Οι ρίζες της αναρχίας εις το «χρυσούν γένος» (μέρος β΄)

Είναι πιθανόν οι ρίζες του πολιτισμού να έχουν συνδεθεί με τη γέννηση και τη θεμελίωση της έννοιας «φυλακή». Μετά την τσάπα ο άνθρωπος, που πλέον έχει γυρίσει την κλεψύδρα και η άμμος της, που συμβολίζει την ελευθερία του, χάνεται σιγά-σιγά στον χρόνο, επινοεί την πρώτη φυλακή. Εξημερώνει άγρια ζώα και τα εκμεταλλεύεται για φαγητό και ένδυση κυρίως. Η μετατροπή του ανθρώπου-κυνηγού σε άνθρωπο-κτηνοτρόφο γίνεται ακόμη ένας δυνατός βοριάς στον ανεμόμυλο του πολιτισμού. Έτσι αρχίζει η φυλάκιση και εκμετάλλευση άλλων πλασμάτων. Μαλλί, γάλα και στο τέλος κρέας και δέρμα (ανάλογα με το είδος). Ο άνθρωπος μοιράζεται πλέον την τροφή του με τα ζώα που εκτρέφει. Τα φροντίζει και τα περιποιείται ενδεχομένως, για να τα εκμεταλλευτεί… καλύτερα. Αναπτύσσει έντονη οικειότητα με ένα άλλο είδος, για πρώτη φορά, πέρα από το δικό του. Η μοιρασιά της τροφής –στοιχείο δεσίματος στις κοινότητες των κυνηγών– δεν είναι γεγονός πλέον που ορίζει σχέσεις συντροφιάς. Τρέφω ένα άλλο πλάσμα και νοιάζομαι για αυτό, με σκοπό να το εκμεταλλευτώ όσο γίνεται και στο τέλος να του αφαιρέσω και τη ζωή. Ο πρώτος κτηνοτρόφος σίγουρα θα είχε στιγμές συναισθηματικής σύγχυσης το δίχως άλλο. Ο άνθρωπος-κυνηγός δεν προλάβαινε –πώς ήταν δυνατόν άλλωστε;– να αναπτύξει κανένα άμεσο, συναισθηματικό δεσμό με τα θηράματά του. Η διαδικασία της δολοφονίας για αυτόν είχε άλλη σημασία, δεν έχανε την υπερβατικότητά της, καθώς ήταν μία παρέμβαση στην ενότητα.

Η διαδικασία εκτροφή-φροντίδα-εκμετάλλευση-φόνος έφερε στο προσκήνιο ένα νέο πλέγμα συναισθημάτων για τον άνθρωπο. Είναι σχεδόν βέβαιο πως γέννησε μέσα του μια πρώιμη μορφή σαδισμού. Τα όνειρά του θα αλλάξουν άρδην. Ο άνθρωπος φτιάχνει την πρώτη φυλακή και είναι βέβαιο πως δεν θα αργήσει να την χρησιμοποιήσει και εναντίον άλλων ανθρώπων. Είναι, επίσης, βέβαιο πως δημιουργούνται οι γονιμότερες προϋποθέσεις για να γεννηθεί η τέχνη της εξαπάτησης. Σε φροντίζω, σε ταΐζω, σε προστατεύω και στο τέλος σε σκοτώνω. Τα ονειρέματα του θα γίνουν πιο σκοτεινά, πιο βίαια και αυτός θα αισθανθεί έντονα την γεύση της ενοχής. Δεν είναι πια το ξύλινο δόρυ του, που τον ταΐζει, ούτε μόνο η τσάπα, αλλά η υποταγή μέσω της φυλάκισης. Τα ζώα πλέον δεν είναι μόνο ελεύθερα, αλλά εγκλωβίζονται βίαια στην φυλακή του πολιτισμού. Αλήθεια, πόσο στέρεα μπορούν να είναι τα θεμέλια του πολιτισμού, όταν αυτός χτίστηκε με εργαλεία την αιχμαλωσία και τον σαδισμό; Ο «άγριος» κυνηγός θα σάστιζε, αν είχε το θλιβερό προνόμιο να παρατηρήσει κάτι τέτοιο. Μήπως τελικά η μόνη «μηχανή» που δεν αποκτηνώνει την ανθρώπινη τρυφερότητα είναι ο λόγος; Πάντως είναι ξεκάθαρο πως η κυριαρχία τις τελευταίες δεκαετίες εστιάζει όλο και περισσότερο στη γλώσσα και στο πώς θα της επιτεθεί. Κράτα τη γλώσσα σου άνθρωπε, αρκεί να λες μόνο ψέματα με δαύτην. Κράτα τη φαντασία σου, όσο σου χρειάζεται, για να κάνεις μόνο οράματα πλουτισμού. Δώσε μου τον κόσμο μέσα σου και εγώ θα σου χαρίσω την ψηφιακή νιρβάνα. Εγώ είμαι ο κύρης σου, όλα όσα βλέπεις γύρω σου πλέον είναι δικά μου. Πες αντίο στο κελάηδισμα του αηδονιού, στο αργυρό φως των πυγολαμπίδων, στο θρήνο της κουκουβάγιας το μαλακό σκοτάδι, γιατί εγώ σε έκλεισα σε τσιμεντένιο κλουβί αλλά εσύ χαμογελάς ευχαριστημένος. Εγώ είμαι το πανίσχυρο κράτος, εσύ με έφτιαξες για να σε διαφεντεύω. Πώς μπορώ, λοιπόν, να σε απογοητεύσω;

Όσο η εικόνα κυριαρχεί του λόγου, η φαντασία θα γίνεται ένας σωρός με κοπριές. Η φυσική διαδικασία της οπτικοποίησης του λόγου μέσω του ανθρώπινου νου πνέει τα λοίσθια. Η κυριαρχία προσπαθεί μέσα από τη δολοφονία της έμπνευσης να μας παρουσιάσει τον τεχνητό της κόσμο ως κάτι δεδομένο. Κατά τη διάρκεια μιας ενδιαφέρουσας αφήγησης, ο καθένας σχηματοποιεί τις δικές του εικόνες. Αλλιώς είναι ένα μωβ κυκλάμινο για κάποιον, αλλιώς για έναν άλλον, έστω κι αν η ουσιώδης απεικόνισή του έχει πολλά κοινά στους δύο παρατηρητές. Η δυνατότητα να έχω τις εικόνες για τον δικό μου κόσμο είναι αναμφίβολα δείκτης ελευθερίας. Ακόμη και οι λεγόμενες «καταστάσεις κοινής πραγματικότητας» σε συνθήκες ελευθερίας σίγουρα θα ερμηνεύονταν πολύ διαφορετικά από τον κάθε παρατηρητή. Έχει μεγάλη σημασία για τους εξουσιαστές να επιβάλουν πανομοιότυπες αντιλήψεις για τα πάντα γύρω μας. Και ο κατακλυσμός από εικόνες σε τηλεόραση και διαδίκτυο επιχειρεί να το κάνει πράξη. Είναι πάλι χαρακτηριστικό το παράδειγμα των Αβοριγίνων, που οι λέξεις τους ήταν τραγούδια. Πολλοί υπέρμαχοι της εξέλιξης πιστεύουν ότι η γραφή είναι ένδειξη ανωτερότητας ενός πολιτισμού. Ένας άνθρωπος, όμως, που δεν χρησιμοποιούσε τόσο την γραφή, διέθετε εντυπωσιακά καλύτερη μνήμη από έναν σύγχρονό μας άνθρωπο, που τα εμπιστεύεται όλα στα συγγράμματα και στις συσκευές αποθήκευσης σκέψης (όσης έχει απομείνει). Πολλές ελεύθερες φυλές είχαν εξασκηθεί στην απομνημόνευση μακροσκελών ιστοριών, ποιημάτων και τραγουδιών. Ακόμη και το λεξιλόγιο πολλών λαών χωρίς γραφή υπήρξε πολύ πιο σύνθετο από τις σύγχρονες γλώσσες. Συχνά, για να ειπωθούν στην συντροφιά οι ιστορίες τους, χρειάζονταν ώρες ακόμη και μέρες! Δεν είχαν, όμως, ούτε να σταθούν στην ουρά για να πληρώσουν την ΔΕΗ, ούτε να χάσουν την μέρα τους σε ένα ατέλειωτο μποτιλιάρισμα. Τι κορόιδα, τελικά, αυτοί οι αρχαίοι κυνηγοί, να ακονίζουν γενιές και γενιές τέτοια μνήμη, ενώ όλοι εμείς θα χωρούσαμε σήμερα όλες μα όλες τις ιστορίες τους σε ένα απλό «στικάκι»! Την ελευθερία μου για λίγη ριμάδα νανοτεχνολογία, λοιπόν…

Είναι σημαντική η στιγμή που για πρώτη φορά ο αρχαίος άνθρωπος λέει ένα ψέμα. Ήταν άραγε η εξιστόρηση μιας γοητευτικής ιστορίας ή ένα εργαλείο εξαπάτησης; Έτσι και αλλιώς, στην πρώτη περίπτωση δεν μπορούμε να μιλήσουμε για ψεύδος. Σίγουρα όχι ως εργαλείο εξαπάτησης. Εξάλλου η φαντασία δεν έχει όρια· ακόμη και όλες μαζί οι λέξεις δεν θα μπορούσαν να την αγκαλιάσουν με σιγουριά. Ποια να ήταν άραγε η επίδραση των σκιών στη φαντασία του αρχαίου ανθρώπου; Πολλά ερωτήματα μένουν αναπάντητα, αλλά ίσως ο καθένας να δώσει τις δικές του απαντήσεις μέσα του. Μπορεί η διαδρομή μας σε αυτό τον κόσμο να είναι ο «δεμένος» σπόρος και ο θάνατος το «σκάσιμό» του, για να γεννηθεί ένα τρυφερό βλαστάρι ζωής σε μια εξωκοσμική σφαίρα ύπαρξης. Ο σπόρος, όμως, αυτός θα είναι φυτεμένος απ’ το αόριστο χέρι της τυχαιότητας και όχι απ’ το πολιτισμένο χέρι κάποιου γεωργού.

«Χρυσούν γένος»

Ο Ησίοδος δεν ήταν ένας ποιητής που απήγγειλε ή τραγουδούσε τα ποιήματά του στις αυλές των βασιλιάδων. Ήταν ένας βοσκός, που διασκέδαζε τις ώρες του, συνθέτοντας και ανασυνθέτοντας ιστορίες που είχε ακούσει από παλιότερες εποχές. Από τα έργα του που έχουν σωθεί μπορεί εύκολα κανείς να αντιληφθεί ότι εκτιμούσε πολύ την απλή ζωή, κοντά στη φύση, βόσκοντας πρόβατα ή βοηθώντας τον πατέρα του να καλλιεργήσει τη γη. Παρ’ ότι οι δραστηριότητες του ήταν τα αρχέτυπα του πολιτισμού, αυτό δεν αλλάζει το ότι η επαφή του με τον φυσικό κόσμο ήταν σαφώς πιο άμεση και έντονη από την αντίστοιχη επαφή ενός ανθρώπου της πόλης. Στο ποίημά του «Έργα και Ημέρες», απευθύνεται και εναντιώνεται στον τρόπο ζωής του αδερφού του, ο οποίος βάζει τελείως διαφορετικές προτεραιότητες στη ζωή του και κάνει σχέδια πλουτισμού και κοινωνικής καταξίωσης. Τον κατηγορεί ότι κολακεύει τους «δωροφάγους» άρχοντες, που τους χαρακτηρίζει ανόητους («νήπιοι»), γιατί δεν καταλαβαίνουν πόση σημασία έχουν όσα είναι αναγκαία για τη ζωή και πόσο ωφέλιμα μπορεί να είναι τα απλά άγρια λουλούδια, όπως η μολόχα και ο ασφόδελος, που μπορούν να βοηθήσουν έναν φτωχό άνθρωπο να επιβιώσει (Ησίοδος, στ. 37-48). Παρουσιάζει τον Δία εκδικητικό με τους ανθρώπους, όταν ο Προμηθέας τον εξαπάτησε σε μία θυσία ζώου. Σε απάντηση ο Δίας πήρε από τους ανθρώπους τη φωτιά, που ήδη διέθεταν και σκάρωσε για αυτούς μια παγίδα, την Πανδώρα, μία γυναίκα, που ενώ φαινόταν να έχει όλα τα δώρα, έστειλε στους ανθρώπους συμφορές με την περιέργειά της. Είναι ο γνωστός μύθος της περιέργειας, που υιοθετεί κατόπιν και ο Ιουδαϊσμός, δίνοντας στην γυναίκα πάλι το ρόλο αυτής που με την περιέργειά της έφαγε το μήλο της γνώσης. Σε αυτό τον μάλλον σεξιστικό μύθο, που θέλει τη γυναίκα πηγή συμφορών δε θα μείνουμε προς το παρόν, αλλά τον αναφέρουμε εδώ, γιατί υπήρξε ένα όριο, που έδωσε τέλος στην εποχή που οι άνθρωποι ζούσαν στη γη σαν θεοί, χωρίς συμφορές, χωρίς να κοπιάζουν και χωρίς βαριές αρρώστιες και θάνατο. Αυτή είναι η εποχή του «χρυσού γένους» κατά τον Ησίοδο.

Την ευτυχισμένη αυτή εποχή την χαρακτηρίζει και ως «εποχή του Κρόνου», γιατί τότε ο Κρόνος κυβερνούσε στον ουρανό. Οι άνθρωποι τότε, λέει, ζούσαν σα θεοί, με την καρδιά δίχως θλίψη και δυστυχίες, δεν είχαν ελεεινά γηρατειά (δειλόν γήρας), αλλά χωρίς να αλλάζουν τα πόδια και τα χέρια τους απολάμβαναν τη ζωή και πέθαιναν σαν παραδομένοι σε ύπνο. Είχαν όλα τα αγαθά, καθώς η γη τους έδινε από μόνη της («αυτομάτη») πολύ και άφθονο καρπό (Ησίοδος, στ. 109-119). Μέσα στους δέκα αυτούς στίχους του, μας δίνει μία περιεκτική περιγραφή μιας εποχής, όπου μπορεί οι άνθρωποι να ήταν θνητοί, αλλά ζούσαν σαν θεοί, καθώς δεν υπέφεραν και πέθαιναν ήσυχοι. Το ότι η γη από μόνη της έδινε καρπούς δείχνει ότι δεν την καλλιεργούσαν προφανώς. Αξίζει όμως να σημειωθεί και κάτι ακόμη· ο Ησίοδος τοποθετεί χρονικά αυτή την εποχή στα χρόνια του Κρόνου. Ο πατέρας του Δία, είχε ξεγελάσει τον πατέρα του Ουρανό, για να πάρει τη θέση του. Ήταν μια θεότητα (Τιτάνας για την ακρίβεια), που λατρευόταν σε λόφους και βουνά (το όνομα Όλυμπος, που ακόμη και σήμερα διατηρείται σε αρκετά τοπωνύμια πέρα από το γνωστό βουνό, δήλωνε πιθανότατα γενικά το όρος, το ύψωμα). Ο Κρόνος θα πρέπει να λατρευόταν πολύ από τους κατοίκους του αιγιακού χώρου, πριν παραγκωνιστεί από τη λατρεία του γιού του Δία. Ωστόσο, ως την ύστερη αρχαιότητα ήταν προστάτης των καταπιεσμένων. Στον ελλαδικό χώρο, κατά τη διάρκεια των γιορτών προς τιμήν του, οι δούλοι ήταν ίσοι με τους ελεύθερους. Το ίδιο γινόταν με τα Σατουρνάλια στη Ρώμη, που ουσιαστικά λάτρευαν τον ίδιο θεό (Saturnus = Κρόνος). Επρόκειτο για οργιαστικές γιορτές με παγανιστικά χαρακτηριστικά, με πολλά γλέντια και ανταλλαγές δώρων. Ο χαρακτήρας του Κρόνου ήταν ειρηνικός και θεωρούνταν, επίσης, βασιλιάς της νήσου των Μακάρων.[1]1 Στον ελλαδικό χώρο έχουν αποδειχτεί ανασκαφικά αυτές οι προελληνικές περίοδοι χωρίς πολέμους. Δεν είναι τυχαίο ότι τον διαδέχτηκε ο γιος του Δίας, που αντιστοιχούσε στην εποχή των ιερατείων, των βασιλιάδων, αλλά και κατόπιν των δημοκρατικών αρχόντων και των νόμων τους, που έχει ως σύμβολο τον χρυσό ιερό ζυγό της δικαιοσύνης. Ούτε μπορούμε να παραβλέψουμε ότι κόρη του Κρόνου ήταν και η Δήμητρα, η θεά της γεωργίας. Άλλωστε, πάλι ο Ησίοδος λέει χαρακτηριστικά στην «Θεογονία» του για τον Δία, ότι διευθέτησε όλους τους νόμους ωραία για τους ανθρώπους και όρισε προνόμια (στίχοι 72-73). Ο Δίας νίκησε τον πατέρα του Κρόνο με τη βοήθεια των παιδιών της Στύγας, δηλαδή τον Ζήλο, τη Νίκη, το Κράτος και τη Βία, για αυτό και κάθονται πλάι του στον θρόνο, όταν αυτός γίνεται βασιλιάς θεών και ανθρώπων (στ. 383-394).

Όταν χάθηκαν οι κάτοικοι της εποχής του «χρυσού γένους», έγιναν πνεύματα, κάτι σαν αγαθά φαντάσματα, που φύλαγαν τους ανθρώπους των κατοπινών εκφυλισμένων εποχών. Μετά το χρυσό, ήρθε το αργυρό, ακολούθησε το χάλκινο (πολεμικό), αυτό των ηρώων και τέλος το σιδερένιο (Ησίοδος, Έργα και Ημέρες, στ. 120-201). Ο μύθος των γενών πρέπει να ήταν πανάρχαιος και έχει τις ρίζες του στην Εγγύς και Μέση Ανατολή, κάτι που του δίνει πανανθρώπινα χαρακτηριστικά. Τον βρίσκουμε με τον έναν ή τον άλλον τρόπο σε κάθε μυθολογία. Δε θα πρέπει όμως να μας δίνει την εντύπωση ότι εξέφραζε τη βεβαιότητα πως ο κόσμος βαδίζει σε ένα μονοπάτι παρακμής, όπου «κάθε πέρσι και καλύτερα». Δεν αποτελεί απλοποίηση μίας αντίληψης ότι ο κόσμος οδεύει προς την καταστροφή. Ο χρόνος, στις περισσότερες περιπτώσεις εκλαμβανόταν και ως επανάληψη και ως κύκλος και όχι ως μία γραμμική πορεία προς κάποιο σημείο. Περισσότερο μάλλον νοσταλγεί μία εποχή ελευθερίας, όπου οι άνθρωποι ζούσαν ελεύθεροι κοντά στη γενναιόδωρη φύση και δεν γερνούσαν υπό τη σκλαβιά του φόβου και της δουλειάς-δουλείας. Ή θα μπορούσε να σημαίνει ότι ο κόσμος αυτός ήταν μία πολύτιμη και σεβάσμια κληρονομιά που έπρεπε να διαφυλαχτεί, προκειμένου να μην καταστραφεί. Γι’ αυτό, στο επόμενο κεφάλαιο θα δούμε πώς αντιμετώπισαν την ίδια ιστορία στους μύθους τους και οι άλλοι λαοί.

σύντροφοι για την Αναρχική απελευθερωτική δράση

Από την ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ. 129, Ιούλιος-Αύγουστος 2013

[1]  Η φράση «νήσοι των Μακάρων» μάλλον αρχικά δήλωνε τα νησιά όπου μετανάστευαν κάποιες φορές οι θεοί και βρίσκονταν στο πλάι του Ωκεανού. Ήδη όμως στην εποχή του Ησίοδου, σήμαινε τα νησιά των ευτυχισμένων ανθρώπων.

 

Advertisements
Both comments and trackbacks are currently closed.