Οι ρίζες της αναρχίας εις το «χρυσούν γένος», (Μέρος ε΄)

Στη Λατινική Αμερική αντίστοιχες ιστορίες του χαμένου παραδείσου που ακολουθούνται από έναν κατακλυσμό, είναι διάσπαρτες. Στον μύθο των Πουρέπετσα, στο Μεξικό, υπήρχε μία εποχή που ζούσαν μόνο ζώα στη γη, που μεγάλωναν ανενόχλητα. Ο βασιλιάς του κόσμου, ο Τουκούπ Ατσά έφτιαξε μια γυναίκα και έναν άνδρα από χώμα, αλλά το νερό τους διέλυσε, όταν πήγε στο ποτάμι να τους πλύνει. Γι αυτό τους έφτιαξε από στάχτη, αλλά και πάλι διαλύθηκαν στο νερό. Έτσι, τους έφτιαξε από μέταλλο κι αυτοί όχι απλώς δε διαλύθηκαν, αλλά πολλαπλασιάστηκαν και έφτιαξαν τις φυλές της γης. Έπειτα από αυτό όμως ακολούθησε ο κατακλυσμός, από τον οποίο επέζησε μόνο ο Τέσπι και η οικογένειά του, αφού έφτιαξε ένα μεγάλο κανό, όπου, εκτός από τους δικούς του, έβαλε και όλα τα ζώα. Ταξίδεψαν για καιρό στα κύματα, φτάνοντας μέχρι τα σύννεφα. Τελικά, έστειλε τα πουλιά να δουν εάν σταμάτησε ο κατακλυσμός. Επέστρεψε ένα κολίμπρι, που έφερε στα φτερά του τις αντανακλάσεις της φύσης και στο ράμφος του ένα λουλούδι. Έτσι, ο Τέσπι πήρε το μήνυμα και επέστρεψε στη στεριά. Σε έναν θρύλο των Ίνκας, στο Περού, η λίμνη Τιτικάκα παρουσιάζεται ως μια εύφορη κοιλάδα, όπου οι άνθρωποι ζούσαν ήσυχοι κι ευτυχισμένοι και τίποτε δεν τους έλειπε. Η γη ήταν πλούσια και έδινε στους ανθρώπους ό,τι χρειάζονταν. Οι Άπους, οι θεοί των βουνών, προστάτευαν τους ανθρώπους που κατοικούσαν στην περιοχή και δεν υπήρχαν ούτε βίαιοι θάνατοι, ούτε μίσος, ούτε ανταγωνισμός. Απαγορευόταν, μόνο, να κατέβουν στο εσωτερικό του βουνού και να φτάσουν στην Ιερή Φωτιά. Για καιρό ζούσαν χωρίς να σκεφτούν να παραβούν τον κανόνα, αλλά το κακό πνεύμα τους έβαλε να αποδείξουν τη γενναιότητά τους. Έτσι, αυτοί, παρασυρμένοι από την πρόκληση, παράκουσαν την απαγόρευση και κατέβηκαν, με αποτέλεσμα χιλιάδες πούμα να ξεπηδούν από το βουνό και να τους επιτίθενται. Ο θεός Ήλιος από τη στεναχώρια του για τους ανθρώπους έβαλε τα κλάματα και προκάλεσε πλημμύρα. Από την πλημμύρα μόνον ένας άνδρας και μια γυναίκα κατάφεραν να σωθούν. Όταν ο Ήλιος σταμάτησε να κλαίει, διαπίστωσαν ότι όλοι είχαν πνιγεί και τα πούμα είχαν μεταμορφωθεί σε πέτρες. Για αυτό και η λίμνη ονομάστηκε Τιτικάκα (η λίμνη των πέτρινων πούμα).

Υπάρχουν όμως και πιο ξεκάθαρες αναφορές των θρύλων των Ίνκας στην «χρυσή εποχή». Πάλι στην βορεινή όχθη της λίμνης Τιτικάκα ζούσαν κάποιοι άνθρωποι σαν άγρια ζώα, χωρίς θρησκεία, νόμους και πόλεις. Κυκλοφορούσαν ολόγυμνοι και δεν ήξεραν να καλλιεργούν την γη. Έμεναν σε σπηλιές και έτρωγαν φυτά και ωμό κρέας. Ο Ίντι όμως, ο θεός του Ήλιου, θέλησε να τους εκπολιτίσει και ζήτησε από τον γιο του Αγιάρ Μάνκο και την κόρη του Μάμα Όσλιο να κατέβουν στη γη και να φτιάξουν μια αυτοκρατορία εκεί που το ραβδί τους θα χωνόταν στη γη (προφανώς για να είναι καλλιεργήσιμη), να εκπολιτίσουν τους ανθρώπους και να τους μάθουν να τιμούν το θεό Ήλιο. Έτσι έφτιαξαν την πρώτη πόλη. Μάλιστα οι δύο θεοί αναδύθηκαν μέσα από την Τιτικάκα με πολυτελή ρούχα και αστραφτερά κοσμήματα, με αποτέλεσμα η επιβλητική τους παρουσία να τρομάξει τους ανθρώπους. Σταδιακά τους προσέγγισαν και τους δίδαξαν να φτιάχνουν σπίτια, να καλλιεργούν τη γη, να υφαίνουν, να ντύνονται, να μαγειρεύουν και να φροντίζουν τα σπίτια και τα παιδιά τους και οι δύο θεοί έγιναν οι πρώτοι βασιλιάδες των Ίνκας.[1]

Οι ιστορίες των Αζτέκων δίνουν τη δική τους εκδοχή για τη δημιουργία του κόσμου, περιγράφοντας και αυτοί τις πρώτες κοινότητες ανθρώπων που ζούσαν σε μια «χρυσή εποχή», που χάθηκε μετά από μια μεγάλη καταστροφή. Η δική τους απάντηση στο ερώτημα πώς δημιουργήθηκε ο κόσμος δίνεται με την εκδοχή των Πέντε Ήλιων, που για αυτούς είναι το κλειδί για τις αναγεννήσεις του κόσμου. Οι μύθοι αυτοί δέχτηκαν μεταβολές με το πέρασμα του χρόνου και προσαρμόστηκαν στις επιταγές του εκάστοτε πολιτισμού, συνταιριάζονταν δηλαδή με τα σχέδια της εκάστοτε εξουσίας. Έτσι ο μύθος αυτός, που αφορά τη δημιουργία του αρχαίου Μεξικό, αναπροσαρμόστηκε από τους Αζτέκους και γνώρισε διαφορετικές παραλλαγές και μέσα στην αυτοκρατορία τους. Ωστόσο, κάποια βασικά στοιχεία έμειναν σταθερά και κοινά. Η ιστορία των πέντε Ήλιων είναι μια ιστορία γέννησης-καταστροφής-αναγέννησης. Κάθε Ήλιος είναι μια νέα γέννηση του κόσμου. Κάθε ένας περιγράφει μια άλλη φάση του κόσμου που έχει υπάρξει. Παρουσιάζει δηλαδή αναλογίες με τα «γένη» του Ησίοδου.

Στην αρχή, λοιπόν, ήταν το κενό, μέχρι που ο διπλός θεός των Αζτέκων Ometecuhtli/Omecihuatl δημιούργησε τον εαυτό του. Αυτή η περιγραφή ταιριάζει στη φιλοσοφία της μυθολογίας τους, που θέλει κάθε ύπαρξη στην αρχική της ενότητα να ενέχει τα αντίθετά της πριν διασπαστεί. Έτσι, ο θεός αυτός ήταν καλός και κακός, χάος και τάξη, αρσενικός και θηλυκός. Έτσι, μπορούσε να αναπαραχθεί μόνος του και έκανε τέσσερα παιδιά, που αντιστοιχούσαν στα σημεία του ορίζοντα και πρωταγωνιστούν στις ιστορίες που συνοδεύουν κάθε Ήλιο (φάση του κόσμου). Οι τέσσερις αυτοί θεοί δημιούργησαν τον κόσμο και όλα τα πλάσματά του. Ο άνθρωπος δημιουργήθηκε στην περίοδο του δεύτερου Ήλιου, του Ήλιου-Ανέμου. Οι πρώτοι άνθρωποι ζούσαν μέσα σε ξηρούς καρπούς Pinon και η ζωή τους ήταν ευτυχισμένη. Είναι ενδιαφέρον ότι στο τέλος αυτής της εποχής άρχισαν να διαφθείρονται και αυτή ήταν η αιτία της πτώσης τους. Μετατράπηκαν σε μαϊμούδες και ο θεός που τους δημιούργησε (ο Quetzalcoatl, που αντιστοιχεί στην Ανατολή) τους τιμώρησε με τυφώνα, που έδιωξε μακριά τις μαϊμούδες. Αυτό ήταν και το τέλος του δεύτερου Ήλιου. Μεσολάβησαν και άλλες περιπέτειες των Θεών και τελικά φτάσαμε στον Πέμπτο Ήλιο, ο οποίος είναι αυτός στον οποίο ζούμε τώρα και το όνομά του σημαίνει «ο γεμάτος πόνο (πληγές)».

Αντίστοιχη διαδοχή κόσμων έχουμε στις ινδικές βέδες, οι οποίες είναι ένα σώμα μεγάλων κειμένων στα σανσκριτικά, που αποτελούν την παλαιότερη σωζόμενη λογοτεχνία τους. Θεωρούνται ένα είδος αποκάλυψης, που δεν έχουν γραφεί από άνθρωπο. Η ινδουιστική κοσμολογία και η αντίληψή της για τον χρόνο μοιάζει πολύ με τις σύγχρονες επιστημονικές απόψεις για τον χρόνο και μάλιστα θεωρεί ότι το λεγόμενο Big Bang δεν είναι η αρχή των πάντων, όπως πιστεύουν οι επιστήμονες, αλλά η αρχή του παρόντος κύκλου, που διαδέχεται έναν άπειρο αριθμό από σύμπαντα και ακολουθείται από έναν άπειρο αριθμό από σύμπαντα επίσης. Περιλαμβάνει, ακόμη, έναν άπειρο αριθμό κόσμων σε μια δεδομένη στιγμή. Σύμφωνα με την ινδουιστική κοσμολογία, η ζωή στο σύμπαν δημιουργείται και καταστρέφεται μία φορά κάθε 4,1 με 8,2 δισεκατομμύρια χρόνια, που αντιστοιχεί σε μια πλήρη ημέρα και νύχτα για τον Βράχμα, το θεό της δημιουργίας. Η διάρκεια της ζωής του ίδιου του Βράχμα μπορεί να είναι 311 τρισεκατομμύρια χρόνια… περίπου. Οι κύκλοι θεωρείται ότι επαναλαμβάνονται όπως οι εποχές, με την αύξηση και μείωση μέσα σε έναν ευρύτερο χρονικό κύκλο δημιουργίας και καταστροφής του σύμπαντος. Όπως ο κύκλος των τεσσάρων εποχών για μας, κάθε yuga περιλαμβάνει στάδια ή σταδιακές αλλαγές, όπου η γη και η συνείδηση της ανθρωπότητας περνάει ως σύνολο. Ένας σύνθετος κύκλος yuga από την υψηλή «χρυσή εποχή» του διαφωτισμού σε μια σκοτεινή εποχή και πάλι πίσω λέγεται ότι προκαλείται από την κίνηση του ηλιακού συστήματος γύρω από ένα άλλο αστέρι. Αυτά πίστευαν άνθρωποι, που από πολλούς σήμερα θα αντιμετωπίζονταν ως οπισθοδρομικοί, γιατί δεν έγιναν υπηρέτες της εξέλιξης.

Είναι σημαντικό εδώ να κάνουμε μια μικρή παρένθεση, μιλώντας για το ζήτημα της πρωτοτυπίας. Στο κυνήγι της πρωτότυπης ιδέας, η οποία θωρακίζεται και από τα αντίστοιχα πνευματικά δικαιώματα, η σύγχρονη σκέψη εγκλωβίζεται σε μια ανούσια αναζήτηση του καινούριου. Το καινούριο αποκτά μια αυταξία, κάτι δηλαδή παίρνει αξία, μόνο και μόνο επειδή είναι καινούριο. Έτσι, όχι μόνο χάνεται η ουσία, αλλά και η σκέψη περιορίζεται σε κάτι πολύ ειδικό, σε κάτι μεμονωμένο και γίνεται α-νόητη. Αυτή η «πρωτοτυποθηρία» άλλωστε ταυτίζεται πλέον με την τεχνολογία και την καινοτομία στη βιομηχανία, σε βαθμό να γεμίζει τον κόσμο άχρηστες πολυτέλειες και ανάγκες, προσαρμοσμένη στον σύγχρονο καταναλωτικό παράδεισο. Η αναζήτηση μιας συνολικής θεώρησης του κόσμου και του σύμπαντος δεν έχει ανάγκη από καμία πρωτοτυπία, με αυτή την έννοια. Για αυτό και άνθρωποι που σκέφτονταν δημιουργικά και συνολικά, κατάφεραν με ανύπαρκτα τεχνολογικά «επιτεύγματα» να συλλάβουν το σύμπαν σφαιρικά και ολοκληρωμένα, πριν ακόμη η συνδιαλλαγή με τον πολιτισμό τούς μετατρέψει σε πιθήκους, όπως λέει ο μύθος των Αζτέκων.

Στις ιστορίες μίας φυλής του Αμαζονίου, των Ματσιγκένγκα, που για αρκετούς αιώνες κατάφεραν να μείνουν μακριά από τα σκληρά βλέμματα του πολιτισμού, υπάρχει η παράδοση των ανθρώπων της γης, που ζούσαν κάποτε υπό το άγρυπνο μάτι του ήλιου που δεν κοιμόταν ποτέ. Τότε που ο ήλιος έμενε σταθερός και δεν σκοτείνιαζε ποτέ, οι άνθρωποι της γης έμεναν μόνιμα σε μια περιοχή που έμοιαζε με αυτήν του «χρυσού γένους»: το φως του ήλιου ήταν πολύ δυνατό, δεν υπήρχε συμφορά, ούτε άνεμος, ούτε βροχή. Οι γυναίκες γεννούσαν γερά παιδιά και το φαγητό ήταν άφθονο και εύκολο να το βρουν. Όταν πεινούσαν, απλώς άπλωναν το χέρι στο νερό και έπιαναν ένα ψάρι ή πετύχαιναν τα ζώα που ήθελαν να φάνε, χωρίς να τα σημαδεύουν καν. Δεν τους έλειπε το φαγητό, ούτε υπήρχε πόλεμος. Οι άνθρωποι της γης ήταν σοφοί, δυνατοί, γαλήνιοι και ενωμένοι, ήσυχοι, χωρίς θυμό. Ακόμη και ο θάνατος ήταν απλώς ένα πέρασμα. Όσοι πέθαιναν, επέστρεφαν ως ψυχές και έμπαιναν στο πνεύμα των καλύτερων. Έτσι, δεν πέθαιναν. Όμως μια μέρα ο ήλιος άρχισε να πέφτει. Οι άνθρωποι της γης, για να τον επαναφέρουν και να τον κρατήσουν σταθερό, άρχισαν να περπατούν και έτσι έγιναν οι άνθρωποι που περπατούν. Τότε άρχισε η εποχή που κρύωναν, που πεινούσαν, γιατί δεν έβρισκαν πάντα φαγητό και κάποιες φορές έπεφτε σκοτάδι και βροχή, που συχνά κατέληγε σε πλημμύρες. Έτσι, οι ψυχές έχασαν τη γαλήνη τους, κάθε τι έχασε την ενότητά του και όλα πέθαιναν. Μόνος τρόπος για να επαναφέρουν κάθε φορά τον ήλιο και να κρατηθούν ζωντανοί ήταν να περπατούν. Όσοι έμειναν πίσω σταθεροί και δεν μετακινήθηκαν πέθαναν.

Κάποιοι άρχισαν τους πολέμους, αλλά ουσιαστικά αυτή είναι η εποχή που ήρθαν σε επαφή με τον πολιτισμό και είτε πέθαναν από ασθένειες είτε αλλοτριώθηκαν από τον πολιτισμό των κατακτητών (με στρατιωτική περιβολή, χριστιανική ή με κασετοφωνάκια και στυλό ως εθνολόγοι δεν έχει διαφορά). Ήταν η εποχή που έπαψε η ελευθερία τους και για να επιβιώσουν, έπρεπε να μετακινούνται μέσα στις ζούγκλες του Αμαζονίου, ζώντας σε πολύ μικρές φυλές λίγων ή ελάχιστων ατόμων. Έτσι, απομακρύνθηκαν μεταξύ τους και διασκορπίστηκαν. Ένας τρόπος υπήρχε, για να διατηρήσουν τη μνήμη τους και να μαθαίνουν ο ένας τα νέα του άλλου, όσο ήταν μακριά· ένας συνδετικός κρίκος, που θα συνέχιζε να τους ενώνει. Αυτός ο συνδετικός κρίκος βρέθηκε στους ανθρώπους που είχαν αναλάβει να ταξιδεύουν μέσα στη ζούγκλα ο καθένας μόνος του από μέρος σε μέρος, για να βρουν τις κατά τόπους μετακινούμενες μικρές κοινότητες και να τους αφηγηθούν τις ιστορίες τους. Σε αυτές το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον δεν είχαν σημασία, όπως συνέβαινε και με τους Αβορίγινες. Για τους ανθρώπους που περπατούν, οι λέξεις έχουν τη δύναμη να μεταμορφώνουν τον γύρω κόσμο. Για αυτό, οι αφηγητές των ιστοριών ήταν αυτοί που τους βοήθησαν, όχι απλώς να συνεχίσουν να επικοινωνούν, αλλά και να συνεχίσουν να ζουν.

Δυστυχώς, ο παλιός νομαδικός τρόπος ζωής περιορίστηκε αρκετά και εκπολιτίστηκαν ως τον βαθμό που τους επέτρεψαν οι κατακτητές, ώστε να αποτελούν φτηνό εργατικό δυναμικό για την επεξεργασία του καουτσούκ, με αντάλλαγμα κάποιες υποτυπώδεις «ανέσεις». Έτσι, έφτιαξαν χωριά και καλλιέργησαν τη γη, άρχισαν να εκτρέφουν ζώα και να επιδίδονται στο εμπόριο. Η ζωή τους όμως δεν είναι γραμμική, όπως οι ίδιοι πιστεύουν, και δεν ήρθε για αυτούς το τέλος, παρά τη βία που δέχονται, την εκμετάλλευση από κάθε είδους κατακτητές, αλλά και εκπολιτισμένες φυλές. Δυστυχισμένοι γίνονται όσοι έχασαν τις ιστορίες τους και όσοι έπαψαν να ακούνε τον γύρω κόσμο εξαιτίας της βουής του πολιτισμού. Πάντα όμως υπάρχει δυνατότητα, ακόμη και στα πιο δύσκολα χρόνια, να ζήσουν ξανά στην εποχή που ο ήλιος δε θα πέφτει και κάθε τι γύρω τους θα τους μιλά. Ένας τρόπος υπάρχει· ο πολιτισμός να πάψει με το βλέμμα του να τα μετατρέπει όλα σε σκυρόδεμα και ατσάλι, σαν άλλη Μέδουσα.

Ένα άλλο κοινό χαρακτηριστικό αυτών των μύθων, πέρα από την αναπόληση του χαμένου παραδείσου, είναι ότι τους συναντάμε σε λαούς που έχασαν έναν πιο αγνό τρόπο ζωής, που τον έτρεφε η φυσική πληρότητα και μπήκαν με βία και εξαναγκασμό στη μέγγενη του πολιτισμού. Στην Καραϊβική υπάρχουν μύθοι των Αραγουάκ (Arawak), ενός ειρηνικού λαού και των συγγενών τους Καρίμπ (Carib) που ήταν πιο πολεμοχαρείς και σκληροί, οι οποίοι, αφού περιπλανήθηκαν μακριά από τη σκιά του βουνού εγκαταστάθηκαν στη γη που σήμερα ονομάζεται Γουιάνα. Οι γέροι ήταν ευχαριστημένοι με τη ζωή που είχαν εκεί, αλλά οι νέοι ήθελαν να ανακαλύψουν τον κόσμο και έφτιαχναν κανό από τα γιγάντια δέντρα του δάσους, για να ταξιδέψουν. Έτσι μετακινήθηκαν απ’ το νησί και αποίκησαν αυτά που ονομάζουμε σήμερα νησιά της Καραϊβικής. Όσο ζούσαν υπό την προστασία του Ατλαντικού Ωκεανού, δεν γνώριζαν την χρήση του σιδήρου και έφτιαχναν εργαλεία από πέτρα, κόκκαλο, όστρακο ή κοφτερό πυρόλιθο. Από γενιά σε γενιά διηγούνταν ιστορίες από τους πατέρες τους για τον Αρχαίο που ζούσε ψηλά και για το πνεύμα του ήλιου Αραγουίντι (Arawidi), που ψάρευε μερικές φορές στα ποτάμια της Γουιάνα και για το γιγάντιο Κουμάκα (Coomacka), το δέντρο που μεγάλωνε ώσπου έφτασε στον ουρανό. Το στοιχείο αυτό επαναλαμβάνεται συχνά στους μύθους σχεδόν όλων των ελεύθερων φυλών, το δέντρο δηλαδή που έχει τόσο μεγάλο μέγεθος ώστε η κορυφή του χάνεται στον ουρανό. Είναι πιθανόν οι ελεύθεροι άνθρωποι, μέσα από έναν τέτοιον συμβολισμό, να αναπαρίσταναν την ολότητα του κόσμου μέσα τους. Γη και ουρανός, χθόνιο και ουράνιο στοιχείο σε μια αδιατάραχτη ενότητα. Οι Αραγουάκ, που ήταν ήσυχος λαός, φοβούνταν τους επιθετικούς Καρίμπ. Στον κόσμο τους ήταν πάντα άνοιξη ή καλοκαίρι, τα δέντρα ήταν πάντα πράσινα, η ατμόσφαιρα ήπια και ζεστή. Στο πέρασμα των αιώνων ελάχιστες αλλαγές συνέβαιναν, μέχρι τις 12 Οκτωβρίου 1492, που έφτασε ο Κολόμβος με το πλήρωμά του. Έτσι, οι Αραγουάκ, που οι πρόγονοί τους είχαν διασχίσει την άβυσσο που βρισκόταν ανάμεσα στα νησιά, ήρθαν αντιμέτωποι με την άβυσσο στο μυαλό των πολιτισμένων ανθρώπων. Οι άνθρωποι του σιδήρου υπέταξαν, όπως έγινε και σε πολλές άλλες περιπτώσεις, τους ανθρώπους του λίθου, κάνοντάς τους σκλάβους. Τελικά, τους εξολόθρευσαν και έφεραν με τη βία ανθρώπους από την Αφρική να ζήσουν στα νησιά της Καραϊβικής. Κανείς δεν θα περίμενε καλύτερη τύχη για τους Αραγουάκ, μιας και οι εντολείς του Κολόμβου ήταν ο Φερδινάνδος και η Ισαβέλλα, οι αιμοσταγείς μονάρχες της Ισπανίας, που καθιέρωσαν την Ιερά Εξέταση, δολοφονώντας και βασανίζοντας αναρίθμητους ανθρώπους. Οι μόνοι που απέμειναν από τους αρχικούς κατοίκους είναι κάποιοι από τους Καρίμπ, που ήταν και οι πιο πολεμοχαρείς.

Αξίζει να αναφερθεί ως μία ξεχωριστή περίπτωση ο Λάο Τσε με το Τάο τε Κινγκ, που έζησε τον 3ο αι. Π.χ. και πίστευε ότι ο πολιτισμός ήταν ένα λάθος που είχε εκτρέψει τους ανθρώπους από τον αληθινό Δρόμο (Τάο). Νοσταλγούσε κι αυτός σαν τον Ησίοδο, μία χρυσή εποχή, όπου οι άνθρωποι ζούσαν απλά σε μικρές κοινότητες χωρίς τεχνολογία, πολιτισμό και πολέμους. Για τους Κινέζους το τέλος της εποχής αυτής ήρθε από τον ήρωα Σεν Νουνγκ, που δίδαξε τη γεωργία στους ανθρώπους. Η καλλιέργεια της γης δημιούργησε νέα δεδομένα στις ανθρώπινες σχέσεις, στην επαφή του ανθρώπου με το υπερβατικό και έφερε τις προϋποθέσεις για την δημιουργία σχέσεων εξουσίας. Η ελεύθερη κοινότητα σβήνει σιγά-σιγά και επικρατεί η κοινωνία. Είναι χαρακτηριστικό, ότι στην εποχή του Λάο Τσε, όπως η σύγχρονή της «ελληνιστική», τα μικρά βασίλεια απορροφούνταν από τα μεγαλύτερα και η εξουσία γινόταν όλο και πιο συγκεντρωτική. Οι «προϊστορικοί» άνθρωποι συχνά αναπαριστούσαν την επιστροφή στη μήτρα, σκάβοντας βαθιές υπόγειες στοές, όπως αυτές του Λασκώ ή της Αλταμίρας. Και ο Λάο Τσε πιστεύει ότι ο σοφός άνθρωπος επιχειρεί μια αντίστοιχη κάθοδο, αναζητώντας μία πηγή υπερβατικής γαλήνης, μια υπέρτατη πραγματικότητα, σε αρμονία με τον Δρόμο του Σύμπαντος.

Ο Οβίδιος στις «Μεταμορφώσεις» του (Βιβλίο 1, σελ. 89-150) επιστρέφει στην αρχική ιστορία, για να την πει κάπως πιο ξεκάθαρα και από τον Ησίοδο: Πρώτο δημιουργήθηκε το χρυσό γένος, που ζούσε χωρίς τιμωρούς και δίχως νόμους. Τηρούσαν το δίκαιο με τη θέλησή τους και την πίστη τους. Δεν υπήρχαν ούτε ποινές, ούτε ο φόβος των ποινών, ούτε γράφονταν απειλές σε χάλκινες στήλες, ούτε κανείς παρευρισκόταν μπροστά σε σκληρά πρόσωπα, ως ικέτης, για να τον κρίνουν, παρακαλώντας για τον οίκτο τους. Δίχως κριτές οι πάντες ζούσαν μια ήρεμη ζωή. Ακόμη δεν είχε κοπεί το πεύκο από κάποιο κοντινό βουνό, για να διασχίσουν τους ωκεανούς και να επισκεφτούν άλλους αποικισμένους τόπους. Δεν υπήρχαν πόλεις περιτειχισμένες από βαθιές τάφρους, δεν ήταν γνωστά τα μέταλλα ούτε ακούγονταν οι πολεμικές σάλπιγγες, ούτε ήχοι κεράτων, ούτε υπήρχαν όπλα και κράνη. Δεν χρειάζονταν στρατούς οι άνθρωποι, ζώντας με απολαύσεις και ασφάλεια. Η γη ήταν ακόμη αχάρακτη από τον σκληρό σίδηρο, ανέγγιχτη από το άροτρο, από μόνη της πρόσφερε τροφή. Οι άνθρωποι από την πλευρά τους αρκούνταν στα δώρα που μόνη της έδινε η φύση, συλλέγοντας τα κούμαρα και τους καρπούς των δέντρων, τα κράνα και τα μούρα από τραχείς θάμνους, αλλά και τα βελανίδια που έπεφταν στη γη. Η άνοιξη ήταν αιώνια και μια γλυκιά αύρα αναζωογονούσε τα άνθη που βλάσταιναν χωρίς σπορά. Η γη δεν επιβαρυνόταν με ασήκωτους καρπούς ούτε καλλιεργούνταν, αλλά έφερε άφθονα τα σιτηρά και οι αγροί δίχως πόλεις στην κατάλληλη ώρα γέμιζαν με λευκά στάχυα, που τους έδιναν χρυσή όψη. Από τους ποταμούς έρρεαν γάλα και νέκταρ και από την καταπράσινη βελανιδιά έσταζε μέλι ξανθό. Όμως, όταν ο Κρόνος ρίχτηκε στα Τάρταρα από την εξουσία του Δία, ο κόσμος ξέπεσε· από αυτό προέκυψε ένα γένος κατώτερο, το αργυρό, που ήταν όμως ανώτερο από το χάλκινο […].[2]

Αξίζει, όμως, να ολοκληρωθεί αυτό το μέρος με την αφήγηση των Ινουίτ, που ήρθαν σε επαφή με τον πολιτισμό πολύ πρόσφατα. Για το λόγο αυτό δεν νοστάλγησαν κάποιον παράδεισο, αλλά έβλεπαν στη δημιουργία του κόσμου μια άλλη φάση της ζωής. Μάλιστα, μοιάζει να βελτιώθηκε η ζωή τους από τότε που εμφανίστηκαν στη γη, αντί να εκφυλιστεί, μετά την καταστροφή. Έτσι, στην αρχή η γη, οι πέτρες και οι λόφοι έπεσαν από τον ουρανό και έπειτα από λίγο και οι άνθρωποι. Στη δική τους δημιουργία του κόσμου -που στα παλιά χρόνια επαναλαμβανόταν από στόμα σε στόμα πολλές φορές, καθώς οι ιστορίες τότε δεν αποθηκεύονταν σε μικρά μαύρα σημάδια, όπως λένε οι ίδιοι- οι άνθρωποι ήταν πολλοί, καθώς δεν πέθαιναν, αλλά ο τόπος τους ήταν σκοτεινός και δεν έβλεπαν τίποτε. Μόνο μέσα στα σπίτια τους είχαν λάμπες που έκαιγαν νερό, που τότε ήταν καύσιμο. Τα μικρά παιδιά βγήκαν μέσα από τη γη και κρύβονταν μέσα στις ιτιές. Οι γυναίκες τους έραψαν ρούχα και τα έντυσαν. Έτσι πολλαπλασιάστηκαν και θέλησαν να αποκτήσουν σκύλους. Ένας άνδρας βγήκε με το λουρί στο χέρι, φωνάζοντας «χοκ, χοκ, χοκ!». Τα σκυλιά έτρεξαν από τους λόφους, τινάζοντας από πάνω τους την άμμο και έτσι οι άνθρωποι βρήκαν και σκυλιά. Στην περίοδο εκείνη του σκοταδιού, που οι άνθρωποι δεν ήξεραν το θάνατο, κατέκλυσαν με την παρουσία τους τη γη, μέχρι που ήρθε μια ισχυρή πλημμύρα, η οποία έπνιξε πολλούς από αυτούς. Σημάδια αυτής της πλημμύρας βρίσκουμε στα όστρακα θαλασσινών στις κορυφές των βουνών. Τότε μία από τις ηλικιωμένες γυναίκες που έλεγαν ιστορίες ευχήθηκε να είχαν φως κι ας ήταν θνητοί οι άνθρωποι. Η ευχή της εισακούστηκε και ήρθε εξίσου το φως και ο θάνατος. Και αφού είχαν μέρα, μπορούσαν να κυνηγούν και να μην αναγκάζονται να τρέφονται από τη γη, χρησιμοποιώντας τα έλκηθρά τους. Μαζί με τον ήλιο εμφανίστηκε και η σελήνη και τα αστέρια. Όταν οι άνθρωποι πέθαιναν, γίνονταν φωτεινά αστέρια στον ουρανό. Για όσους, όμως, στον ουρανό έβλεπαν θεούς και δαίμονες τιμωρούς, αλλά και Παραδείσους πολλά υποσχόμενους, που απαιτούσαν θυσίες, θα μιλήσουμε στο επόμενο μέρος.

σύντροφοι για την Αναρχική απελευθερωτική δράση

Από την αναρχική εφημερίδα ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ.130, Σεπτέμβριος 2013

[1] Γνωστοί ουφολόγοι, όπως ο Έριχ Φον Ντένικεν, ήδη απ’ την δεκαετία του ’70, θεώρησαν και μάλιστα ως δεδομένο, πως όλες αυτές οι θεότητες που εμφανίζονται σε μύθους ως εκπολιτιστές των λαών της λατινικής Αμερικής, δεν είναι φυσικά τίποτε άλλο παρά… εξωγήινοι. Τι να πει κανείς. Εμείς θα επαναλάβουμε απλώς τα λόγια του Frank Ζappa πως «στον ατμοσφαιρικό αέρα υπάρχει πλέον περισσότερη βλακεία παρά υδρογόνο». Έβλεπε μπροστά ο καλλιτέχνης, το δίχως άλλο. Καμιά φορά όμως η ηλιθιότητα αποδεικνύεται ιδιαίτερα προσοδοφόρα, όταν μάλιστα βρεθούν και καλοθελητές για να την αγοράζουν.

[2] Νεοελληνική απόδοση από την καθαρεύουσα της μετάφρασης του Αλέξανδρου Κάσδαγλη.

(Συνεχίζεται)

 

Both comments and trackbacks are currently closed.