Οι ρίζες της αναρχίας εις το «χρυσούν γένος», (Μέρος δ΄)

Σε ένα μύθο της Ινδονησίας, περιγράφεται η περιπέτεια πέντε αδερφών (τρία αγόρια και δύο κορίτσια), που ζουν στον ουράνιο κόσμο. Εξ αιτίας μίας φάρσας που σκαρώνει ο ένας αδερφός στον άλλο, ανακαλύπτουν άθελά τους, μετά από πολύ βαθύ σκάψιμο, τον κάτω κόσμο. Στην αρχή φοβούνται και στέλνουν το σκύλο τους, δεμένο με ένα σκοινί στον πάτο του λάκκου, για να εξερευνήσουν τι βρίσκεται εκεί. Όταν ο σκύλος επιστρέφει, έχει άμμο στα πόδια. Η περιέργειά τους υπερισχύει και αποφασίζουν όλοι μαζί πια (εκτός μιας αδερφής τους), συνοδευόμενος ο καθένας από ένα σκύλο, να κατέβουν στον κάτω κόσμο. Όμως τελικά εγκλωβίστηκαν για πάντα στον κάτω κόσμο, ο οποίος έγινε ο κόσμος που ζούμε τώρα. Η αδερφή τους, που μένει πίσω στον ουράνιο κόσμο, συμβολίζει την ελπίδα της επιστροφής στην ευτυχία που ζούσαν πρωτύτερα. Προφανώς και ο μύθος αυτός εκφράζει, μέσα από μια αλληγορία, την «πτώση» του ανθρώπινου γένους απ’ την κατάσταση της ελεύθερης κοινότητας στην ατέλειωτη θλίψη του πολιτισμού. Ο κόσμος που ζούμε είναι μία κάθοδος. Μάλιστα, δε φαίνεται άνευ σημασίας το ότι ο καθένας συνοδευόταν από έναν σκύλο, το ζώο που εξημέρωσε ο άνθρωπος για να του χρησιμεύει ως φύλακας. Η εξημέρωση που ενέχει την υποδούλωση της φύσης τον έδιωξε από τον παράδεισο, όπου όλοι ήταν μέρος ενός κοινού σώματος, της φύσης.

Υπάρχει όμως και η μυθολογία, που προβλέπει το τέλος του παλιού κόσμου και την αναγέννηση ενός νέου, ανανεωμένου, κοντά στη φύση. Η σκανδιναβική μυθολογία προβλέπει το τέλος του κόσμου των θεών, το Ράγκναρεκ (το λυκόφως των θεών), στην εποχή του τσεκουριού, του σπαθιού, του ανέμου και του λύκου[1]. Όλα θα καταστραφούν και ο αδερφός θα στραφεί εναντίον του αδερφού. Θα ακολουθήσει μία τεράστια καταστροφή με φωτιές, πολέμους και δηλητήριο, όπου η στεριά θα βυθιστεί στη θάλασσα, ο ήλιος θα σκοτεινιάσει και τα αστέρια θα πέσουν από τον ουρανό. Όλοι, θεοί και άνθρωποι, θα αφανιστούν, εκτός από δύο, τον Λιφ και τη Λίφθρασιρ, που θα κρυφτούν στο δέντρο του κόσμου. Θα τρέφονται από την πρωινή δροσιά και θα επιζήσουν, ενώ σιγά-σιγά ο κόσμος και οι θεοί θα ξαναγεννηθούν. Τα παιδιά του ανδρόγυνου θα ζουν στα λιβάδια της καινούριας γης, θα μιλούν με θαυμασμό για όσα έγιναν και θα βρουν στα χορτάρια τις χρυσές σκακιέρες των θεών. Θυμίζει, σε κάποιο βαθμό, τον αρχαιοελληνικό μύθο με τον Δευκαλίωνα και την Πύρρα. Υπάρχει όμως πέρα απ’ τις λεπτομέρειες και μια ουσιαστική διαφορά στους δύο μύθους· ο Λιφ και η Λίφθρασιρ δεν έχουν την παραμικρή διάθεση να ξαναστήσουν τον πολιτισμό, παρά να χαρούν την φυσική ζωή μέσα απ’ την απλότητα. Αυτό που επιθυμούν, μετά από όσα φριχτά προηγήθηκαν, είναι να τους αφήσουν οι θεοί στην ησυχία τους. Ακόμη και τις χρυσές τους σκακιέρες οι θεοί τις χαρίζουν, «ξεχνώντας» τες στα χορτάρια. Ούτε τις επιβάλουν, ούτε καν τις προσφέρουν ως δώρο. Αντίθετα, ο Δευκαλίωνας και η Πύρρα είναι επιφορτισμένοι με το «ιερό» καθήκον να ξαναφτιάξουν όσα «θαυμαστά» χάθηκαν απ’ την γιγάντια νεροποντή. Γι’ αυτό και το πρώτο που κάνουν είναι να ρίξουν πέτρες πίσω τους, απ’ τις οποίες θα ξεφύτρωναν πολεμιστές, χτίστες, οινοχόοι κ.τ.λ.. Έτσι και ο συγκεκριμένος μύθος, παρά την έντονη γοητεία που ασκεί, αποτελεί ένα απ’ τα πρώτα παγκόσμια μανιφέστα για την υπεράσπιση του πολιτισμού. Έχει ιδιαίτερη σημασία σε έναν κόσμο όπως των Βίκινγκς, όπου ο πολιτισμός δεν είχε προχωρήσει σε τόσο ασφυκτικά σχήματα, η έντονη αναζήτηση, μέσα απ’ τον μύθο, μιας ζωής ελεύθερης, απαλλαγμένης απ’ την εξουσιαστική βούληση. Η ανάμνηση μιας κατάστασης ειρηνικής και δημιουργικής πριν την επιβολή βασιλιάδων και πολέμαρχων που μετέτρεψαν την ζωή των σκανδιναβικών φυλών σε ατελείωτο λουτρό αίματος.

Το βαβυλωνιακό έπος Ενούμα Έλις αρχίζει με μια θεογονία, όπου οι θεοί προέρχονται από ένα πρωτογενές υλικό, μια άμορφη και ακαθόριστη ουσία, όπου τίποτε δεν έχει συγκεκριμένη ταυτότητα, όλα είναι αδιαχώριστα, δεν διακρίνεται ο ουρανός από τη γη και οι θεοί ήταν αξεχώριστοι από όλα τα στοιχεία της φύσης. Αυτοί οι πρώτοι θεοί παραμένουν άμορφοι, αλλά οι απόγονοί τους υπάγονται σε μία τάξη, έχουν ξεκάθαρα χαρακτηριστικά και ιδιότητες -όπως η θέση των ανθρώπων στις πόλεις- από τη στιγμή της δημιουργίας τους και θέλησαν να βάλουν σε τάξη τη φύση, όσο απομακρύνονταν από αυτήν. Οι νέοι θεοί νικούν τους παλιούς, ο Μαρδούκ νικά τον πατέρα του Έα, όπως και ο Δίας με τους νόμους του νίκησε τον πατέρα του Κρόνο. Η λατρεία έτσι πλέον αποκτά κτίσματα και ιερατείο, για να τελεστεί. Ο Μαρδούκ μετά τη νίκη του ίδρυσε τη Βαβυλώνα, η οποία αποτελούσε ένα πέρασμα στον ουρανό, όπως παλιότερα τα ιερά δέντρα και οι ιεροί στύλοι. Ακόμη και μέσα στους μύθους του πολιτισμού διατηρήθηκαν ψήγματα εκείνου του παλιού κόσμου, μέσα από τελετουργίες έκστασης (μυστήρια, διονυσιακές τελετές κ.λπ.). Απ’ την άλλη, βέβαια, η Βαβυλώνα αποτέλεσε, θα λέγαμε, το αρχέτυπο της πόλης, μιας και εκεί παρουσιάζονται και θεμελιώνονται για πρώτη φορά τα πολιτισμικά θέλγητρα που αλλοιώνουν την ανθρώπινη φύση και ουσία· συστηματική χρήση αλκοόλ στα πρώτα καπηλειά, αγοραία σεξουαλική επαφή, μηχανορραφίες και εξαπάτηση ως κανόνας των ανθρωπίνων σχέσεων, θεμελίωση της κρατικής μηχανής, παρέμβαση και έλεγχος στην καθημερινή ζωή. Δεν θα ήταν υπερβολή να πούμε πως στα σοκάκια και στις πύλες τις Βαβυλώνας, το γένος των ανθρώπων έχασε μεγάλο κομμάτι απ’ την ελεύθερη κουλτούρα του, που με τόσο κόπο και υπομονή συνέθετε ελεύθερα για χιλιετηρίδες. Το έπος Ενούμα Έλις θα μπορούσε να θεωρηθεί σήμερα, από αναρχική σκοπιά, ως ένας στιβαρός στυλοβάτης του θεσμού της πόλης. Στο κάτω-κάτω ο κρατισμός και η τεχνολογία, στα γεννοφάσκια τους τότε, δεν διέθεταν τα σημερινά πανίσχυρα μέσα υποταγής συνειδήσεων. Οπότε, τέτοιοι κρατικοί μύθοι, εμπέδωναν σε μικρούς και μεγάλους την αξία της πόλης και την αναγκαιότητα του κράτους. Δεν θα μας φανεί διόλου παράξενο αν η αρχαιολογική σκαπάνη φέρει σύντομα στο φως ευρήματα, που θα αποδεικνύουν πως το έπος αυτό διδασκόταν υποχρεωτικά τόσο μέσω του προφορικού λόγου, όσο και στους λίγους και εκλεκτούς της κρατικής μηχανής, που μάθαιναν ανάγνωση και γραφή.

Ο σουμεριακός μύθος του Γιλγαμές περιγράφει την περιπλάνηση του σοφού άρχοντα της Ουρούκ, που διέσχισε τον ωκεανό και έφτασε στα πέρατα της Ανατολής, για να βρει τα μυστικά του κόσμου και να φέρει πίσω την ιστορία της εποχής πριν από τον Κατακλυσμό. Μετά από πολλές περιπέτειες και επικίνδυνα εμπόδια βρίσκει τον πρόγονό του Ουτναπίστιμ, για να τον ρωτήσει γιατί οι άνθρωποι πεθαίνουν, καθώς και ο ίδιος είχε χάσει τον καλύτερο φίλο του. Ο πρόγονος τότε περιγράφει τη ζωή του στην πόλη Σουρουπάκ, στις όχθες του Ευφράτη, που οι άνθρωποι ζούσαν καλά, μέχρι που τους κατέστρεψε η Ιστάρ, που έφερε έναν φοβερό κατακλυσμό που κράτησε έξι μέρες. Εκείνος σώθηκε με μια κιβωτό μαζί με όλα τα ζώα και τα πλάσματα. Ο καινούριος κόσμος μετά τον κατακλυσμό ήταν θνητός. Στο έπος του Γιλγαμές, ο πρωτόγονος άνθρωπος Ενκίντου, που έχει μεγαλύτερη επαφή με τα ζώα παρά με τους ανθρώπους, εξημερώνεται από τον πολιτισμένο Γιλγαμές, όταν πια αντιλαμβάνεται ότι ο δεσμός ανάμεσα σε αυτόν και τον κόσμο έχει σπάσει. Ο Γιλγαμές, όμως, που είναι πλέον πολίτης μιας πόλης, απορρίπτει και την Ιστάρ, θεά της γεωργίας, που είναι άγρια και υπέρμαχος του πρώιμου πολιτισμού. Θα λέγαμε επίσης πως ο Γιλγαμές αποτελεί κατά μία έννοια και τον πρώτο τραγικό ήρωα. Ναι μεν αποδέχεται τον πολιτισμό, αλλά το κάνει με την καρδιά του βαριά για όλα όσα χάθηκαν. Παρ’ ότι αυτός εκπολιτίζει τον Ενκίντου, θρηνεί για την απώλεια της ελεύθερης ζωής, της άναρχης κοινότητας. Το έπος του Γιλγαμές και τα μεταγενέστερα έπη της Ιλιάδας και Οδύσσειας, έγιναν σύμβολο της επικράτησης του πολιτισμού, τουλάχιστον μέχρι την μετάλλαξη του χριστιανισμού από διωκόμενη ιουδαϊκή αίρεση και αυθόρμητο κίνημα μεταφυσικής αναζήτησης, σε οργανωμένη θρησκεία και δεκανίκι των Ρωμαίων αυτοκρατόρων. Στην εποχή του Γιλγαμές ήδη η χρυσή εποχή είναι μια ανάμνηση.

Στην Κίνα, στην εποχή του πολιτισμού, δεν υπήρχαν ιστορίες για θεούς, αλλά για προγόνους, που ζούσαν σε έναν κόσμο που είχε προηγηθεί αυτού των ανθρώπων.[2] Οι ποταμοί, τα αστέρια και οι άνεμοι είχαν τα αντίστοιχα πνεύματα. Βέβαια, ακολουθούσαν αυστηρές τελετουργίες, θεωρούσαν το βασιλιά ως εκπρόσωπο του θεού στη γη και υιοθετούσαν αρχές που ευνοούσαν την υποταγή σε ένα αυστηρό κράτος, το οποίο διαδέχτηκε η πίστη στον επίσης εκπρόσωπο του θεού στη γη… Μάο. Στην Ινδική Βέδδα διατηρήθηκε το στοιχείο της έκστασης («άνια μάνας», δηλαδή άλλο μυαλό) της χρυσής εποχής, αλλά ήταν διαχωρισμένη από την καθημερινή ζωή. Για τις ινδικές Βέδδες, όμως, θα επεκταθούμε παρακάτω. Υπάρχει επίσης η πόλη Uttarakuru των Υπερβορείων, που άλλοτε αναφέρεται ως ιστορική και άλλοτε ως μυθική περιοχή. Σε αυτήν οι άνθρωποι δεν είχαν ιδιοκτησία, οι άντρες δεν είχαν δικές τους γυναίκες και δεν έπρεπε να δουλεύουν για να ζήσουν. Το καλαμπόκι ωρίμαζε από μόνο του και το γλυκό ευωδιαστό ρύζι έβραζε στη φωτιά. Οι κάτοικοι ίππευαν αγελάδες και τα σπίτια τους ήταν χτισμένα στον αέρα. Διέθεταν όμως και βασιλιά, ο οποίος δεν αποκλείεται να προστέθηκε αργότερα στον μύθο ή την ιστορία. Ωστόσο, ο μύθος των Υπερβορείων διαθέτει πολλά πολιτισμικά στοιχεία, για αυτό και τον εντάσσουμε κυρίως στο τρίτο μέρος, όπου εξετάζονται οι πολιτισμένοι παράδεισοι.

Ένας σέρβικος μύθος, που αναπαριστά τον βιβλικό παράδεισο, από τον οποίο εξέπεσαν οι άνθρωποι, επειδή παράκουσαν τις εντολές του θεού, περιγράφει τον παράδεισο αυτό ως γήινο, όπου οι άνθρωποι δούλευαν μόνο για ευχαρίστηση, επειδή είχαν ό,τι χρειάζονταν. Ακολούθησε τρομερός κατακλυσμός από τον οποίο γλίτωσε μόνο ένας άνθρωπος, που έμεινε στην κορυφή ενός βουνού, ο Κράνιατζ, που είχε διαστάσεις γίγαντα με τεράστια δύναμη. Το νερό έφτασε μέχρι και την κορυφή του πιο ψηλού βουνού που μπορούσε να φτάσει ο Κράνιατζ και αναγκάστηκε, για να σωθεί, να αρπαχτεί από ένα κλήμα, που στην πραγματικότητα ήταν το μπαστούνι του θεού Κούρεντ, που παρά τη μοχθηρή του φύση, δέχτηκε να βοηθήσει τον γίγαντα. Για εννιά χρόνια ο Κράνιατζ ήταν κρεμασμένος από το κλήμα και έτρωγε σταφύλια, για να ζήσει. Επειδή το κλήμα τον έσωσε, υποσχέθηκε στο θεό Κούρεντ ότι θα το τιμά και θα αγαπά το χυμό του.[3] Μετά τον κατακλυσμό, οι δυο τους ανταγωνίστηκαν ποιος θα κυβερνήσει. Στη γη, κάτω από τη γη και στον ουρανό νίκησε ο Κράνιατζ σε όλους τους αγώνες που έδωσαν και έτσι ο Κούρεντ τον έκανε αυτοκράτορα του κόσμου. Ο δόλιος Κούρεντ όμως δεν έμεινε εκεί, για αυτό προσπάθησε να τον μεθύσει με το κρασί, αναμιγνύοντάς το αρχικά με ένα παραισθησιογόνο βότανο. Όταν δεν το κατόρθωσε, το ανακάτεψε με το αίμα του, με το οποίο κατάφερε να μεθύσει τον Κράνιατζ και να πάρει τις δυνάμεις του. Ο θεός τον έριξε σε έναν γκρεμό και όταν συνήλθε, είχε χάσει όλες τις προηγούμενες δυνατότητές του και δεν μπορούσε να πηγαίνει όπου ήθελε στον κόσμο όπως πριν. Είχε ξεγελαστεί από το θεό, που έγινε έτσι κυβερνήτης του κόσμου. Δεν είναι τυχαίο που ο μοχθηρός θεός τον ξεγέλασε με το κρασί· όλες οι πρωτόγονες φυλές, όπως οι Σαν, οι Αβορίγινες και οι ινδιάνοι, όταν ήρθαν σε επαφή με τον πολιτισμό, οδηγήθηκαν στο αλκοόλ και καταστράφηκαν από αυτό, προκειμένου να αντέξουν την παγίδα στην οποία τους εγκλώβισαν οι λευκοί. Αν και ο μύθος κάνει αναφορές και σε σχέσεις εξουσίας, παρόλα αυτά, μας μιλάει για την ανάμνηση μιας πιο απλής και ελεύθερης ζωή την οποία οι σλάβικες φυλές απώλεσαν με τον εγκλωβισμό τους στις πόλεις.

σύντροφοι για την Αναρχική απελευθερωτική δράση

Από την αναρχική εφημερίδα ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ.130, Σεπτέμβριος 2013

[1] Στη σκανδιναβική μυθολογία υπάρχει επίσης και ο πολύ ενδιαφέρων μύθος του γιγαντιαίου λύκου Φέρνισουλφρ. Σύμφωνα με μια παλιά προφητεία, ο Φένριρ θα προκαλέσει την πτώση του αρχαίου κόσμου, καταπίνοντας τον ήλιο και μαζί του την πτώση των θεών. Για αυτό οι θεοί τον φοβούνται πολύ και τον οδηγούν στην Άσγκαρντ, όπου τον αλυσοδένουν με μια τεράστια σιδερένια αλυσίδα, που όμως δεν είναι αρκετή, για να τον συγκρατήσει. Ξαναφτιάχνουν μια ακόμη πιο γερή αλυσίδα από σίδερο, αλλά και αυτή αποδεικνύεται ανήμπορη μπροστά στη δύναμη του γιγάντιου λύκου. Έτσι, πέρασαν στην εξαπάτηση· έβαλαν τους νάνους -οι οποίοι σε όλες τις μυθολογίες της βόρειας Ευρώπης εμφανίζονται ως άριστοι σιδηρουργοί- να φτιάξουν μια πιο προχωρημένη αλυσίδα, χρησιμοποιώντας τα εξής υλικά: ήχο από πάτημα γάτας, γυναικείο μούσι, ρίζες βουνού, πνεύμα αρκούδας, ανάσα ψαριού και σάλιο πουλιού. Τελικά, μετά από καιρό καταφέρνει να απελευθερωθεί στο Ράγκναρεκ, το λυκόφως των θεών, όπως ήδη αναφέραμε.

[2] Η πρώτη, αυθόρμητη και άδολη σχέση του ανθρώπου με τη μεταφυσική είναι αδιαμφισβήτητα η λατρεία των νεκρών προγόνων. Μία σχέση που γέννησε το δέος του ελεύθερου ανθρώπου μπροστά στο αναπόδραστο του θανάτου. Αυτή ήταν και η πρώτη θρησκεία με επιρροή στον ανθρώπινο ψυχισμό, τόσο ισχυρή που ο πολιτισμός, τουλάχιστον στις αρχαίες ελληνικές πόλεις κράτη και στην αρχαία Ρώμη, δεν μπόρεσε να την εκριζώσει. Αντιθέτως προσπάθησε και σε μεγάλο βαθμό το κατάφερε, να την αφομοιώσει ως «συμπλήρωμα» της οργανωμένης θρησκείας, που κάθε άλλο παρά αυθόρμητη και άδολη ήταν. Μια ενδιαφέρουσα ανάλυση, για το ζήτημα αυτό μπορεί κάποιος να διαβάσει στο βιβλίο του Fustel De Coulanges, Η αρχαία Πόλη.

[3] Δεν θα ήταν ούτε αναληθές ούτε υπερβολή αν λέγαμε πως η παρασκευή αλκοόλης και ο εγκλωβισμός των ανθρώπων μέσα στις πόλεις συμπίπτουν σε μεγάλο βαθμό χρονικά. Αν οι απολίτιστοι άνθρωποι το επιθυμούσαν, θα μπορούσαν να παρασκευάσουν αλκοόλη από χίλια-δυο άγρια φρούτα και σιτηρά. Δεν θα περίμεναν την επικράτηση της γεωργίας για να το πράξουν. Προφανώς, όμως, δεν χρειάζονταν τον εθισμό σε ουσίες, ούτε για να έρθουν σε κέφι ούτε ακόμη περισσότερο για να αντέξουν την καθημερινότητα. Απολάμβαναν ανεμπόδιστα την ελευθερία τους κάθε στιγμή.

(Συνεχίζεται)

Both comments and trackbacks are currently closed.