Το Γυμνό Σώμα από την Αρχαιότητα ως τους σύγχρονους πολιτισμούς (Μέρος Δ΄)

Ολόκληρος ο άνθρωπος από την κορυφή μέχρι τα νύχια παραμένει έτσι, όπως ήταν, βουτηγμένος σε μια πλημμύρα κακίας, έτσι ώστε κανένα τμήμα να μην μένει αναμάρτητο και έτσι τα πάντα που πηγάζουν από αυτόν να θεωρούνται ως αμαρτία. Ιωαννης Καλβίνος, Μεταρρυθμιστής του 16ου αιώνα)

Η αδυναμία μας δεν έγκειται στα έργα μας, αλλά στη φύση μας. Η προσωπικότητά μας, η φύσή μας, καθώς και ολόκληρη η ύπαρξή μας έχουν διαφθαρεί εξαιτίας του προπατορικού αμαρτήματος του Αδάμ. (Μαρτίνος Λούθηρος, Μεταρρυθμιστής του 16ου αιώνα).

Η Πουριτανική Ηθική, η Βικτωριανή Εποχή και η Ντροπή για το Σώμα

Ο Καλβίνος, ένας Γάλλος, ο οποίος εξοργίστηκε από τον πλούτο, τον στόμφο και την ελευθεριότητα των ηθών της ηγεμονευούσης Καθολικής Εκκλησίας, έγινε ηγέτης του κινήματος της Μεταρρύθμισης. Αναγκάστηκε να φύγει από τη χώρα του, όμως έλαβε αναγνώριση στην Ελβετία ως ιδρυτής του προτεσταντικού Πρεσβυτεριανιασμού. Απέκτησε φήμη ως ιδρυτής της «πουριτανικής ηθικής».

Ο Μαρτίνος Λούθηρος, ένας Γερμανός μοναχός, ήταν ο «πατέρας της Μεταρρύθμισης». Το 1517 αποσπάστηκε από την παπική εξουσία για να σχηματίσει την Προτεσταντική Λουθηρανική Εκκλησία, επαναστατώντας ενάντια σε αυτό που θεωρούσε ως χαλάρωση των ηθών και υπερβολές της Καθολικής Εκκλησίας και της αριστοκρατίας της. Ο Λούθηρος έφερε μια φονταμενταλιστική, απέριττη θρησκεία σε μια έτοιμη και πρόθυμη μεσαία τάξη.

Με την έλευση του Προτεσταντισμού ήρθαν βιβλικές ερμηνείες που τόνιζαν, όσο ποτέ άλλοτε, ότι η ακαθαρσία και η αμαρτία ενυπάρχουν στο ανθρώπινο σώμα. Επίσης, τόνιζαν τον φόβο για τον διάβολο. Ενώ ο Θεός ήταν το μυαλό και το πνεύμα, ο διάβολος αντιπροσώπευε το κακό και τον δελεαστικό αισθησιασμό του σώματος. Γυναίκες ύποπτες ότι ήταν μάγισσες είχαν διωχθεί και καταδικαστεί σε θάνατο με την παραμικρή φημολογία. Μια δοκιμασία για την ανίχνευση τού εάν μια γυναίκα ήταν μάγισσα στην Αγγλία (καταργήθηκε το 1219, αλλά λέγεται ότι την εφάρμοζαν ως τον 18ο αιώνα) περιγράφεται στο Αιρέσεις και Αποκρυφισμός του Ρόμπερτ Τ. Σμιθ. «Πρώτα την ξεγύμνωναν. Στη συνέχεια, έδεναν τον αντίχειρα του δεξιού χεριού στο μεγάλο δάχτυλο του αριστερού ποδιού. Έπειτα, τον αντίχειρα του αριστερού χεριού στο μεγάλο δάχτυλο του δεξιού ποδιού. Στη συνέχεια την πέταγαν σε ένα ποτάμι ή μια λίμνη. Αν αυτή βυθίζονταν και πνιγόταν, δεν ήταν μια μάγισσα. Εάν επέπλεε, είχε τη βοήθεια του Διαβόλου και θα την τραβούσαν έξω ώστε να εκτελεστεί.»[1]

Η πουριτανική ηθική ήρθε στην Αμερική με το Μέυφλαουερ. Οι πρώτοι άποικοι ήταν εργατικοί προτεστάντες πρωτοπόροι προσκυνητές που δεν είχαν ούτε χρόνο, ούτε διάθεση για επιπολαιότητες. Η ενοχή του σώματος και η ντροπή έγινε νόμος στη χώρα και ο νόμος αυτός ήταν ακόμα πιο ακραίος στις Ηνωμένες Πολιτείες απ’ ότι ήταν στο εξωτερικό. Στην Ευρώπη, η ακραία σεμνοτυφία περιορίζονταν σε μεγάλο βαθμό στη μεσαία τάξη, δεδομένου ότι η αριστοκρατία και οι κατώτερες τάξεις είχαν δυνατότητα να ασκήσουν περισσότερες ελευθερίες σύμφωνα με τους κανόνες των θρησκευτικών ηθικολόγων. Ωστόσο, στην Αμερική, η ηθική απαγόρευση κατά των λεγόμενων «πράξεων του Διαβόλου» ήταν ισχυρότερη.

Κατά τη διάρκεια του 1600 και του 1700, οποιαδήποτε απόκλιση από τον κανόνα είτε στη συμπεριφορά είτε στον τρόπο ζωής ήταν ύποπτη. Υστερικοί ζηλωτές πραγματοποιούσαν κυνήγι μαγισσών που ήταν ακόμη πιο παράλογο από τα κυνήγια μαγισσών στην Ευρώπη. Επίσης, ένας νόμος σε ισχύ, εν όσω το Νιού Τζέρσευ ήταν ακόμα βρετανική αποικία, καταλόγιζε την ίδια ποινή με τις μάγισσες για όσες γυναίκες: «… είτε παρθένες, είτε υπηρέτριες, είτε χήρες που μετά την ψήφιση αυτού του Νόμου, επιβληθούν, αποπλανήσουν, ή προδώσουν τον γάμο τους με οποιοδήποτε υπήκοο της Αυτού Μεγαλειότητας μέσω αρωμάτων, καλλυντικών, βαφών, χρωμάτων, τεχνητών δοντιών ή ψηλοτάκουνων παπουτσιών.»[2]

Στην Ευρώπη, μετά τα λίγα χρόνια της φυσικής και συναισθηματικής ελευθερίας του σώματος που σημειώθηκαν κατά την περίοδο του Ναπολέοντα, έγινε μεταστροφή προς την πουριτανική καταστολή, γνωστή στην ιστορία ως Βικτωριανή περίοδος. Αναπτυσσόταν μια ηθική της μεσαίας τάξης που έδινε έμφαση στην αυτοδυναμία, τον αυτοέλεγχο και την αγάπη για την εργασία. Αυτό ταιριάζει γάντι με τις απόψεις των θρησκευτικών ηθικολόγων, των οποίων τις πεποιθήσεις υποστήριζε πλέον η ηγεμονεύουσα μοναρχία. Στην Αγγλία, η Βασίλισσα Βικτωρία (η οποία βασίλεψε μεταξύ 1837 και 1901) και ο πρίγκιπας Αλβέρτος έθεσαν ένα σύνολο προτύπων συμπεριφοράς που έγιναν αποδεκτά ως η νέα ηθική της Ευρώπης και της Βόρειας Αμερικής.[3]

Η ντροπή για τις σεξουαλικές επιθυμίες και τις σεξουαλικές δραστηριότητες έφτασαν σε τέτοια άκρα, που μια γυναίκα στα μέσα της δεκαετίας του 1800 καταπίεζε και έκρυβε όλα τα μέρη του σώματος της εκτός από το πρόσωπό. Φορούσε στρώματα από μεσοφόρια και ήταν τυλιγμένη με ρούχα, όπως μπλούζες με ψηλό λαιμό ως φούστες με έξτρα ύφασμα στο πίσω μέρος και με μήκος ως το πάτωμα, με σκούφια που να καλύπτει τελείως το κεφάλι της και με σάλι να τυλίγεται γύρω από όλο της το σώμα. Ακόμα και τα χέρια μιας γυναίκας ήταν κρυμμένα. Ένα περιοδικό του 1840 για κυρίες της Βικτωριανής εποχής, συμβούλευε, ότι «Τα γάντια είναι πάντα χαριτωμένα για μια κυρία μέσα στο σπίτι εκτός από την ώρα του γεύματος. Και μερικές γυναίκες δεν εμφανίζονταν ούτε στο τραπέζι «με γυμνά χέρια». Φορούσαν γάντια χωρίς δάχτυλα.»[4] Οι άνδρες, επίσης, αναμενόταν να είναι «σωστοί», τόσο στον τρόπο ενδυμασίας όσο και στους καλούς τρόπους.

Ωστόσο, το να εξαφανίζεται το σώμα δεν ήταν επαρκές για την ηθική της βικτωριανής περιόδου. Οι σεξουαλικές λέξεις και οι αναφορές σε μέρη του σώματος αφαιρέθηκαν από τη «σωστή» γλώσσα για να αποφευχθεί η διέγερση της αμαρτωλής σεξουαλικής επιθυμίας. Ήταν προσβλητικό να γίνει αναφορά στο ανθρώπινο σώμα σε μικτή παρέα της ευγενικής κοινωνίας. Τα πόδια έγιναν «άκρα», το «μπούτι κοτόπουλου» έγινε «σκούρο κρέας» και το «στήθος κοτόπουλου» «λευκό κρέας». Μερικοί άνθρωποι έφτασαν την σεμνότητα στα άκρα της και έφτασαν να καλύπτουν στοιχεία όπως τα πόδια του πιάνου. Ο Τόμας Μπόουντλερ έφερε το «σέβας» στον Σαίξπηρ, δημοσιεύοντας δέκα τόμους των έργων του και αφαιρώντας όλες τις λέξεις που υπαινίσσονταν το σεξ ή την γύμνια.

Η βικτωριανή εποχή διήρκεσε από τα μέσα του δέκατου ένατου αιώνα έως τις αρχές του εικοστού. Δημιούργησε μια κοινωνία αντιφάσεων με το να θέσει ταμπού σε φυσιολογικές βιολογικές λειτουργίες και ορμές του σώματος. Ιατρικά βιβλία της εποχής έγραφαν ότι κάθε γυναίκα που είχε σεξουαλική ευχαρίστηση ήταν ανώμαλη. Η ψυχρότητα για τις γυναίκες κρίθηκε επιθυμητή, και οι γιατροί συνταγογραφούσαν ηρεμιστικά για όσες δεν ήταν ψυχρές. Ενώ ήταν αποδεκτό για τους άνδρες να έχουν σεξουαλικές επιθυμίες, το ιατρικό επάγγελμα προειδοποιούσε ότι οι άνδρες θα οδηγηθούν σε μια μόνιμη αποστράγγιση των ψυχικών και σωματικών τους πόρων.

Παρ’ όλα αυτά, η υπερηφάνεια του βικτωριανού συζύγου που έχει μια «σωστή» γυναίκα ήταν ένα προσωπείο που έκρυβε μια σκοτεινή πλευρά. Υπήρξαν περισσότερες πόρνες ανά κάτοικο στους δρόμους του Λονδίνου κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου από ό, τι σε οποιαδήποτε άλλη περίοδο της ιστορίας εκείνης της πόλης. Υπήρξε άνθηση της πορνογραφίας και του κερδοφόρου εμπορίου παρθένων. Νεαρά κορίτσια απήχθησαν: «Το ποσοστό στην παράνομη αγορά κυμαίνονταν μεταξύ πέντε και σαράντα λιρών ανάλογα με την ηλικία και την ομορφιά τους.»[5] Αφού τις είχαν ξεπαρθενιάσει, τα κορίτσια αυτά συχνά εντάσσονταν στις τάξεις των ιερόδουλων. Αυτό ήταν το αποκορύφωμα των «γαλλικών καρτ-ποστάλ», τυπωμένες φωτογραφίες γυμνών κοριτσιών, που με τα σημερινά δεδομένα θα μπορούσαν να θεωρηθούν κάτι λίγο περισσότερο από πονηρές ή απλά υπαινικτικές. Ωστόσο, αυτές οι κάρτες ήταν αναμφίβολα «ερεθιστικές» για τους στερημένους άνδρες που δεν είχαν καμία άλλη ευκαιρία για να ικανοποιήσουν τη φυσική τους περιέργεια για το γυναικείο σώμα. Σε αυτά τα πλαίσια, αναφέρεται ότι οι ποιητές-σύμβολα του ρομαντισμού του δέκατου ένατου αιώνα, Ελίζαμπεθ Μπάρρετ και ο σύζυγός της, ο Ρόμπερτ Μπράουνινγκ, δεν είδαν ποτέ γυμνό ο ένας το σώμα του άλλου.

Υπήρχε λογοκρισία στα βιβλία, την τέχνη, το θέατρο και τον χορό. Ωστόσο, το γυμνό επιτράπηκε σε έργα ζωγραφικής με αλληγορικό ή χερουβικό χαρακτήρα. Ήταν επίσης αποδεκτό το να δεις τον βασανισμό γυμνών ή ντυμένων με διαφανή υφάσματα αγίων και εικόνες από τον αισθησιακό, πάσχοντα Σωτήρα σε αξιοσέβαστα σπίτια. «Στο ημίφως ενός παρεκκλησίου, ο Άγιος Σεβαστιανός θριάμβευσε σε καμβά και γλυπτό ως ένα δοξασμένο ελκυστικό μοντέλο των ευσεβών, ενώ θα μπορούσαμε πάντα να βασιστούμε στον Αδάμ και την Εύα, τους αιώνιους επιδειξίες, για να σώσουν τη γύμνια από τη λήθη. Στο απλό φως της ημέρας, ωστόσο, το ανθρώπινο σώμα ήταν επιμελώς κρυμμένο από τα μάτια. Τα ρούχα δεν άφηναν κανένα περιθώριο στα βλέμματα.»[6]

Ωστόσο, η απεικόνιση της πραγματικότητας στην κοσμική τέχνη προκάλεσε βίαιες αντιδράσεις κατά τη διάρκεια της βικτωριανής περιόδου. Γνωστά έργα, όπως οι Λουόμενοι του Γκυστάβ Κουρμπέ και το Μεσημεριανό στο Γρασίδι του Μανέ και η Ολυμπία, είχαν θεωρηθεί άσεμνα. Ενώ ο Γάλλος συγγραφέας Εμίλ Ζολά υπερασπίστηκε με πάθος τον Μανέ, η εκτεταμένη συλλογή ελληνικών και ρωμαϊκών αγαλμάτων που εμφανίζονται στο Βατικανό ήταν ντυμένα με φύλλα συκής στα επίμαχα σημεία. Τα γυμνά γλυπτά που αποστέλλονταν σε μουσεία από τους ιεραποστόλους ήταν ακρωτηριασμένα ή καλυμμένα με υφάσματα στις οσφυϊκές χώρες.

Στα τέλη της δεκαετίας του 1940, είχε ανατεθεί σε μια ομάδα από το περιοδικό Λάιφ (Life) να τραβήξει τις πρώτες έγχρωμες φωτογραφίες της διάσημης Καπέλα Σιξτίνα στο Βατικανό. Οι Εκκλησιαστικές αρχές συνεργάστηκαν υπό έναν όρο. Όλες οι φωτογραφίες της διάσημης οροφής του Μιχαήλ Αγγέλου έπρεπε να λογοκριθούν πριν από τη δημοσίευση για να αφαιρεθεί η εμπρόσθια γυμνότητα των απεικονιζόμενων προσώπων. Ωστόσο, δεν υπήρχε κανένας περιορισμός σχετικά με τη φωτογράφηση των τοιχογραφιών στους κάτω τοίχους. Έγινε γνωστό ότι ένας από τους προηγούμενους πάπες είχε αναθέσει σε έναν καλλιτέχνη να αναλάβει τη φροντίδα του γυμνού του κάτω επιπέδου ζωγραφίζοντας κλαρωτά κομμάτια υφάσματος πάνω από τα εκτεθειμένα επίμαχα σημεία. Καθώς η περίφημη οροφή ήταν τόσο απρόσιτη, τα εικονιζόμενα πρόσωπα της δεν είχαν υποβληθεί σε… ντύσιμο.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες είχαν τον Άντονυ Κόμστοκ, διαβόητο για τις σταυροφορίες του ενάντια σε οτιδήποτε που να υποδηλώνει το φύλο ή τον αισθησιασμό. Ένας ειδικός πράκτορας στο Ταχυδρομείο των ΗΠΑ ξεκίνησε, το 1868, να εξαπολύει μια αδυσώπητη μάχη κατά του «πορνό», με αποτέλεσμα την κατάσχεση αριστουργημάτων διάσημων ζωγράφων και συγγραφέων, όπως ο Τζωρτζ Μπέρναρντ Σω, ο Τολστόι, ο Ζολά, ο Μπαλζάκ, ο Σταντάλ, και ο Φλωμπέρ. Η δύναμη λογοκρισίας του περιόρισε την ελευθερία του σώματος, την τέχνη και τα αναγνώσματα σε εθνικό επίπεδο για τέσσερις δεκαετίες. Και οι κατασταλτικές εντολές του παρέμειναν μέρος του αμερικανικού ταχυδρομικού κανονισμού για πολλά χρόνια μετά το θάνατό του.[7]

Οι λόγιοι της εποχής εκείνης βρίσκονταν συνεχώς σε πόλεμο με τον Κόμστοκ. Οι συγγραφείς και οι κριτικοί παραπονέθηκαν ότι «… σε πολλές περιπτώσεις τα εν λόγω βιβλία και θεατρικά έργα και οι πίνακες ήταν πορνογραφικά μόνο στην πιο άγρια φαντασία.»[8] Η εμμονή του Κόμστοκ σχετικά με αυτό που θεωρείται πορνό, τον μύησε σε πολλά από τα αριστουργήματα της σημερινής ερωτικής τέχνης, όπως τα έργα του Ντέηβιντ Χ. Λώρενς και του Χένρυ Μίλλερ, το ναό τέχνης Κάμα Κάλα της Ινδίας, καθώς και σε πολλά γλυπτά και ζωγραφικά έργα του δέκατου ένατου και των αρχών του εικοστού αιώνα. Ίδρυσε επίσης την Εταιρεία της Νέας Υόρκης για την Καταστολή της Διαστροφής, του έδωσαν αστυνομικές εξουσίες, και οπλοφορούσε, όταν έψαχνε για διεστραμμένους παραβάτες. «Σε μια περίπτωση μπήκε σε έναν οίκο ανοχής και πρόσφερε σε τρεις γυναίκες δεκατέσσερα δολάρια για να γδυθούν, στη συνέχεια, τις συνέλαβε μόλις το έκαναν.»[9] Ο προκάτοχος του Κόμστοκ ήταν ο ιερέας «θα καείτε στην κόλαση» Τζον Ρ. ΜακΝτάουελ. Αυτός ο προστάτης των μαζών από τα δεινά της ασέλγειας ήταν κρυφά ένας συλλέκτης πορνογραφικού υλικού.[10]

Ίσως η πιο σκληρή και καταστροφική εκδήλωση της Βικτοριανής ηθικής ήταν η κακή μεταχείριση των ιθαγενών πολιτισμών από τις θρησκευτικές ιεραποστολές και τους ευρωπαίους αποίκους. Χωρίς να λαμβάνονται υπόψη η γηγενής υπερηφάνεια και αξιοπρέπεια, τα θρησκευτικά έθιμα τους, ούτε η πρακτικότητα των ενδυμάτων και του τρόπου ζωής τους, η αλαζονική βικτωριανή ηθική απαίτησε τη συμμόρφωση με τα ευρωπαϊκά έθιμα. Ο εξαναγκασμός να φορέσουν ρούχα οι λαοί, των οποίων οι πολιτισμοί τους επέτρεπαν προηγουμένως να βιώσουν την ελευθερία του σώματος, δεν ήταν μόνο εξευτελιστική και ταπεινωτική, αλλά και μια αποτελεσματική και διαρκής υπενθύμιση της «κατώτερης» κληρονομιάς και θέσης. Μια έκθεση του 1894 από έναν πρώην κυβερνήτη ενός χωριού Τόνγκα περιγράφει αυτούς τους όρους: «Τιμωρούταν με πρόστιμο και φυλάκιση αν φορούσε την τοπική ενδυμασία. Τιμωρούταν με πρόστιμο και φυλάκιση αν άφηνε μακριά μαλλιά ή εάν στόλιζε το κεφάλι με ένα στεφάνι από λουλούδια. Τιμωρούταν με πρόστιμο και φυλάκιση αν πάλευε ή αν έπαιζε μπάλα. Τιμωρούταν αν δεν φορούσε πουκάμισο και παντελόνι και, σε ορισμένες περιοχές, πανωφόρι και παπούτσια επίσης…».[11]

Οι Χριστιανοί ιεραπόστολοι δημιούργησαν ενδύματα από οποιαδήποτε πηγή ήταν διαθέσιμη. Συχνά ανάγκαζαν τους ντόπιους να φορούν ενδύματα σαν σακιά, ή τους έβαζαν να φορέσουν περίεργα ενδύματα που τα είχαν απορρίψει στην Ευρώπη και τα έστελναν εκεί. Ο Ρίτσαρντ Χάρινγκτον λέει, πως είδε «έναν γεροδεμένο μαύρο αχθοφόρο στην Λέοπολντβίλ να φορά τη ροζ σκούφια ενός παιδιού, χωρίς να γνωρίζει ότι ήταν γελοίο στα μάτια του λευκού ανθρώπου. Έχω δει αφρικανές γυναίκες με παλιούς στηθόδεσμους τοποθετημένους επάνω από τα στήθη τους για χρήση ως τσέπες.»[12]

«Δεδομένου ότι οι ντόπιοι δεν είχαν μάθει να πλένουν ή να επιδιορθώνουν τα ρούχα, τους πήρε πολύ χρόνο για να προσαρμοστούν στον ευρωπαϊκό τρόπο ενδυμασίας, ντύνονταν με ρούχα που αρχικά τα φορούσαν έως να λιώσουν. Υπήρξε μια μεγάλη μείωση στο επίπεδο της σωματικής καθαριότητας με αποτέλεσμα δερματικές παθήσεις και άλλες λοιμώξεις».[13] Οι ντόπιοι είχαν υποβληθεί στο ίδιο είδος αμηχανίας, όταν τους έβλεπαν ντυμένους, όπως εμείς, σε μια κοινωνία ντυμένων ανθρώπων, θα αισθανόμασταν αν μας ανάγκαζαν να τα βγάλουμε. Είναι θαύμα πως δεν κατέληξαν στη χύτρα του κανίβαλου περισσότεροι ιεραπόστολοι!

Ωστόσο, πάντα υπήρχαν φωνές διαμαρτυρίας κατά των ηθικολογικά, αντισεξουαλικά και γεμάτα ντροπή για το σώμα διαταγμάτων της βικτωριανής περιόδου, κυρίως από τις μορφωμένες τάξεις. Το 1833, ο Τόμας Καρλάιλ έγραψε ένα πολυσυζητημένο βιβλίο, το Sartor Resartus (ντύνοντας ξανά τον ράφτη), στο οποίο αμφισβήτησε το δόγμα του απαραίτητου χαρακτήρα των ενδυμάτων. Θα συζητήσει την ηθική, θρησκευτική, και πολιτική επιρροή των ρούχων, παρατηρώντας χιουμοριστικά ότι αν υπήρχε γύμνια στη Βουλή των Λόρδων, η δύναμη τους θα μειωνόταν. Επίσης, ο ίδιος εξέτασε φιλοσοφικά τη δυνατότητα ενός γυμνού κόσμου.[14]

Ο Βενιαμίν Φρανγκλίνος έγραψε σχετικά με την καθημερινή τελετουργία του, που ήταν να κάνει ένα γυμνό μπάνιο στον ψυχρό αέρα κάθε πρωί, ενώ διάβαζε ή έγραφε. Φέρεται να τον έχουν δει να κολυμπά στον Τάμεση στο Λονδίνο, χωρίς ρούχα. Στην πόλη Λέυσιν, στην Ελβετία, ο Δρ Τσάρλς Ρόλιερ έβρισκε την θεραπεία κατά της φυματίωσης και άλλων ασθενειών συνταγογράφοντας την ηλιοθεραπεία ως στοιχείο της θεραπείας. Βρετανοί συγγραφείς και καλλιτέχνες, όπως ο Τζωρτζ Μπέρναντ Σω, ο Όσκαρ Γουάιλντ, και ο Όμπρευ Μπήρντσλευ, γελοιοποίησαν τα ήθη της κοινωνίας τους και απέδειξαν τις πεποιθήσεις τους φορώντας κατά καιρούς ακραία ρούχα ή έχοντας αντισυμβατική συμπεριφορά. Στην Αμερική, ο συγγραφέας Χένρυ Ντέιβιντ Θόρο και ο ποιητής Γουάλτ Γουίτμαν εξέφρασαν έντονα συναισθήματα για την ανάγκη της επιστροφής στη φύση αθωότητα και την ελευθερία του σώματος.

Ο Μοντερνισμός του Εικοστού Αιώνα

Στην αρχή του αιώνα, η διάσημη Αμερικανίδα χορεύτρια Ισιδώρα Ντάνκαν άρχισε να φορά χαλαρά κλαρωτά ρούχα στην καθημερινή ζωή και στη σκηνή, λέγοντας: «Ζω στο σώμα μου σαν ένα πνεύμα σε ένα σύννεφο.» Είχε γοητεύσει το κοινό στην Αμερική και την Ευρώπη με την χαριτωμένη νέα ελευθερία και την εκφραστικότητα των παραστάσεων της με τους αέρινους, ριχτούς ελληνικούς χιτώνες. Με την αντισυμβατικότητα της, η Ντάνκαν όχι μόνο ξεκίνησε μια νέα μόδα στο χορό αλλά και άνοιξε το δρόμο στον μοντερνισμό του εικοστού αιώνα στα είδη ένδυσης, καθιστώντας τον κορσέ παρωχημένο.

Η εξέγερση εναντίον της βικτωριανής ένδυσης πήρε άλλη τροπή στη Γερμανία, όπου, το 19O3, ο Ρίτσαρντ Ούνγκεβιτερ έγραψε ένα βιβλίο, το Die Nacktheit, στο οποίο υποστήριζε την επιστροφή στην αρχαία ελληνική στάση απέναντι στο γυμνό για λόγους υγιεινής και ηθικολογίας. Το 1905 ο Πωλ Ζίμερμαν άνοιξε το πρώτο θέρετρο για τον κοινωνικό και οικογενειακό γυμνισμό, το πάρκο Freilichtpark. Την ίδια στιγμή ένας άλλος γερμανός, ο Δρ Χάινριχ Πούντορ, έγραψε ένα βιβλίο με τίτλο Nacktcultur, στο οποίο συζήτησε τα οφέλη του γυμνού στην αλληλομόρφωση και υποστήριξε την απόλαυση του αθλητισμού χωρίς δυσκίνητα ρούχα. «Ο Δρ Πούντορ ονόμαζε την γύμνια αριστοκρατική και τα ρούχα ένα χαρακτηριστικό των πληβείων, δηλώνοντας ότι όλα τα έθνη που αγνοούν τα δικαιώματα των λαών τους στη γύμνια γρήγορα γίνονται παρακμιακά.»[15] Το κίνημα των γυμνιστών (που σήμερα έχει λάβει παγκόσμια διάσταση) ξεπήδησε από αυτούς τους απλούς ανθρώπους, που αψήφησαν έντονα αυτό που για έναν αιώνα ήταν η νοοτροπία της άρνησης του σώματος.

Το κίνημα των γυναικών σουφραζετών είχε αρχίσει να αμφισβητεί το κατεστημένο πριν τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο, αλλά δεν ήταν παρά μετά τον πόλεμο που η ασφυκτική βασιλεία της κατασταλτικής ηθικής άρχισε να κλυδωνίζεται. Όταν οι άνδρες τους πήγαν στον πόλεμο, οι γυναίκες ανέλαβαν την ευθύνη της διαχείρισης των οικογενειών τους και εργάστηκαν σε θέσεις εργασίας, που ποτέ πριν δεν ήταν στη διάθεσή τους. Από το 1920 οι γυναίκες είχαν οι ίδιες πετάξει τα καταπιεστικά φορέματα και έδειχναν το σώμα τους με στενές μπλούζες και κοντές φούστες. Οι γυναίκες απέρριπταν ακόμη και το στέμμα της θηλυκότητας κόβοντας τα μαλλιά τους «αγορίστικα». Η περιέργεια για τη γύμνια αντικαταστάθηκε από το γυμνό σε δημόσια θέα στην ψυχαγωγία. Το στριπτίζ μπουρλέσκ, το έργο Ζίγφελντ Φολίζ (στμ. βαριετέ), το μιούζικαλ Βάνιτιζ του ιμπρεσάριου Έρλ Κάρολ, καθώς και τα Σκάνδαλα του Τζωρτζ Γουάιτ ήταν εντυπωσιακές και αισθησιακές εκδηλώσεις της χαράς και της ομορφιάς του γυναικείου σώματος. Στις πιο τολμηρές Παρισινές σκηνές, οι μουσικές παραγωγές περιελάμβαναν πλήρη γυμνότητα.

Ωστόσο, η ανεκτική αίγλη της «επιπόλαιης» δεκαετίας του 1920 μετριάζεται από τη μεγάλη ύφεση που ακολούθησε. Ως εκείνη την εποχή το σώμα είχε απελευθερωθεί από τα δυσκίνητα ρούχα, η σεξουαλικότητα είχε αναγνωριστεί δημόσια, και δεν φαινόταν να μπορεί να γυρίσει στο παρελθόν. Παρ’ όλα αυτά, υπήρχαν και υπάρχουν πολλές ενδείξεις ότι ο πολιτισμός μας στο σύνολό του δεν έχει αποκοπεί εντελώς από την κληρονομιά της ενοχής και της ντροπής που είναι ριζωμένες στο «προπατορικό αμάρτημα» το οποίο περιγράφεται στις βιβλικές ρίζες.

Το γυμνό σώμα εξακολουθεί να θεωρείται αφύσικο. Το γυμνό στην αμερικανική τηλεόραση είναι σπάνιο. Κατά τη διάρκεια των πρωινών ωρών, όταν τα παιδιά παρακολουθούν τηλεόραση, το γυμνό δεν είναι επιτρεπτό. Τα παιδιά προστατεύονται από τις «καταστροφικές» συνέπειες τού να δουν ένα φυσικό, φυσιολογικό και ακίνδυνο ανθρώπινο σώμα, αλλά η σωματική βία συγχωρείται θεωρούμενη ως ψυχαγωγία για τα παιδιά μας και για εμάς τους ίδιους. Είναι τόση η σύγχυση που υπάρχει σ’ αυτά τα συστήματα αξιών, που βοηθούν ώστε να κλειστούν θέσεις για το ανάκλιντρο του ψυχιάτρου!

Από το βιβλίο της Aileen Goodson, «Θεραπεία, Γυμνισμός και Χαρά».

Η μετάφραση των κειμένων που δημοσιεύθηκαν στην ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ.128,129,130 έγινε από την Κ.

 

[1] Ρόμπερτ Τ. Σμιθ, Αιρέσεις και Αποκρυφισμός (Μιννεάπολις: Winston Press, 1973).

[2] Λώρενς Λάνγκνερ, Η Σημασία του να Φοράς Ρούχα (Νέα Υόρκη: Hastings Rouse Press, 1959).

[3] Έντμουντ Κήμαν, «Ο 19ος αιώνας και το γυμνό», Γυμνή Ζωή # 1 (Λος Άντζελες: Elysium Publishing, Inc, 1961).

[4] Έμιλυ Κόλμαν και Μπέτυ Έντουαρτς, Απελευθέρωση του Σώματος (Λος Άντζελες: JP Tarcher, Inc, 1977).

[5] Λεβίνσκυ, στο ίδιο.

[6] Ρουντόφσκυ, Το Ντεμοντέ Ανθρώπινο Σώμα, στο ίδιο.

[7] Λεβίνσκυ, στο ίδιο.

[8] Χάρτμαν και άλλοι, στο ίδιο.

[9] Ντένις Κρεγκ Σμιθ και Δρ. Γουίλιαμ Σπαρκς, Μεγαλώνοντας χωρίς ντροπή (Λος Άντζελες: Elysium Growth Press, 1986).

[10] Λεβίνσκυ, στο ίδιο.

[11] Ρουντόφσκυ, Το Ντεμοντέ Ανθρώπινο Σώμα, στο ίδιο.

[12] Ρίτσαρντ Χάρινγκτον, «Το Γυμνό που Χάνεται», Γυμνή Ζωή # 27 (Λος Άντζελες: Elysium Publishing, Inc, 1965).

[13] Χίρνινγκ, στο ίδιο.

[14] Κίρναν, στο ίδιο.

[15] Όπως Προηγ

Advertisements
Both comments and trackbacks are currently closed.