Οικολογία και Κοινωνικές Ομάδες

[…] […] Τα παραδείγματα που μπορούν να αναφερθούν μόνο για την περιοχή της Ανατολικής Στερεάς και Εύβοιας και αφορούν το «ζήτημα» περιβάλλον-οικολογία και κοινωνικές ομάδες είναι δεκάδες. Παρατηρούμε όλο και εντονότερα, ότι σε κάθε προσπάθεια αποκάλυψης ή αποτροπής κρατικών μεθοδεύσεων ή αποφάσεων, παρουσιάζεται μια οργανωμένη αντίδραση, από ένα κομμάτι της κοινωνίας που έχει συμφέροντα, παράλληλα με τις κυρίαρχες αντιλήψεις.

Δεν μιλάμε ούτε για μεμονωμένες περιπτώσεις ούτε για εστιασμένες σε συγκεκριμένο χώρο συμπεριφορές που παραδοσιακά επικρατούν Χ ή Ψ αντιλήψεις.

[Μεγάλη παρένθεση: Για παράδειγμα, η αντίδραση των κατοίκων της Αμαρύνθου τον Νοέμβριο του 2007 σε πορεία αυτόνομων/αντιεξουσιαστών με αφορμή το βιασμό μαθήτριας, καμία έκπληξη δεν μας προκάλεσε.

Πρώτον, λόγω του ναζιστικού παρελθόντος των κατοίκων της περιοχής και δεύτερον, λόγω της λαθεμένης και εν πολλοίς προκλητικής-ελιτίστικης στάσης μικρού μέρους των συμμετεχόντων της πορείας. «Η μικρή σας κοινωνία βρωμάει ρατσισμό και πατριαρχία», έγραφε ένα πανό συλλογικότητας από τη Θεσσαλονίκη, δηλώνοντας με το «σας» προφανώς μια υπεροπτικά διαχωριστική στάση που αρέσκεται να κρίνει και να σχολιάζει τα κακώς κείμενα, που συμβαίνουν σε μια …άλλη κοινωνία, τη «σας».

Λες και η πατριαρχία δεν είναι διάχυτη στην ελληνική κοινωνία. Ή, μήπως υπάρχει η πεποίθηση ότι κάποιοι κάτοικοι θα αντιληφθούν τον σεξισμό τους μέσω αυτών των διαχωρισμών; Οι άθλιες αυτές στάσεις και συμπεριφορές στις μικρές και κλειστές κοινωνίες, όπως της Αμαρύνθου, δεν αντιμετωπίζονται ούτε με απεσταλμένους δασκάλους πολιτικής ορθότητας, ούτε με τον καταγγελτικό λόγο του στυλ «εμείς οι «καλοί» και εσείς οι «κακοί».

Τέτοιες προσεγγίσεις έχουν ακριβώς τα αντίθετα αποτελέσματα, από αυτά που επιδιώκονται από την κοινωνική δράση: περιχαράκωση και ενίσχυση του τοπικισμού. Αλλά το πιο επικίνδυνο απ’ όλα είναι ότι συχνά-πυκνά από τέτοιες δραστηριότητες απουσιάζει παντελώς ή καταλαμβάνει υποδεέστερη θέση η κριτική στο κράτος, την εκκλησία, την οικογένεια που κατασκευάζουν και θρέφουν τέτοιες συμπεριφορές.   Κλείνει η παρένθεση.]

Ούτε, όμως, μιλάμε για περιπτώσεις «αγανακτισμένων πολιτών», οι οποίοι εμφανίζονται κατά καιρούς σε διάφορα σημεία. Αναφερόμαστε συγκεκριμένα σε εμφανείς και διακριτές κοινωνικές ομάδες που δρουν ανταγωνιστικά στον κοινωνικό αγώνα.

Ομάδες, που και καταπιεσμένες είναι, και προφανώς σε άλλες συνθήκες θα υιοθετούσαν και μαχητική στάση. Δεν είναι ασύνηθες το φαινόμενο όταν αγρότες παρεμποδίζουν τη διέλευση οχημάτων, οδηγοί φορτηγών να «τσαμπουκαλεύονται», ξεχνώντας δικές τους όμοιες μορφές αγώνα.

Αλλά ας επανέλθουμε στη «αντι-περιβαλλοντική βία».

Είναι ευρέως γνωστή η μόλυνση που έχει υποστεί ο υδροφόρος ορίζοντας των περιοχών Οινοφύτων, Θήβας, Αυλίδας από το εξασθενές χρώμιο, ως κατάλοιπο μεταλλουργικής δραστηριότητας. Η εναντίωση, λοιπόν, κατοίκων και ομάδων στην κρατική και καπιταλιστική επιταγή τής «άνευ όρων» βιομηχανικής δραστηριότητας σκοντάφτει όχι μόνο στους εξουσιαστές και βιομηχάνους αλλά και στους εργάτες και αγρότες της περιοχής.

Οι μεν εργάτες κατηγορούν τους κοινωνικά δραστήριους ως υπεύθυνους στο ενδεχόμενο να χάσουν τη δουλειά τους, οι δε αγρότες ότι χάριν της δημοσιότητας και έκτασης που πήρε το θέμα μόλυνσης δεν μπορούν να πουλήσουν τα προϊόντα τους στις λαϊκές αγορές.

Παρατηρούμε ότι με μαεστρικό τρόπο το κράτος κατορθώνει να βάζει δυο ουσιαστικά παρόμοια καταπιεσμένες ομάδες –εργάτες και αγρότες– να ενεργούν αντ’ αυτού. Απείρως πιο αποτελεσματικά και άμεσα.

Έτσι, στην περίπτωση των αγροτών του Αγ. Θωμά, οι ίδιοι αδιαφορώντας παντελώς για την ποιότητα του παραγόμενου προϊόντος και τις βλαβερές συνέπειες του, διαβλέπουν τον εχθρό τους όχι σε αυτούς που απαξίωσαν την παραγωγή τους και τα χωράφια τους, δηλαδή κράτος και κεφάλαιο, αλλά σε εκείνους που επιμένουν να αποκαλύπτουν και να αντιπαρατίθενται στο έγκλημα. Όσον αφορά τους φοβισμένους εργάτες, βιώνουμε μια συμπεριφορά απόρροια της λογικής ότι «η εργασία είναι δικαίωμα», «το δικαίωμα στην εργασία είναι ιερό» και άλλα παρόμοια μαρξιστικά φληναφήματα. Και το δικαίωμα στη ζωή που τοποθετείται;

Όμως, όταν γενιές και γενιές ανθρώπων έχουν μεγαλώσει με τέτοιες αντιλήψεις, παραβλέποντας ουσιαστικά την αισχρή κι εκμεταλλευτική φύση της μισθωτής εργασίας, είναι λογικό και επόμενο να μην αντιλαμβάνονται με σαφήνεια τους αξιακούς στόχους του αγώνα. Σε αυτό εδράζεται και η συχνή αμηχανία και αδράνεια του ψηφοληγούρικου ΚΚΕ να συμπαραταχθεί με κινήσεις οικολογικού χαρακτήρα που έρχονται αντιμέτωπες με τη βιομηχανία. Όταν πριν από χρόνια κυκλοφόρησε στη πόλη της Χαλκίδας από αναρχικούς αφίσα που κατήγγειλε τη ρύπανση που προκαλούν τα Τσιμέντα, αυτοί που επιφορτίσθηκαν με το έργο της αποξήλωσης ήταν μέλη του ΚΚΕ. Φυσικά το σωματείο, επιρροής ΠΑΣΟΚ και ΚΚΕ, δεν είχε κανένα πρόβλημα να μιλήσει για προβοκάτορες που θέλουν να πλήξουν τη βιωσιμότητα των Τσιμέντων (μόνο πόσα πήραμε από τον ανταγωνιστή ΤΙΤΑΝ, δεν μας είπαν).

Το σχήμα γίνεται ακόμα πιο οξύμωρο όταν αυτοί που αντιδρούν είναι εργάτες και μετανάστες εργαζόμενοι υπό άθλιες συνθήκες. Όταν λοιπόν βγήκε στην επιφάνεια το θέμα της μόλυνσης με λύματα από χοιροτροφίες και πτηνοτροφικές μονάδες του ποταμού Λήλα, που αρδεύει το Ληλάντιο πεδίο (εύφορη περιοχή με πλούσια γεωργική παραγωγή μεταξύ Χαλκίδας και Ερέτριας), εκείνοι που επιτέθηκαν, προφανώς υπό την καθοδήγηση του αφεντικού τους, ήταν μετανάστες εργάτες. Άνθρωποι που βιώνουν πολλαπλή και πολυεπίπεδη βία ήταν εκείνοι, δυστυχώς, τα «πιο πιστά σκυλιά» των αφεντικών.

Αλλά από που πηγάζει η συγκεκριμένη στάση; Από το φόβο απώλειας της εργασίας ή από την πεποίθηση ότι αποτελούν συστατικό μέρος της εταιρείας; Πιστεύουμε ότι ισχύουν και τα δυο. Πόσες και πόσες φορές δεν έχουμε ακούσει εργάτες να μιλούν για την εταιρεία που δουλεύουν σα να είναι δικιά τους, –«η εταιρεία μας», «πήραμε αυτό το έργο» κ.λπ.–, παρουσιάζοντας την εικόνα ενός υπαλλήλου που δεν βρίσκεται σε αντιμέτωπη θέση με το αφεντικό του, αλλά στην ίδια όχθη. Από την άλλη πλευρά είναι σίγουρο ότι στις περιπτώσεις εργατών-μεταναστών επιδρούν και παράγοντες πολιτισμικοί, νοοτροπίας, θρησκευτικοί δημιουργώντας ένα συνθετότερο σχήμα για διερεύνηση.

Τα πράγματα, πάντως, είναι ξεκάθαρα στην αντίδραση και στάση του σωματείου εργαζομένων της ΛΑΡΚΟ, ήδη από πέρσι μετά από αντιδράσεις για την καταστροφή του περιβάλλοντος που προκαλείται από την εν λόγω εταιρεία… Ίδια αντίδραση συναντάμε και από σωματεία, όπως ΓΕΝΟΠ-ΔΕΗ, ΟΜΕ-ΟΤΕ, που ουσιαστικά διαχειρίζονται τις καταστάσεις σαν να είναι ΔΣ των εταιρειών και όχι ως συνδικαλιστικοί φορείς που υποτίθεται πως ενδιαφέρονται για το κοινωνικό σύνολο.

Έτσι, η ΓΕΝΟΠ συμπαρατάσσεται με τη Διοίκηση της ΔΕΗ στο θέμα της εγκατάστασης μονάδας λιθάνθρακα στο Αλιβέρι. Ενώ στην περίπτωση του σωματείου της ΛΑΡΚΟ, δεν βλάπτει να θυμηθούμε τι έγραφαν πέρσι: «ξεκαθαρίζουμε σ’ όλους τους «άλλους» (εννοεί οικολόγους κλπ) ότι χαρακτηρίζονται εχθροί μας με ό,τι αυτό συνεπάγεται, είμαστε αποφασισμένοι και να συγκρουστούμε και να χτυπήσουμε αλύπητα όποιον επιχειρήσει να παίξει με το μεροκάματό μας. Δεν προειδοποιούμε, απειλούμε και βάλτε το καλά στο μυαλό σας. Αρκετά παίξατε. Τα πράγματα έχουν δυσκολέψει. Δεν θα επιτρέψουμε να χαθεί καμιά θέση εργασίας».

Αλλά η στάση των συνδικαλιστών πρέπει να διαχωριστεί απ’ τις υπόλοιπες, διότι ως ένα θεσμικό γρανάζι του συστήματος προσπαθεί εσκεμμένα να εγκλωβίσει και αποπροσανατολίσει –εργάτες και «κοινή γνώμη»– προς όφελος της κυριαρχίας.

Αντίθετα, η επιθετική στάση κοινωνικών ομάδων, όχι προς το κράτος αλλά προς αγωνιζόμενες κοινωνικές ομάδες, παρ’ ότι έχουν κοινά χαρακτηριστικά, δείχνει την διείσδυση εξουσιαστικών αντιλήψεων μέσω κυρίως της TV σε ολοένα και περισσότερα κοινωνικά κομμάτια, όπου τη θέση του κοινού συμφέροντος των καταπιεσμένων κι εκμεταλλευόμενων ανθρώπων, καταλαμβάνουν και στη συνέχεια προβάλλονται διάφορα κοντόφθαλμα συμφέροντα.

Για να το πούμε πιο απλά: οι θεσμοποιημένοι/θεσμοθετημένοι φορείς, όπως κομματικός συνδικαλισμός, είναι λογικό να αντιμετωπίζονται από την δική μας πλευρά ως τροχοπέδη στον απελευθερωτικό κοινωνικό αγώνα, αλλά πρέπει να θεωρηθούν κομμάτια κοινωνικών ομάδων που πρόσκαιρα παρουσιάζουν μια ατομικιστική λογική πιο πολύ ως ξεγελασμένοι και όμηροι κυρίαρχων αντιλήψεων. Όμως και την σκληρή κριτική θα υποστούν για τη στάση τους και την διευκρίνιση ότι καμία κοινωνική ομάδα δεν βρίσκεται υπό ασυλία για ο,τιδήποτε πράττει. Εχθροί μας είναι το κράτος και οι καπιταλιστές, αλλά εχθρευόμαστε ταυτόχρονα και την οποιαδήποτε εξουσιαστική συμπεριφορά οποιουδήποτε και από όπου και εάν προέρχεται.

Δεν θα παίξουμε το παιχνίδι του κράτους, με την τεχνική της έντασης, ώστε μια κοινωνική μερίδα να στρέφεται εναντίον της άλλης, αλλά ούτε θα το βουλώσουμε απέναντι σε τέτοιες συμπεριφορές, όπως ουσιαστικά κάνουν για πολιτικούς-ψηφοθηρικούς λόγους τα κόμματα. Είναι δεδομένο ότι οι μικροεξουσίες, που εμφανίζονται στις καθημερινές ανθρώπινες σχέσεις, μεταβιβάζονται και στο κοινωνικό επίπεδο. Είναι απόρροια των πολύπλευρων καταπιεστικών μηχανισμών που επιδρούν στη κοινωνία κατασκευάζοντας φυλακισμένες συνειδήσεις, συντηρητικές αντιλήψεις και φοβικά σύνδρομα. Απόρροια του κράτους και της εξουσίας, απόρροια του κεφαλαίου και της κυριαρχίας.

Και ως τέτοια οφείλουμε να τα αντιμετωπίσουμε.

Αναρχικός Πυρήνας Χαλκίδας

Από την ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ. 82, Απρίλιος 2009
Both comments and trackbacks are currently closed.