη. Γιατί, λοιπόν, να κοιτάς τ’ αστέρια στον ουρανό, όταν μπορεί να σου τα προσφέρει μια επίπεδη οθόνη, απ’ την «ασφάλεια» του σπιτιού σου και μάλιστα σε μεγαλύτερη ανάλυση απ’ όση είναι σε θέση να σου προσφέρουν τα μάτια σου; Τί σε νοιάζει αν απόψε η «ζώνη» του Ωρίωνα φαίνεται καθαρά με γυμνό μάτι; Αφού δεν μπορείς να της κάνεις τουλάχιστον ένα «like» τότε μην ασχολείσαι, δεν αξίζει τον κόπο…

Η γοητεία της καθαρής ύπαρξης φθίνει μέρα με τη μέρα. ο ήχος του ποταμού στο αδιατάραχτο σκοτάδι, τα ίχνη των λύκων στο φρέσκο χιόνι, η σιωπή του θανάτου, όταν οι τελετές κάνουν πέρα. Γιατί ούτε και ο νεκρός ακόμη δεν δικαιούται λίγη ησυχία στην εποχή της πλαστικής μιζέριας. Η σιωπή είναι πλέον μια ευγενής πολυτέλεια, τόσο δυσεύρετη όσο και χρόνος για να την απολαύσεις. Ο βόμβος του πολιτισμού καλύπτει γοργά τα πάντα σαν μαύρος ίσκιος. Οι άνθρωποι περιφέρονται στις πόλεις σχεδόν μόνιμα με ακουστικά στα αυτιά, με τα βλέμματα αχόρταγα καρφωμένα σε οθόνες, με τα δάχτυλά τους να κλείνουν μηχανικά γύρω από ένα νέο, τεχνολογικό «θαύμα». Οι αισθήσεις τους είναι παραδομένες στο μεγάλο, ψηφιακό φαγοπότι. Μόνο που δεν έχουν καταλάβει πως το γεύμα είναι οι ίδιοι. Και πώς να το αντιληφθούν όταν το κράτος τους κερνάει καθημερινά ξεχνατέξ, λησμονίλ και αμνησιαζόλ με χίλιους-δυο τρόπους; Η κυριαρχία προχωράει με τόσο γοργά βήματα το σχέδιο της πλήρους υποταγής συνειδήσεων, ώστε σκέψεις που μερικούς μήνες πριν θα φάνταζαν τουλάχιστον αστειότητες τις βλέπεις να παρουσιάζονται υλοποιημένες μπροστά σου, ως κομμάτι του εφιαλτικού τώρα.

Με άλλα λόγια, πέρα από την τυφλή πίστη στα υλικά μέσα του σύγχρονου πολιτισμού και ιδιαίτερα στα τεχνολογικά της επιτεύγματα και στο χρήμα που μάλιστα απέκτησε αυταξία, η θρησκεία δεν έχασε τις δυνάμεις της. Εξακολουθούν να γίνονται θρησκευτικοί πόλεμοι, οι εκκλησίες κατέχουν σε όλον τον κόσμο τεράστιες περιουσίες, ασκούν έλεγχο και πολλοί εξουσιαστές δείχνουν μεγάλη προθυμία να ταυτίσουν την πολιτική τους με κάποιο θρησκευτικό λόμπι, που λειτουργεί ανταγωνιστικά προς κάποιο άλλο. Η ωμότητα και η επικράτηση του ορθολογισμού δεν εξάλειψε τη θρησκεία, αλλά την αντιμετώπιση του κόσμου ως ολότητα, την υπερβατικότητα και την διευρυμένη αντίληψη των ανθρώπων για όλο το σύμπαν που τους περιβάλλει, τον σεβασμό για κάθε ζωή και ύπαρξη, ακόμη και για τις πέτρες, που με τόση μανία εξορύσσει. Ο παράδεισος των πρωτόγονων φυλών δεν ήταν επουράνιος, οι θεοί τους, που αρχικά ήταν τόσοι πολλοί όσοι και τα πλάσματα που υπήρχαν στον πλανήτη, είχαν και μια πρακτική σημασία. Όταν έγιναν μόνο επουράνιοι κριτές, απομακρύνθηκαν από τους ανθρώπους, έγιναν μια αφηρημένη δύναμη που όλοι έπρεπε να υπακούν, αλλά κανείς να μην γνωρίζει, πέρα από το ιερατείο.

Η ζωή ως εικονική πραγματικότητα, η ύπαρξη ως εικόνα, δίνουν ένα άλλο νόημα στον άνθρωπο, εξομοιώνουν το σώμα του με την εικόνα του, φέρνοντας στο φως τον παγκοσμιοποιημένο άνθρωπο, αυτόν που ο Μάμφορντ ονόμασε μετά-ιστορικό. Η παγκόσμια μηχανή, που τρέφει την εικόνα του, δαπανά διαρκώς παγκόσμια ενέργεια για να κινηθεί. Είναι εξαρτώμενη, λοιπόν, από τη φύση, όσο κι αν πιστεύει στην αυτοδυναμία της. Η διαδικτυακή ζωή δαπανά όχι μόνο φυσικούς πόρους, αλλά και ανθρώπινους, διασπά και διασκορπίζει το πνεύμα και τα συναισθήματα, μάς αποκολλά από την αρχική ανθρώπινή μας υπόσταση. Είναι ο καθρέφτης που μας μεταμορφώνει σε εξαρτήματα. Χρειαζόμαστε συγκέντρωση, ώστε να αντιληφθούμε τον εαυτό μας μέσα σε έναν ενωμένο κόσμο, στην ενιαία μας ύπαρξη. Η Αναρχία είναι το χέρι που δουλεύει το ξυλόγλυπτο της ζωής μας· αφαιρώντας τα περιττά υλικά, μορφοποιεί την ιδιαιτερότητα του καθενός.

Η άνοδος στον ουρανό για τις πρώιμες φυλές είναι σύμβολο της υπέρβασης του ίδιου του ανθρώπου, που τον απελευθερώνει και δεν τον κρατάει δέσμιο. Είναι πολύ χαρακτηριστικό ότι, όταν οι ιεραπόστολοι διέτρεξαν όλον τον τότε πρωτόγονο κόσμο, για να τον «σώσουν» και να τον οδηγήσουν με το ζόρι στον δικό τους θεό, στο όνομα των βασιλιάδων τους, ερμήνευαν το καινούριο για αυτούς με τους δικούς τους εξουσιαστικούς όρους. Ο Εδουάρδο Γαλεάνο, όταν αναφέρεται στην «ανακάλυψη» της Αμερικής το 1492, λέει: Το 1492 οι αυτόχθονες ανακάλυψαν ότι ήταν Ινδιάνοι, ανακάλυψαν ότι ζούσαν στην Αμερική, ανακάλυψαν ότι ήταν γυμνοί, ανακάλυψαν ότι υπήρχε αμαρτία, ανακάλυψαν ότι όφειλαν υπακοή σε ένα βασιλιά και μια βασίλισσα ενός άλλου κόσμου και σε ένα θεό ενός άλλου ουρανού κι ότι εκείνος ο θεός είχε επινοήσει την ενοχή και τα ρούχα και διέταζε να καεί ζωντανός όποιος λάτρευε τον ήλιο, το φεγγάρι, τη γη και τη βροχή που την ποτίζει.

Το πνεύμα των ανθρώπων προσανατολίζεται προς διαφορετικές κατευθύνσεις σε κάθε εποχή. Σήμερα που η τετράγωνη λογική, ο οχετός πληροφοριών και η τεχνολογική καινοτομία είναι το παν, αυτό που προέχει είναι ο επιμερισμός της γνώσης, η εξειδίκευση, η αποσπασματικότητα. Σε εποχές, όμως, που το βλέμμα των ανθρώπων δεν σκόνταφτε σε ορθογώνια οικοδομήματα, αλλά ταξίδευε πέρα από τον ορίζοντα, ήταν φυσικό, χωρίς δεύτερη σκέψη, να αντιλαμβάνονται τον κόσμο σφαιρικά, συνολικά, να βλέπουν ότι η μετακίνηση και μιας πέτρας ακόμη μπορεί να είχε συνέπειες και να πυροδοτούσε μια αλλαγή. Αναλόγως και οι θρησκείες κινούνται γύρω από έναν διαφορετικό πυρήνα. Σε πιο πρώιμες κοινότητες ανθρώπων το συλλογικό πνεύμα διατηρεί σαμανιστικά χαρακτηριστικά, σε πιο γεωργικές κοινωνίες, που δομούνται με βάση την ιδιοκτησία, ο κόσμος αποκτά μια αξία και μάλιστα ανταλλάξιμη, τα πάντα υπάρχουν για να ή επειδή αξίζουν κάτι. Έτσι, όπου το ιδιοκτησιακό καθεστώς επικράτησε –στα περισσότερα μέρη του πλανήτη–, οι θεοί έρχονται να δείξουν στους ανθρώπους την αξία των πραγμάτων, πόσο κοστίζει η αμαρτία και η συγχώρεση.

Ο σαμανισμός είναι χαρακτηριστικός των κυνηγετικών φυλών. Η ζωή του κυνηγού είναι αβέβαιη και πολύ επικίνδυνη. Ο σαμάνος είναι κι αυτός ένας πνευματικός κυνηγός, που αναζητά πνεύματα. Έβγαινε από το σώμα του, όπως πιστευόταν και άλλαζε συχνά μορφές, ερχόμενος σε επαφή με το πνεύμα που περιέβαλε καθετί στον γήινο και επουράνιο κόσμο. Κυνηγετικές φυλές στη Σιβηρία, στη Γη του Πυρός και αλλού πιστεύουν ότι οι σαμάνοι μπορούν να βγαίνουν από το σώμα τους και να επικοινωνούν με τους θεούς, όπως έκαναν στην «χρυσή εποχή» όλοι οι άνθρωποι. Η διαδικασία αυτή επιτυγχάνεται μέσα από την κατάλληλη εκπαίδευση, που οδηγεί τον σαμάνο σε έκσταση, μέσα από κατάλληλα τελετουργικά. Αυτή η επαφή με το θείο προϋποθέτει ένα είδος «θανάτου», που θα συμβάλει στην υπέρβαση. Στον σαμανισμό ιδιαίτερο ρόλο παίζουν τα ζώα. Μάλιστα, θεωρείται ότι οι σαμάνοι κατέχουν την ικανότητα που είχαν όλοι οι άνθρωποι της «χρυσής εποχής», να συνομιλούν με τα ζώα. Για παράδειγμα, οι Ίνουιτ της Γροιλανδίας, όταν έχουν λιγοστά θηράματα φώκιας, που δεν τους φτάνουν για να επιβιώσουν, στέλνουν ένα σαμάνο να μιλήσει με την Κυρά των ζώων, καθώς ξέρει την γλώσσα. Στις γεωργικές κοινωνίες ο σαμανισμός δεν ευδοκιμεί· αυτό που έχει σημασία είναι ο εξευμενισμός της άγριας πότνιας θηρών, της θυμωμένης κυρίαρχης θεότητας της γης μέσα από θυσίες. Η πότνια θηρών, που απαντάται σε πολλά μέρη του κόσμου, είναι άγρια, αιμοβόρα και θέλει διαρκώς ανταλλάγματα.

Η στενή σχέση των κυνηγών με τα ζώα που αναγκάζονταν να σκοτώσουν συνδέεται ενδεχομένως με όλους αυτούς τους μύθους. Ουσιαστικά ο άνθρωπος κατάφερνε να σκοτώσει τα θηράματά του, όχι επειδή ήταν πιο δυνατός, αλλά με νέα όπλα και τεχνικές. γεγονός που τον έκανε να νιώθει πιο μεγάλο σεβασμό για τα ζώα, που δε θεωρούσε κατώτερα, αλλά ίσα με αυτόν, κομμάτι του κόσμου του. Οπότε, προέκυπτε ένα δίλημμα, που ο μύθος καλούνταν να εξισορροπήσει: φόνος ή πείνα. Μέσα από την εξέλιξη της τεχνικής τους οργανώθηκαν καλύτερα και μέσα από τον λόγο άρχισαν να δουλεύουν ομαδικά, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι παραμέλησαν τον μύθο, που μεταμόρφωνε τα πάντα, όπως το κοπίδι του ξυλογλύπτη δίνει σχήμα σε ένα κομμάτι δέντρου. Η αφήγηση συνέδεε τα πράγματα, δεν τα διέκρινε σε κατηγορίες, όπως συμβαίνει σήμερα. Οι κατηγοριοποιήσεις τέθηκαν πολύ αργότερα, όταν ο πολιτισμός είχε επιτελέσει καλά το έργο του στο πνεύμα των ανθρώπων. Πάντως, όπως δείχνουν τα πράγματα, ακόμη και στις πολύ πρώιμες φάσεις της γεωργίας, όταν ακόμη το φύτρωμα ενός σπόρου ήταν ένα θαύμα της φύσης και όχι μια καλή ή κακή παραγωγή που θα πουληθεί, αυτή η ενότητα του κόσμου δεν είχε ακόμη διαρραγεί. Οι άνθρωποι δεν έβλεπαν ακόμη τις καλλιέργειες ως ιδιοκτησία, ήταν οι ίδιοι μέρος της γης και όχι η γη ένα μέρος δικό τους. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι οι Σάξονες, μιας και δεν πίστευαν στην ιδιοκτησία της γης, αλλά στο δικαίωμα σε όποιον μοχθούσε να κρατήσει την σοδειά που καλλιέργησε.[1]1 Φυσικά αν η σοδειά μέλους της φυλής για κάποιον λόγο καταστρεφόταν, τα υπόλοιπα μέλη τού έδιναν μέρος της δικής τους, ώστε να μην λιμοκτονήσει αυτός και η οικογένεια του. Ένας… καλός, όμως, άνθρωπος, ο πολύς Ιούλιος Καίσαρας, θέλησε να τους βγάλει από τέτοιες… μίζερες καταστάσεις και αφού κατέσφαξε όσους μπορούσε, τους υπόλοιπους τους εκπολίτισε με το στανιό. Γρήγορα, όμως, ο γεωργός και ο κτηνοτρόφος, με τη διαδικασία της φυλάκισης που ήδη περιγράψαμε, έκαναν τον κόσμο ένα χρήσιμο εργαλείο, που έπρεπε να κατέχουν.

Στον αρχαιοελληνικό πολιτισμό, θεότητες όπως η Αθηνά, πέρα από προστάτιδα των ηρώων (Ηρακλής, Οδυσσέας), των καλών τεχνών, των επιστημών και του πνεύματος, είναι και υπέρμαχος της ηθικής τάξης και της «ευημερίας». Για αυτό και είναι η αγαπημένη των ευρωπαίων μοναρχών που χρήζουν εαυτούς σύγχρονους ήρωες. Ο Απόλλωνας εκφράζει από την πλευρά του την κυριαρχία του πολιτισμού. Όταν ο Μαρσύας (σάτυρος από τη Φρυγία) κάλεσε τον Απόλλωνα σε μουσικό αγώνα και νικήθηκε, για τιμωρία του γδάρθηκε ζωντανός. Δεν ήταν η ήττα του αυλού από την λύρα, αλλά του διονυσιακού απολίτιστου από τον πολιτισμένο θεό του φωτός. Δεν είναι να απορεί κανείς που ο Λουδοβίκος XIV επέλεξε και αυτός να αυτοαποκληθεί θεός ήλιος.

Είναι χαρακτηριστικό, ότι οι αξονικές μονοθεϊστικές θρησκείες, επηρεασμένες από τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη, χρησιμοποίησαν την ιστορική αλήθεια και απέρριψαν την αξία του μύθου. Οι Εβραίοι, οι Χριστιανοί και οι Μουσουλμάνοι πιστεύουν ότι ο θεός είναι ενεργή δύναμη της ιστορίας και μπορεί να βιωθεί μέσα από πραγματικά γεγονότα αυτού του κόσμου. Οι μονοθεϊστές προσπάθησαν να εναρμονίσουν κατά καιρούς την ορθολογική βάση της φιλοσοφίας με τη θρησκεία. Η άποψη ότι η λογική παρασύρεται στη βαρβαρότητα από το χάος των αισθήσεων και του πάθους μοιάζει με αυτή της Ρώμης, πηγής ορθολογισμού και νόμων, που ταπεινώθηκε από τα βαρβαρικά φύλα. Το να περιγράφει κανείς το μύθο με τη λογική είναι, όπως λέει η Άρμστρονγκ, «σα να προσπαθεί να φάει τη σούπα με το πιρούνι». Ο μύθος του «χρυσού γένους» στους πρώιμους πολιτισμούς δεν ήταν μια υπόσχεση για μεταθανάτια ζωή, όπως συνέβη με τις αξονικές θρησκείες, που προσέφεραν ένα αντάλλαγμα για υποταγή σε αυτή τη ζωή. Ο μύθος του «χρυσού γένους» ήταν η αφήγηση της παροντικής ζωής, η απόλαυσή της μέσα σε ένα νέο νόημα.

σύντροφοι για την Αναρχική απελευθερωτική δράση

Δημοσιεύθηκε στην αναρχική εφημερίδα ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ.133, Δεκέμβριος 2013

[1] Πολλοί αρχαίοι λαοί, αν και ζούσαν σε γεωργικές κοινωνίες, διατήρησαν για αιώνες την πίστη τους στην α-κτημοσύνη. Βλέπουμε, λοιπόν, πως υπήρχαν τα ιστορικά παραδείγματα για τους επαναστάτες σοσιαλιστές (που λίγο αργότερα μετονομάστηκαν αναρχικοί) και τον Μπακούνιν, να στηρίξουν μια στάση ζωής πιο κοντά στην Αναρχία, όπως στο ζήτημα της καλλιέργειας. Πρότειναν τον κολεκτιβισμό, μια πρόταση ιδιαίτερα ριζοσπαστική για τα δεδομένα της εποχής, αλλά σίγουρα όχι αναρχική. Για την Αναρχία η Γη δεν ανήκει σε κανέναν παρά μόνο στον εαυτό της.

(Συνεχίζεται)

Both comments and trackbacks are currently closed.
Αρέσει σε %d bloggers: