Πατρίδα και μητρίδα: Αναζητώντας το ρίζωμα (Β΄ Μέρος)

[…] ο κόσμος του ανθρώπου είναι πολύπτυχος, συνιστά ένα σύνολο διασυνδεόμενων διαδικασιών και οι αναζητήσεις εκείνες που τεμαχίζουν το σύνολο αυτό σε διακριτά μέρη, χωρίς στη συνέχεια να το ανασυνθέτουν, δημιουργούν ψευδή εικόνα της πραγματικότητας. Έννοιες όπως «έθνος», «κοινωνία» και «πολιτισμός» χαρακτηρίζουν κομμάτια του συνόλου και απειλούν να μετατρέψουν ονόματα σε αντικείμενα. Μόνο εάν κατανοήσουμε τα ονόματα αυτά ως δέσμες σχέσεων και τα επανατοποθετήσουμε στο πεδίο από το οποίο αποσπάστηκαν, μπορούμε να ελπίζουμε ότι θα αποφευχθούν παραπλανητικά συμπεράσματα και ότι θα διευρυνθεί από την πλευρά μας η κατανόηση. Eric Wolf, Η Ευρώπη και οι λαοί χωρίς ιστορία, σελ. 27.

Όταν αναζητά ο καθένας τις πνευματικές του ρίζες, χρειάζεται να τις δει με ειλικρίνεια, με μια ψύχραιμη ματιά. Το πρώτο βήμα που απαιτείται να κάνουμε είναι να δούμε κατάματα όσα αποτελούν για μας σφάλματα και όσα αποτελούν προτερήματα. Σίγουρα δεν θα συμφωνήσουμε όλοι σε αυτή την διάκριση. Για παράδειγμα, στον ελλαδικό χώρο πριν λίγες δεκαετίες ο άξιος σεβασμού άνθρωπος, κατά γενική ομολογία, ήταν αυτός που διέθετε την λεγόμενη μπέσα, το να είναι δηλαδή έντιμος και να κρατά τον λόγο του. Ωστόσο, εδώ και κάποια χρόνια το ανωτέρω σχήμα έχει ανατραπεί πλήρως· «άξιος σεβασμού», επιτρέψτε μας τα εισαγωγικά, είναι όποιος κατορθώνει να πλουτίζει εύκολα, δίχως κόπο και με κάθε μέσον και έξυπνος όποιος εξαπατά αποτελεσματικά. Πολλά μπορούν να ειπωθούν για το πώς φτάσαμε σε αυτή την αλλαγή. Παρ’ όλα αυτά, δεν είναι στόχος του παρόντος κειμένου να καταφύγει σε μια τέτοια ιστορική ανάλυση, αλλά να αναδειχθεί αν αυτό αποτελεί όντως σφάλμα ή προτέρημα, αν αυτή η εξαπάτηση είναι όντως αρετή. Από την μεριά μας, θεωρούμε ότι όχι απλώς δεν είναι αρετή, αλλά επί της ουσίας κόβει τις ρίζες της ανθρωπιάς μας.

Το να εξαπατούμε μάς αποσπά από το περιβάλλον μας, μάς κάνει να ζούμε εις βάρος των άλλων. Και αυτοί οι άλλοι στο τέλος δεν είναι κάποιοι άγνωστοι και ξένοι, αλλά οι δικοί μας άνθρωποι. Όταν δεν μας εμπιστεύονται και δεν εμπιστευόμαστε, δεν μπορούμε να οικοδομήσουμε καμιά απολύτως επί της ουσίας ανθρώπινη σχέση. Η ζωή μας δηλητηριάζεται με καχυποψία, επίκριση και έλλειψη αποδοχής. Όταν σε μια οικογένεια, για παράδειγμα, ο ένας εξαπατά τον άλλον, γεγονός που κληροδοτείται αυτόματα σχεδόν, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, τότε σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο προκύπτουν άνθρωποι μόνοι. Είναι πολύ δύσκολος και κακοτράχαλος ο δρόμος της αντιστροφής, το να δουν δηλαδή τα ίδια τα παιδιά τα σφάλματα των γονέων και να προχωρήσουν εμπρός δίχως ενοχές, για να αντιστρέψουν τον τρόπο που μεγαλώνουν ολόκληρες γενιές με το φληνάφημα πως «όλοι έτσι κάνουν, εμείς θα σώσουμε τον κόσμο;» και άλλα παρόμοια.

Από την άλλη, αν θέλουμε να εντοπίσουμε τα προτερήματά μας συλλογικά, δεν μπορούμε να τα ανάγουμε σε μια σχεδόν μεταφυσική σχέση με την αρχαιότητα, όπου σαν από θαύμα άπαντες ήσαν ιδανικοί και τέλειοι. Προφανώς, δεν θα συμφωνήσουν όλοι με αυτά που πίστευε ο Πλάτωνας, μόνο και μόνο επειδή ανήκει συμβατικά στην κατηγορία «αρχαίος Έλληνας φιλόσοφος» στο νου τους. Ίσως κάποιοι συμφωνήσουν περισσότερο με τον (κατά μίαν άποψη) Αιθίοπα Αίσωπο, που έζησε σε ελληνικές πόλεις. Μάλιστα, παρ’ ότι όσο ζούσε ήταν δούλος, οι Αθηναίοι του έστησαν αργότερα ανδριάντα, δείχνοντας ότι κάθε άνθρωπος που το αξίζει πρέπει να τιμάται ανεξάρτητα από τη καταγωγή του. Ή μπορεί να βρει περισσότερα κοινά με τον δούλο Επίκτητο εκ Φρυγίας, που έφτια­ξε την σχολή του στην Νικόπολη, παρά με τον Αριστοτέλη, όσον αφορά στον τρόπο που αντιμετώπιζαν την ελευθερία. Ενδεχομένως, βρει κάποιος στοιχεία που θα απελευθερώσουν το πνεύμα του σε κάποιους ασκητές, όπως ο Ιωάννης της Κλίμακος ή ο Τζελαλαντίν Ρουμί, ασχέτως αν δεν ακολουθεί την θρησκευτική τους πίστη. Το φύτεμα του χριστιανισμού, ως θρησκευτικού δόγματος, που μόνον η εκκλησία έχει το μονοπώλιο να ερμηνεύει, δεν είναι ένα ανερμήνευτο φαινόμενο. Το εκκλησιαστικό ιερατείο διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στο να αλλοιώνει κάθε έννοια ελευθερίας. Έντυσε με μανδύα «αγιότητας» ουκ ολίγους ανηλεείς και αδίστακτους ανθρώπους. Αμαύρωσε κάθε έννοια ειλικρίνειας και αντικειμενικότητας και στηλίτευσε ως αμαρτωλό κάθε τι αγνό και φυσικό. Αποσύνδεσε βίαια και αιματηρά κάθε φυσική επαφή του ανθρώπου με το περιβάλλον του. Απονεύρωσε τις ομορφιές που υπήρχαν στην επαφή των ανθρώπων με τους συνανθρώπους τους, με την τροφή τους, με το σώμα τους, με τις σκέψεις τους. Διαπότισε με ενοχές ό,τι πιο όμορφο και φυσικό συμβαίνει εδώ και χιλιετηρίδες, την αποδοχή και την αγάπη. Κατά έναν παράδοξο και τραγικό τρόπο, ο χριστιανισμός κατέκτησε τον κόσμο την ίδια στιγμή που πρόδιδε τον εαυτό του, την ίδια την διδασκαλία του Ιησού.

Επίσης, οι κρατικές και διακρατικές συμφωνίες είναι μια αναφανδόν διαφορετική υπόθεση από τις ρίζες. Κι όμως, κάθε ομάδα του ελληνικού κράτους (πόντιοι, κρητικοί, βλάχοι, λεγόμενοι «ντόπιοι» κλπ.) εκφράστηκε σε μεγάλο βαθμό πολιτικά και κομματικά. Πώς θα μπορούσε να αποτιναχθεί αυτή η πολιτική πάτινα; Πώς θα μπορούσε να αποτιναχθεί όλη αυτή η ανάγκη κάποιων να αποδείξουν ότι είναι «μοντέρνοι», ακολουθώντας τυφλά τις «εξελίξεις»; Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το δημοτικό τραγούδι, που στην περίοδο της χούντας επιβλήθηκε πλήρως ψυχαναγκαστικά, ως επί μέρους της «πολιτιστικής» πρότασης του καθεστώτος. Επίσης, συνδέθηκε η παραδοσιακή μουσική και οι χοροί με κομματικούς συλλόγους που για δεκαετίες υπήρξαν εν συνόλω κρατικοδίαιτοι, για να αναπαράγουν μαριονέτες που χορεύουν «παραδοσιακή» μουσική. Το να βρει κανείς ένα βαθύ νόημα σε έναν απλό στίχο ενός βοσκού που έζησε δεκάδες χρόνια πριν δεν έχει να κάνει με δεισιδαιμονίες. Το να ακούσει μια μελωδία που θα μιλήσει σε κάτι βαθύτερο μέσα του και θα τον ηρεμήσει ή θα τον ξεσηκώσει σε εκστατικό χορό δεν έχει να κάνει με επίσημες θεσμοθετημένες και άνευρες «χορευτικές εκδηλώσεις».

Η αληθινή μουσική και ο αληθινός χορός ξεπηδούν μέσα από στιγμές έκστασης, αυθεντικά βαθύτερης επικοινωνίας δίχως λόγια, που σε βυθίζει σε άλλους κόσμους. Με τον ίδιο τρόπο που χόρευαν χιλιάδες χρόνια οι άνθρωποι σε κύκλο, πιασμένοι από το χέρι, κοιτώντας ο ένας στα μάτια τον άλλον, χωρίς να έχουν ανάγκη να επιδείξουν ο,τιδήποτε. Όταν χόρευαν, για να προσεγγίσουν το άπειρο. Όταν έμπαιναν στην καρδιά του και χρειάζονταν ένα χέρι να τους ξαναφέρει στον κύκλο του χορού. Όταν οι μουσικοί έπαιζαν με τις νότες της ενατένισης στην απεραντοσύνη του κόσμου. Έτσι, μάθαιναν ό,τι κι οι άλλοι λαοί χωρίς ποτέ να έρθουν σε επαφή μεταξύ τους, χωρίς ποτέ να έχουν βγει φωτογρα­φίες στο «εξωτερικό», χωρίς να έχουν σπουδάσει ο,τιδήποτε γνώριζαν το βίωμά τους. Αλλά αυτό στιγματίστηκε ως αμά­θεια, ως οπισθοδρόμηση, ως δεισιδαιμονία. Βάρυνε με την αγωνία μη μείνουμε «εμείς», οι όποιοι «εμείς», «εκτός της καρδιάς των εξελίξεων». Κι ανταλλάξαμε την δική μας καρδιά με την καρδιά των εξελίξεων: όλες αυτές τις αστραπιαίες διαδικτυακές συνδέσεις και τα συμπαρομαρτούντα τους («έξυπνες» συσκευές, «έξυπνα» σπίτια κι αυτοκίνητα για μωρούς ανθρώπους).

Η προσπάθεια να ξεφύγουμε από τις παγίδες του θρησκευτικού φανατισμού μας οδήγησε στην απάθεια του στεγνού ορθολογισμού, της τεχνολογικής θρη­σκείας, της λατρείας της τεχνητής νοημοσύνης (προσφάτως μάθαμε ότι την αναγάγουν κάποιοι σε θεό της εποχής, στην κυριολεξία). Σταδιακά χάνουμε σημαντικές ικανότητες: μνημονική, σωματική αντοχή, πνευματική αντοχή, υπομονή, επιμονή, σιωπή, την ικανότητα να ακούμε τους άλλους, την ικανότητα να μιλάμε ξεκάθαρα. Κι όμως, όλες αυτές οι ικανότητες μάς συνδέουν με τις ρίζες μας. Είναι ο τρόπος να τρέφεται το σώμα, η ψυχή και το πνεύμα μας. Βλέπουμε παντού χρησιμότητα, εκεί που πριν λίγες δεκαετίες στον ίδιο τόπο οι άνθρωποι έβλεπαν ιερότητα: στα βουνά, στα ποτάμια, στη θάλασσα και στον ουρανό. Σταδιακά η απλότητα βαφτίστηκε γραφικότητα, η ιερότητα βαφτίστηκε αφέλεια ή δεισιδαιμονία και η αγάπη, η συντροφικότητα, η αλληλοβοήθεια έγιναν ή κούφιες λέξεις ή απάτητα μονοπάτια.

Θα θέλαμε τελικά η μόνη ταυτότητα που θα μας απομείνει να είναι αυτή του ανθρώπου, του ιθαγενούς γυμνού και απροστάτευτου «άγριου», αλλά αυτή τη φορά απέναντι στη μηχανή, που δεν έχει απεκκρίσεις και συναισθήματα; Μήπως ήδη δεν ντρεπόμαστε που κουραζόμαστε και δεν είμαστε αρκετά εργατικοί και παραγωγικοί; Μήπως ήδη δεν ντρεπόμαστε που γερνάμε και υποφέρουμε από αρρώστιες; Ήδη εξορίσαμε τον θάνατο σε απομακρυσμένα νεκροταφεία, την αρρώστια σε ψυχρά και απρόσωπα νοσοκομεία και τα γηρατειά σε γηροκομεία. Μήπως δεν έχει γίνει ντροπή να είσαι ανθρώπινος με σάρκα και οστά, λάθη, θυμό και τρυφερότητα; Δεν παρουσιάζονται συχνά όλα τα συναισθήματα σαν αδυναμία; Δεν βλέπουμε τόσους και τόσους ανθρώπους να επιδιώκουν την «διαχείριση των συναισθημάτων τους»; Ίσως, τελικά, οι άνθρωποι να φτάσουν κάποτε να παριστάνουν τις μηχανές, για να είναι κοινωνικά αποδεκτοί και όχι οι μηχανές να προσποιούνται τους ανθρώπους.

Οι ρίζες μάς τρέφουν, όπως τα δέντρα, αλλά ποιες είναι αυτές; Οι ίδιες οι εικόνες του παρελθόντος μάς μιλούν χωρίς λόγια. Μας αφηγούνται όλα τα μυστικά του σύμπαντος και μας αφήνουν να τα δούμε με πολλούς τρόπους, αν θέλουμε. Η αναζήτηση της ρίζας μέσα σε μια εθνικότητα είναι μονοδιάστατος δρόμος. Το δέντρο δεν πατάει σε μια ρίζα, αλλά απλώνει πολλά ριζώματα προς όλες τις κατευθύνσεις, για να θρέψει, αλλά και να συνδεθεί με άλλα δέντρα και να τα θρέψει επίσης. Χρειάζεται να μην πέφτουμε σε ένα έντονο σφάλμα, να μην αντιμετωπίζουμε την πολιτική με συναισθηματισμούς και τις προσωπικές μας σχέσεις με ψυχρούς υπολογισμούς. Η πολιτική θα σπείρει πολέμους και διχό­νοιες, όταν κάποιες οικονομικές και πολιτικές οντότητες θα ανταγωνιστούν για μεγαλύτερο κομμάτι από την ίδια «πίττα».

Κλείνουμε με μια παλιά καλή ιστορία, που μας θυμίζει ότι και οι ρίζες του καθενός είναι ένα ακόμη πιο περίπλοκο ζήτημα, για να το εξαντλήσει κανείς με μια απλή τελική απάντηση. Μοιάζει με τους επτά τυφλούς που εξετάζουν το σώμα του ελέφαντα. Θα μπορούσε, βέβαια, η ιστορία αυτή να αφιερωθεί σε όσους ισχυρίζονται ότι γνωρίζουν την απόλυτη αλήθεια.

Οι 7 τυφλοί και ο ελέφαντας[1]

Η παρακάτω ιστορία είναι ένα Ινδικό παραμύθι και χρησιμοποιείται σε περιστάσεις όπου οι άνθρωποι καλούνται να απαντήσουν σε, φαινομενικά, εύκολες και απλές ερωτήσεις και ισχύει κάθε φορά που καλείται ένας ειδικός να εκφέρει άποψη για τον κλάδο του.

Στα βάθη της ερήμου υπήρχε μια πόλη, όπου όλοι ήταν τυφλοί. Ένας βασιλιάς με το στρατό του περνούσαν κάπου κοντά στην πόλη και στρατοπέδευσαν. Ο βασιλιάς είχε μαζί του και έναν μεγάλο ελέφαντα, που τον είχε για βαριές δουλειές αλλά και για να φοβίζει τους εχθρούς του στη μάχη. Οι άνθρωποι της πόλης είχαν ακούσει βέβαια κάτι για τους ελέφαντες, αλλά δεν είχαν ποτέ την ευκαιρία να συναντήσουν κάποιον. Έτρεξαν λοιπόν 6 νέοι άνδρες να ανακαλύψουν πώς ήταν ο ελέφαντας.

Ο πρώτος μόλις έφτασε, άπλωσε το χέρι του, ακούμπησε τα πλευρά του, αισθάνθηκε τη λεία επιφάνειά του, μύρισε τον αέρα και σκέφτηκε «Είναι, χωρίς αμφιβολία, ζώο, αλλά αυτό το ζώο μοιάζει με τοίχο». Τρέχει λοιπόν να ανακοινώσει την ανακάλυψή του.

Ο δεύτερος, αισθάνθηκε τον αέρα, α­κούμπησε με το χέρι του τον κορμό του ελέφαντα, που μόλις αντιλήφθηκε το χέρι πάνω του βρυχήθηκε δυνατά. Ο τυφλός σκέφτηκε «Ο ελέφαντας μοιάζει με φίδι και είναι τόσο τεράστιο, που η αναπνοή του σε ξεκουφαίνει». Τρέχει λοιπόν πίσω να γνωστοποιήσει την ανακάλυψή του.

Ο τρίτος πλησιάζει τον ελέφαντα, ακουμπάει την απαλή επιφάνεια του χαυλιόδοντα και αισθάνεται την αιχμηρή άκρη του. «Φανταστικό», σκέφτηκε, «ο ελέφαντας είναι σκληρός, αιχμηρός σαν ακόντιο και μυρίζει σαν ζώο». Τρέχει, λοιπόν, στους συμπολίτες του για τα νέα.

Ο τέταρτος, μόλις φθάνει, απλώνει το χέρι του χαμηλά και ακουμπάει ένα πόδι του ελέφαντα. Το ψηλαφεί, το αγκαλιάζει και αισθάνεται το σκληρό του δέρμα. Ο ελέφαντας αντιδράει και μετακινεί το πόδι του. « Α!», σκέφθηκε «πώς να μη φοβίζει τους εχθρούς στη μάχη ο ελέφαντας. Είναι σαν τεράστιος κορμός δένδρου, κι όμως είναι ευλύγιστος και δυνατός». Τρόμαξε και ο ίδιος και τρέχει να πει τα νέα στην πόλη.

Ο πέμπτος τυφλός ακούμπησε την ουρά του ελέφαντα «Δεν καταλαβαίνω τί το ιδιαίτερο έχει ο ελέφαντας», σκέφθηκε, «είναι απλώς ένα κομμάτι σχοινί».

Αφήνει την ουρά και τρέχει πίσω στην πόλη.

Ο έκτος, βιαζόταν πολύ για να μη φθάσει τελευταίος και μόλις έφθασε, αισθάνθηκε το αέρα που «έκανε» το αυτί του ελέφαντα που κουνιόταν, απλώνει το χέρι του, ακουμπάει το αυτί του ελέφαντα και αισθάνεται τη σκληρή του επιφάνεια. Χαμογέλασε με αυταρέσκεια. «Ο ελέφαντας μοιάζει με ζωντανό ανεμιστήρα», σκέφθηκε και ικανοποιημένος με αυτήν του την πρώτη εντύπωση τρέχει πίσω.

Στο τέλος, έφτασε ένας τυφλός γέροντας. Είχε φύγει από την πόλη νωρίς, περπατούσε αργά και ήταν αποφασισμένος να αφιερώσει χρόνο για να μελετήσει προσεκτικά τον ελέφαντα. Μόλις έφτασε, περπάτησε γύρω από τον ελέφαντα, ακούμπησε διάφορα μέρη του σώματός του, τον μύριζε, και άκουγε όλους τους θορύβους, που έκανε το ζώο, προσεκτικά. Ψηλάφισε το στόμα του ελέφαντα, τον τάισε χόρτο και χτύπησε απαλά τον κορμό του. Τελικά επιστρέφει στην πόλη, αλλά βρίσκει όλη την πόλη σε μεγάλη αναστάτωση.

Κάθε ένας από τους έξι νεαρούς τυφλούς είχε αποκτήσει οπαδούς, που είχαν ασπασθεί τη δική του εκδοχή, για το τι είναι ο ελέφαντας. Όμως, όταν οι άνθρωποι της πόλης ανακάλυψαν ότι υπήρχαν έξι διαφορετικές εκδοχές, άρχισαν να τσακώνονται μεταξύ τους. Ο γέρος, ήσυχα, άκουγε τους διαπληκτισμούς. «Είναι σαν τοίχος!», «όχι είναι σαν φίδι!», «όχι είναι σαν ακόντιο!», «όχι σαν δέντρο!», «όχι σαν σχοινί!», «όχι σαν ανεμιστήρας!».

Ο γέρος γύρισε την πλάτη του και άρχισε να πηγαίνει σπίτι του, γελώντας, καθώς θυμήθηκε τις δικές του απερισκεψίες, όταν ήταν νέος. Σαν κι αυτούς, κάποτε, είχε συμπεράνει ότι είχε καταλάβει στο σύνολό του κάτι που είχε γνωρίσει (βιώσει), μόνο εν μέρει. Γέλασε, καθώς θυμήθηκε ότι, κάποτε, ήταν απρόθυμος να ανακαλύψει από μόνος του την αλήθεια και στηρίχθηκε αποκλειστικά σε αυτά που έλεγαν οι άλλοι.

Περισσότερο, όμως, γέλασε καθώς συνειδητοποίησε ότι, τελικά, ήταν ο μόνος στην πόλη που δεν ήξερε τι ήταν ο ελέφαντας.

σύντροφοι για την Αναρχική Απελευθερωτική Δράση

Δημοσιεύθηκε στην αναρχική εφημερίδα ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ.181, Απρίλιος 2018

[1]. Πηγή για την συγκεκριμένη εκδοχή είναι η ιστοσελίδα: https://mybellavista.wordpress.com/2012/08/19/%CE%BF%CE%B9-7-%CF%84%CF%85%CF%86%CE%BB%CE%BF%CE%AF-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CE%BF-%CE%B5%CE%BB%CE%AD%CF%86%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B1%CF%82/

 

Both comments and trackbacks are currently closed.