Πατρίδα και μητρίδα: Αναζητώντας το ρίζωμα (Α΄ Μέρος)

Οφείλουμε σεβασμό προς έναν αγρό με σιτάρι, όχι για τον ίδιο τον αγρό, αλλά γιατί α­-ποτελεί πηγή τροφής για τους ανθρώπους.

Κατά ανάλογο τρόπο, οφείλουμε σεβασμό προς μια συλλογικότητα, όποια κι αν είναι –πατρίδα, οικογένεια ή οτιδήποτε άλλο-, όχι για την ίδια, αλλά ως τροφή για κάποιον αριθμό ανθρώπινων ψυχών.

Αυτή η υποχρέωση επιβάλλει πρακτικά διαφορετικές συμπεριφορές και πράξεις, ανάλογα με τις διάφορες καταστάσεις. Όμως θεωρούμενη αυτή καθαυτή, είναι ίδια για όλους.

Ειδικότερα είναι απολύτως ίδια για όλους όσους βρίσκονται έξω από αυτή τη συλλογικότητα.

Ο βαθμός του οφειλόμενου προς τις ανθρώπινες συλλογικότητες σεβασμού είναι πολύ υψηλός, για πολλούς λόγους.

Κατ’ αρχάς, καθεμία είναι μοναδική και, εάν καταστραφεί, δεν αντικαθίσταται. Ένας σάκος σιτάρι μπορεί πάντα να αντικατασταθεί από έναν άλλον σάκο σιτάρι. Η τροφή που παρέχει μια κοινότητα στην ψυχή εκείνων που είναι μέλη της δεν έχει ισοδύναμο σε ολόκληρο τον κόσμο.

Έπειτα, λόγω της διάρκειάς της, η κοινότητα διεισδύει ήδη στο μέλλον. Περιέχει τροφή, όχι μόνο για τις ψυχές των ζωντανών, αλλά και για εκείνες πλασμάτων που δεν έχουν ακόμη γεννηθεί, που θα έρθουν στον κόσμο τους επόμενους αιώνες.

Τέλος, λόγω και πάλι της διάρκειάς της, η συλλογικότητα έχει τις ρίζες της στο παρελθόν. Συνιστά το μοναδικό όργανο διατήρησης για τους πνευματικούς θησαυρούς που έχουν συγκεντρωθεί από εκείνους που έχουν πεθάνει, το μοναδικό όργανο μεταβίβασης μέσω του οποίου οι νεκροί μπορούν να μιλούν στους ζωντανούς. Και το μοναδικό επίγειο πράγμα που συνδέεται άμεσα με την αιώνια μοίρα του ανθρώπου, είναι η ακτινοβολία εκείνων που κατόρθωσαν να αποκτήσουν πλήρη συνείδηση αυτής της μοίρας, ακτινοβολία η οποία μεταβιβάστηκε από γενιά σε γενιά. Simon Wiel, Ανάγκη για ρίζες.

Όταν προσπαθούμε να αναζητήσουμε την ταυτότητά μας, ανατρέχουμε αυτομάτως στο παρελθόν. Η ταυτότητα είναι μια ατομική και συλλογική συνειδητοποίηση της αναζήτησης τής ρίζας. Ωστόσο, όπως συμβαίνει με τα δέντρα, δεν μπορεί κανείς να ανυψωθεί προς το φως, χωρίς να βυθίζει τις ρίζες του βαθιά στο χώμα. Για να μπορεί να ατενίζει κανείς τον ουρανό, έχει ανάγκη πρώτα να στρέφεται μέσα στη γη. Κάθε άνθρωπος, άσχετα από τον τόπο και τον χρόνο που ζει, εμπεριέχει την αρχέγονη ανάγκη της ψυχής του να καταβυθίζεται στην ύπαρξή του. Μέρος αυτής της καταβύθισης είναι η ανάγκη τού να συνδέεται με τις ρίζες του. Το ρίζωμα δεν συνδέεται μονάχα με το παρελθόν, αλλά και το μέλλον. Αποτελεί συγχρόνως έντονη βίωση του παρόντος.

Η αναζήτηση της ρίζας παίρνει και την μορφή της πατρίδας. Η λέξη πατρίδα εμπεριέχει την λέξη πατέρας, δηλαδή τον πρόγονο. Συχνά αναφέρεται κι η λέξη μητρίδα, από την μητέρα. Οι ρίζες απλώνονται και διακλαδώνονται στην καταγωγή του καθενός. Η αναζήτηση της πατρίδας και της μητρίδας είναι οι βαθύτερες μνήμες μας, οι πρωταρχικοί τρόποι ζωής με τους οποίους συνδεόμαστε, ακόμη κι αν δεν το γνωρίζουμε ή αδιαφορούμε για αυτό. Η πατρίδα δίνει τόπο στις ρίζες των αναμνήσεών μας. Στις πιο βαθιές μας ανάγκες, σωματικές και πνευματικές. Το να μην έχει κανείς πατρίδα ή το να ξεριζώνεται, όπως συνηθίζουμε να λέμε, είναι μια από τις πιο βίαιες πράξεις που μπορεί να δεχτεί.

Δεν είναι τόσο εύκολο να ξεριζωθούν οι άνθρωποι. Ακόμη και γενιές ολόκληρες μεταναστών και προσφύγων που εξαναγκάστηκαν και εκδιώχθηκαν, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, από την πατρίδα τους, την φέρουν μέσα τους. Ακόμη κι αν κάποιος γκρέμισε συθέμελα το σπίτι και τη γειτονιά των παιδικών αναμνήσεων, εκείνα στέκονται ανέπαφα στην ψυχή του ξεριζωμένου ανθρώπου και κληρονομούνται ως τραύμα, αλλά και ως παρηγοριά, ως σταθερό σημείο. Είναι οδυνηρό όταν ένας άνθρωπος φέρει ως τραύμα την ίδια του τη ρίζα.

Συχνά γίνεται λόγος και για εθνική ταυτότητα. Πολλές φορές γράφεται ότι είναι μια τεχνητή κατασκευή, ένας μύθος του ρομαντισμού και της γέννησης εθνικών κρατών. Δεν θα διαφωνήσουμε σε αυτό. Πράγματι, η εθνική ταυτότητα συνδέεται με κρατικά σύνορα βίαια κατασκευασμένα, εκτοπισμούς, ανταλλαγές πληθυσμών, μετακινήσεις, ως απότοκα πολέμων. Δεν υπάρχουν κράτη που αλλάζουν τα σύνορά τους, δίχως να χυθεί αίμα και να ανατραπεί η ζωή χιλιάδων ανθρώπων. Η εθνική ταυτότητα καλλιεργείται τις περισσότερες φορές με πιεστικό και βίαιο τρόπο, καθώς όσοι κατοικούν εντός κοινών κρατικών συνόρων πρέπει να έχουν κοινό πολιτισμό και αντιλήψεις, ενιαία γλώσσα και ει δυνατόν έθιμα. Το μονοπώλιο στο δικαίωμα ορισμού της εθνικότητας το έχει το εκάστοτε κράτος, που μέσω των σχολείων και των άλλων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων και με τη συμβολή άλλων θεσμών (π.χ. θρησκευτικών, πολιτισμικών κλπ.) θέτει τα αυστηρά κριτήρια για το τι είναι εθνικό και τι όχι και μάλιστα, τι είναι εθνικά ορθό και τι όχι. Ωστόσο, επειδή ακριβώς αυτή η διαδικασία επιβλήθηκε, όπως και τόσες άλλες άλλωστε (βιομηχανική ανάπτυξη, αποικιοκρατική εξάπλωση, ιμπεριαλιστικές κατακτήσεις εθνικών κρατών, παγκοσμιοποίηση, ευρωπαϊκή ταυτότητα κλπ.), διαποτίζοντας πολλές εκφάνσεις τής καθημερινής ζωής, είναι δύσκολο πια να διακριθεί η ήρα από το στάχυ.

Πολλές φορές, οι άνθρωποι αναζητώντας τις ρίζες και την ταυτότητά τους, δεν είναι εύκολο να διαχωρίσουν τα προσωπικά τους βιώματα από τα εθνικά επιβεβλημένα βιώματα, που διαποτίζουν τις εμπειρίες τους. Έτσι, για παράδειγμα, όλοι οι Έλληνες στις παιδικές αναμνήσεις τους έχουν μεταξύ άλλων και τις γιορτές για εθνικές επετείους, τις παρελάσεις και τις σχετικές εκδηλώσεις. Μπορεί σήμερα να διαφωνούν με την προσέγγιση, αλλά ήδη έχουν περάσει πολλά από τα πρώτα χρόνια της ζωής τους, ενσωματώνοντας, ενδεχομένως, τέτοιες διαδικασίες ως φυσικές. Πράγματι, η ανάγκη για ρίζες, καθώς συνδέεται και με τα παιδικά μας χρόνια, εμπλέκει στα προσωπικά μας συναισθήματα και εθνικά συναισθήματα. Το να νιώθουμε ένοχοι και να προσπαθούμε να «διορθώσουμε» ό,τι νιώθουμε, μας προκαλεί συχνά άλλου είδους ζητήματα, πολύ πιο σύνθετα και προβληματικά από το όποιο επιβεβλημένο εθνικό συναίσθημα. Το ζήτημα δεν είναι τόσο απλό όσο φαίνεται. Το δίπολο πατριώτης ίσον εθνικιστής ή αντιεξουσιαστής ίσον διεθνιστής μένει να διαφεντεύει πολλές γενιές ανθρώπων, που σπάνια εντοπίζουν ότι κι ο διεθνιστής αποδέχεται την ύπαρξη έθνους-κράτους, με βασική ωστόσο προϋπόθεση το εν λόγω έθνος-κράτος να θεμελιωθεί σε αδύναμες βάσεις και, φυσικά, να χρωστά την ύπαρξή του στην διεθνιστική «αλληλεγγύη», με άλλα λόγια να είναι πλήρως ελέγξιμο και χειραγωγήσιμο. Βεβαίως, ο διεθνισμός έχει απολέσει στην πράξη προ καιρού την όποια υποτιθέμενη αθωότητά του, ενδυόμενος το προσωπείο της παγκοσμιοποίησης, της παγκόσμιας διακυβέρνησης, του παγκόσμιου εμπορίου, της μαζικότητας, της ομογενοποίησης και άλλων δεινών.

Ωστόσο, υπάρχει κάτι διαφορετικό που μπορούμε να κάνουμε από το να μένουμε καθηλωμένοι απέναντι στο δίπολο εθνικιστής-διεθνιστής. Χρειάζεται πρώτα να παρατηρήσουμε ειλικρινά και προσεκτικά τα συστατικά που διαμόρφωσαν τη δική μας ταυτότητα. Σε αυτήν την παρατήρηση, η σύγκριση με άλλες περιπτώσεις μπορεί να μας διαφωτίσει καλύτερα. Έτσι, λοιπόν, στρεφόμενοι σε άλλους λαούς, παρατηρούμε ότι οι ιθαγενείς του Καναδά για παράδειγμα ή της Αυστραλίας αναζητούν την ταυτότητά τους, επιχειρώντας να ανασυνθέσουν τον τρόπο ζωής τους, πριν κατακτηθούν από τους Ευρωπαίους. Προσπαθούν να αναδείξουν όσα υπήρξαν για χιλιάδες χρόνια πριν την εμφάνιση των κατακτητών. Αν στον σημερινό ελλαδικό χώρο κάνουμε την ίδια ερώτηση και προσπαθήσουμε να απαντήσουμε με ειλικρίνεια και καθαρή σκέψη, θα αντιληφθούμε ότι η απάντηση δεν είναι εύκολο να δοθεί, όσο κι αν το ερώτημα φαίνεται απλό: ποιοι ήταν οι πρώτοι κάτοικοι πριν τους κατακτητές σε αυτόν που σήμερα ονομάζουμε ελλαδικό χώρο;

Σε έναν τόπο με τόσες πολλές κατακτήσεις, μεταβολές, μετακινήσεις και ανταλλαγές πληθυσμών, που συνθέτει τόσο έντονες αντιφάσεις (χριστιανισμός και αρχαιοελληνικό πνεύμα, επιβίωση οργιαστικών εθίμων και εξωστρέφεια με ευρωπαϊκού τύπου προσεγγίσεις) είναι ακατόρθωτο να εντοπίσουμε το πριν και το μετά της κατάκτησης, τους ιθαγενείς πληθυσμούς και τον τρόπο ζωής μας, πριν κατακτηθούμε.

Οι πρώτοι κάτοικοι που ίσως μας έρθουν στο μυαλό είναι μάλλον οι Μυκηναίοι ή οι προϊστορικοί κάτοικοι, ανώνυμοι και χωρίς πολλά κατάλοιπα, μια σχηματική αναπαράσταση στο μυαλό μας περισσότερο, παρά αληθείς πρόγονοι. Όταν ακούμε έναν ιθαγενή της Αφρικής, της Αμερικής ή της Ωκεανίας να μιλάει για προγόνους, που σε πολλές περιπτώσεις θεωρεί και θεότητες, δεν τον κατονομάζουμε φυσικά ούτε εθνικιστή ούτε σωβινιστή ούτε τον κατηγορούμε ότι υπακούει σε έναν εθνικό μύθο. Το μυαλό μας πηγαίνει –και ορθά– στη βία και τις εξοντώσεις που δέχτηκαν αυτοί οι άνθρωποι από τους κατακτητές τους. Όταν, όμως, σήμερα ένας Έλληνας μιλάει για τους προγόνους του, η συζήτηση πηγαίνει αυτομάτως στην επιβεβλημένη εθνική του ταυτότητα.

Όταν σκεφτόμαστε τις ρίζες μας, ποιοι είμαστε, ποιοι έμεναν εδώ πριν τους κατακτητές, δεν μπορούμε να βρούμε μια άμεση ρίζα, μια άμεση πηγή, απαλλαγμένη από κρατικά μορφώματα. Είμαστε αναγκασμένοι να ανατρέξουμε στην αρχαία Ελλάδα, ενδεχομένως στην εποχή του Χαλκού κλπ. Επίσης, η αναζήτηση μιας ρίζας οδηγεί αυτόματα το νου μας στη σύνδεση με τον εθνικισμό, δηλαδή στη σύνδεση με ένα εθνικό κρατικό μόρφωμα, συνδεδεμένο με τη σειρά του με την Επανάσταση του ‘21 και τους «εθνικούς» ήρωες. Άλλοτε, η αναζήτηση μιας ρίζας πέφτει πάνω σε συλλογικά τραύματα (εμφύλιος, κατοχή, πρόσφυγες και μικρασιατική καταστροφή). Επομένως, η αναζήτηση μιας ρίζας περιστρέφεται μονίμως γύρω από την ίδρυση του ελληνικού εθνικού κράτους και των δεινών με τα οποία συνδέθηκε. Αυτή η εθνικότητα, όμως, φέρει από μόνη της μια ενοχή, επειδή, αν δεν επαναπαύεσαι σε εύκολες λύσεις (θήτης-θύμα, κατακτητής-κατακτημένος), υπερασπιστής μιας ταυτότητας που δεν συνοδεύεται από έναν τρόπο ζωής, αλλά μένει ένας τίτλος και μια βολική ανάγνωση του παρελθόντος (το τελευταίο το κάνουν τελικά οι περισσότεροι «παραδοσιακοί» σύλλογοι), τότε προβληματίζεσαι, επειδή αναγκάζεσαι να περάσεις ανάμεσα στις συμπληγάδες: εθνικισμός ή διεθνισμός;

Φυσικά, έχει χυθεί πολύ αίμα και πολύ μελάνι που δικαιολογούν αυτή την καχυποψία απέναντι στους Έλληνες προγόνους. Ακριβώς, η σχολική επιτήρηση και η κοινωνικά αποδεκτή εθνικότητα συνέδεσαν την έννοια του προγόνου όχι με αυθόρμητες προσωπικές αναζητήσεις της ρίζας, αλλά με τεχνητές και επιβεβλημέ­νες ταυτότητες, με ένα λεξιλόγιο που φύτευσε στο μυαλό του καθενός, πριν καν το συνειδητοποιήσει, μια στρεβλή εικόνα για τους προγόνους. Ωστόσο, το να επιθυμεί κανείς να αναζητήσει τις ρίζες του, την πατρίδα του, το παρελθόν του είναι μια διαδικασία πο­λύ πιο ουσιαστική και περίπλοκη από την αναπαραγωγή εθνικών ταυτοτήτων.

Αυτήν εκμεταλλεύονται οι εθνικιστές και δημιουργούν αυτές τις αυτόματες συνδέσεις. Το να αναζητάς τις ρίζες σου δεν σημαίνει ότι αναζητάς μια εθνική ταυτότητα. Είναι πολύ διαφορετικό. Το να αναζητάς τις ρίζες σου σημαίνει να αφαιρέσεις πολλά ψεύτικα ενδύματα και λέξεις, για να φτάσεις τελικά στην αλήθεια. Εμείς δεν μπορούμε να ακολουθήσουμε την πορεία μνήμης του ιθαγενούς της Αυστρα­λίας ή αυτού της Αμερικανικής ηπείρου. Αν θέλουμε να αναζητούμε τις ρίζες μας, δεν πρέπει πρώτα να δούμε από πού αντλούμε την σκέψη και τον τρόπο ζωής μας; Τι σημαίνουν σήμερα για έναν νέο άνθρωπο; Τι σημαίνουν για έναν μεγαλύτερο; Το χριστιανικό δόγμα εμφυτεύτηκε βίαια μέσα στην αρχαία ελληνική σκέψη και πλέον στην σημερινή ελληνική παράδοση μόνο σε αναβιώσεις «παγανιστικών» θρησκευτικών τελετών αναδεικνύονται πλήρως οι αρχαίες ελληνικές προεκτάσεις. Τι σημαίνει, για παράδειγμα, η χριστιανική τελετή του Ψυχοσάββατου; Τι σημαίνει η αποκριά; Τι σημαίνουν οι σαράντα μέρες λοχείας και οι σαράντα μέρες πένθους ή νηστείας; Τι σημαίνουν οι λατρευτικές καθαρτήριες φωτιές κι οι λατρείες των ιερών δέντρων σήμερα;

Πολλοί άνθρωποι στο παρελθόν και στο παρόν αναζήτησαν και αναζητούν την ελληνικότητα με έναν διαφορετικό τρόπο. Μέσα από έναν άλλον τρόπο ζωής, σκέψης και συγκρότησης. Για παράδειγμα, αυτό που ονομάζεται «αρχαίο ελληνικό πνεύμα» δεν παρουσιάζει την ομοιομορφία που μας εμφανίζουν στα σχολικά αφηγήματα. Το αρχαίο ελληνικό πνεύμα –έστω και αποσπασματικά σωζόμενο–, η αρχαία ελληνική θρησκεία, ιστορία, φιλοσοφία, αστρονομία, κοσμολογία και γλώσσα, δεν αποτελούν ένα συμπαγές και αδιατάρακτο αφήγημα εν είδει δόγματος. Απεναντίας, παρουσιάζει εξαιρετική ποικιλομορφία, πλούσιους μύθους, μυστηριακές λατρείες, φιλοσοφικούς δρόμους με εξαιρετικές εκφάνσεις της ζωής. Ωστόσο, ιδωμένο μέσα από το χριστιανικό φακό, διαστρεβλώνεται όλο και περισσότερο. Οι αρχαίες ελληνικές πόλεις παρήγαγαν μια πλούσια και πολυποίκιλη παράδοση, ανομοιογενή και με διάφορες αντιφάσεις, από τα οποία ο χριστιανισμός διατήρησε τα ιδεαλιστικά, εξιδανικευμένα πρότυπα σκέψης, αφηρημένες έννοιες περισσότερο παρά τρόπους ζωής, αγάλματα χωρίς την ψυχή που διέθεταν στην αρχαιότητα, πρότυπα αισθητικής που δεν ανταποκρίνονταν στην αρχαία σκέψη με τόσο αποστειρωμένο τρόπο.

Το ευρωπαϊκό πνεύμα ήρθε να ολοκληρώσει από την άλλη το έργο του χριστιανισμού. Οι αρχαίοι Έλληνες, κατά την ευρωπαϊκή προπαγάνδα, ήταν οι πρώτοι ορθολογιστές, που μας έδειξαν τον δρόμο για την λογική, απαλλαγμένη από δεισιδαιμονίες. Παρ’ όλο που κάθε λαός του παρελθόντος δεν ένιωθε καμιά ανάγκη να διαχωρίσει σε ξεχωριστές κατηγορίες το ιερό από το μη ιερό, το λογικό από το μη λογικό, οι νέες δυιστικές κατηγορίες της Δύσης φυτεύτηκαν στο παρελθόν μας. Οπότε, στρεφόμενοι στο παρελθόν, στεκόμαστε μπροστά σε αμίλητα, αγέλαστα, ψυχρά μάρμαρα, που η θέασή τους ανήκει στο βλέμμα του ειδικού. Οι απλοί, αμαθείς άνθρωποι αρκεί να λαμβάνουν απλώς το χάπι της εθνικότητας και του «αρχαίου ελληνικού πνεύματος» πρωί-βράδυ πριν κοιμηθούν. Αυτός ο εθνικός μύθος δεν αφυπνίζει, αλλά αποκοιμίζει. Επειδή δεν μπορεί όλοι οι αρχαίοι Έλληνες να ήταν γενναίοι πολεμιστές. Δεν μπορεί όλοι να ήταν σπουδαίοι φιλόσοφοι ή σπουδαίοι καλλιτέχνες και αρχιτέκτονες. Οι περισσότεροι θα υπέφεραν από τις ίδιες ματαιώσεις και ατέλειες με τις δικές μας. Θα ένιωθαν κι αυτοί χαμένοι. Και το κυριότερο: δεν θα πίστευαν ότι είναι αλάνθαστοι. Είναι σφάλμα να καθαγιάζεται το παρελθόν σαν κάτι ακέραιο και πλήρες, τέλειο και αλάνθαστο. Ίσα-ίσα, ο τρόπος που συνομιλεί με το παρόν ή και το μέλλον ακόμη το μεταμορφώνει κάθε φορά και του δίνει διαφορετικές διαστάσεις. Οπότε, με αυτή την έννοια, ούτε το παρελθόν είναι στατικό.

σύντροφοι για την Αναρχική απελευθερωτική δράση

Δημοσιεύθηκε στη αναρχική εφημερίδα ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ. 180, Μάρτιος 2018
Both comments and trackbacks are currently closed.