Οι Ισπανοί Αναρχικοί. Τα ηρωικά χρόνια 1868 – 1936

Συγγραφέας: Μάρραιη Μπούκτσιν

Έκδοση: Βιβλιοπέλαγος

Η ιστορία της κοινωνικής επανάστασης στην Ιβηρική χερσόνησο, στα μέσα της δεκαετίας του 1930 και η δράση των αναρχικών σε αυτή, λειτούργησε, και λειτουργεί ακόμη για πολλούς, σαν σημείο αναφοράς για την οργανωτική της λειτουργία, τον αντιφασιστικό χαρακτήρα της, όσο και για την ένοπλη πρακτική της. Ο καθένας, ανάλογα τα ιδεολογικά γυαλιά που φόρεσε, ερμήνευσε επί μέρους την σημασία της και προσπάθησε να την εξηγήσει αποσκοπώντας σε ίδια συμφέροντα.

Το βιβλίο «Οι Ισπανοί Αναρχικοί – Τα ηρωικά χρόνια 1868-1936» έρχεται με μια αντικειμενική οπτική γωνία να βάλει στη θέση τους όσους πίστεψαν και πιστεύουν ακόμα ότι οι κοινωνικές διεργασίες μπορούν να ξεκινήσουν απλά επειδή κάποιοι το αποφάσισαν, φέροντες το ύφος του «πρωτοπόρου καθοδηγητή».

Ο συγγραφέας, Μάρεη Μπούκτσιν, στην εισαγωγή του αναφέρει τους λόγους που τον οδήγησαν στη συγγραφή αυτού του βιβλίου. Ένας λόγος ήταν, η απομυθοποίηση του ρόλου των αριστερών/μαρξιστών σε σχέση με την κοινωνική κατάσταση στην Ισπανία (ζούσε στην αντίπερα όχθη του Ατλαντικού κατά τη διάρκεια του ισπανικού εμφυλίου) και η ανάγκη για την καταγραφή μιας θαυμαστής ιστορικής εμπειρίας του «αναρχικού κινήματος» στην Ισπανία, το οποίο ήταν ελάχιστα γνωστό στους αμερικανούς ριζοσπάστες, πόσο μάλλον σε άλλους λιγότερο πολιτικοποιημένους. Θέλησε να εκφράσει, όπως ο ίδιος αναφέρει, «μία στοιχειώδη κατανόηση γι’ αυτούς τους ανθρώπους που αγάπησαν τόσο πολύ την ελευθερία», καθώς και να αποτίσει φόρο τιμής στον ιδεαλισμο τους χωρίς να κρύψει τις οργανώσεις τους από το φως μιας καλοπροαίρετης κριτικής. Ο δεύτερος λόγος ήταν η εμφάνιση της μαύρης σημαίας στους δρόμους κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του ’60, τα ισχυρά αναρχικά αισθήματα της ριζοσπαστικής νεολαίας και η σύγκριση των δύο «αντίθετων απόψεων» αφού από τη μια οι ισπανοί αναρχικοί έζησαν σε μια περίοδο υλικής σπάνις, ενώ αντίθετα οι νέοι της δεκαετίας του ’60, σε μια περίοδο τεχνολογικών ανακαλύψεων, υπερασπίστηκαν το δικαίωμά τους στην απόλαυση.

Την εποχή που γράφτηκε αυτό το βιβλίο, χρειαζόταν να αποκατασταθεί στα μάτια της νέας γενιάς το μεγαλειώδες επαναστατικό και εξεγερσιακό κύμα, που κατέκλυσε την ισπανική κοινωνία, και το οποίο παραμόρφωσαν φιλελεύθεροι και σταλινικοί. Δεν είναι μια ρομαντική αφήγηση για οδοφράγματα, ένοπλους εργάτες και αγρότες κάτω από τις μαυροκόκκινες αναρχοσυνδικαλιστικές σημαίες. Είναι μία αναβίωση, από ιστορικής σκοπιάς, της αναρχικής παράδοσης με εκφρασμένους επαναστατικούς στόχους και πρακτικές, σε αντίθεση με τα άμορφα και μυστικιστικά συμπεράσματα της «μεταμοντέρνας» μετα-επαναστατικής εποχής των γάλλων καταστασιακών. Θέλησε να αναδείξει ένα «κλασσικό εργατικό κίνημα» που έφτασε πιο κοντά στον «προλεταριακό σοσιαλισμό» από την Ρώσικη επανάσταση και να αποκαλύψει τον ιδεολογισμό, τον οπορτουνισμό και τις διαστάσεις της χειραγώγησης και της εξουσίας όπου οδηγηθήκαν πολλοί «ριζοσπάστες».

Δίνοντας έναν ιστορικό χαρακτήρα στο βιβλίο, με μια αναδρομή σχεδόν 70 ετών, ο συγγραφέας ξεκινά την εξιστόρησή του από το ταξίδι τού Τζουζέπε Φανέλι στα τέλη του Οκτωβρίου του 1868 στη Βαρκελώνη, απεσταλμένου του Μιχαήλ Μπακούνιν με σκοπό να κερδίσει ισπανούς υποστηρικτές για την Α΄ Διεθνή. Ο Φανέλι καταφέρνει να μεταλαμπαδεύσει τις αναρχικές ιδέες στους ισπανούς χωρίς να γνωρίζει ισπανικά με τις εκφράσεις και τη μιμητική του.

Φεύγοντας από την Μαδρίτη, έπεισε τον Άνσελμο Λορένθο (τον «παππού» των ισπανών αναρχικών) ότι τα άτομα και οι ομάδες οφείλουν να αναπτύσσονται «με τις δικές τους δυνάμεις και αξίες», έτσι ώστε «το τεράστιο κοινό έργο που είχαν να επιτελέσουν να μη χάσει τα ατομικά και τοπικά χαρακτηριστικά, τα οποία δημιουργούν εκείνο το είδος πολυμορφίας που δεν θέτει σε κίνδυνο την ενότητα», αλλά αντίθετα «παράγει ένα σύνολο στο οποίο συνυπάρχουν πολλά και διαφορετικά στοιχεία». Με το 1ο συνέδριο του ισπανικού τμήματος της Διεθνούς το καλοκαίρι του 1870, αρχίζει και η εξάπλωση των αναρχικών ιδεών, ειδικότερα στο βιομηχανοποιημένο βορρά και στους βιομηχανικούς εργάτες στις πόλεις και μετέπειτα στους αγρότες, κυρίως του νότου. Ειδικά η αγροτική «μεταρρύθμιση», που αφορούσε την αναδιανομή τής γης καθώς και τις απαλλοτριώσεις της εκκλησιαστικής περιουσίας, δημιούργησε χρόνιες κοινωνικές αναταραχές και διέρρηξε τους τελευταίους δεσμούς των άκληρων με το κράτος.

Η κρατική καταστολή, με την κατασκευή «τρομοκρατών» και «τρομοκρατικών οργανώσεων» όπως η Mano Negra, μια δεκαετία μετά, έδωσε την αφορμή για φυλακίσεις αναρχικών και στρατευμένων εργατών σε ολόκληρο το νότο. Βασανιστήρια και εκτελέσεις σε υποτιθέμενους συνωμότες υπονόμευσαν τη δυναμική που είχε αναπτυχτεί στο «αναρχικό κίνημα», με τους εργάτες και τους αγρότες να εγκαταλείπουν την Περιφερειακή Ομοσπονδία (η οποία και διαλύθηκε το 1888) και αναρχικά έντυπα να κλείνουν. Οι κρατιστές, για να απορροφηθούν οι κοινωνικές αναταραχές, εναλλάσσονταν στη διακυβέρνηση παρουσιάζοντας ένα «δημοκρατικό» προσωπείο και δικαιολογώντας τη θέσπιση κατασταλτικών νόμων και μέτρων.

Στη δεκαετία του 1890, παρ’ όλη την βιομηχανική «ανάπτυξη», ο παραλογισμός της ανισότητας, που αγνοούσε πλήρως τις άθλιες συνθήκες διαβίωσης των αγροτών, όντας στοιχείο της εξουσιαστικής επιβολής, οδήγησε πολλούς αναρχικούς σε τοποθετήσεις βομβών σε κρατικούς στόχους, άλλοτε αβλαβείς, όχι πάντα επιτυχημένες, αλλά κάποιες φορές με θύματα πολίτες. Όπως αναφέρει ο συγγραφέας, «ήταν προφανές ότι δεν επιδίωκαν να αφαιρέσουν ζωές, αλλά να ταράξουν την αδιαφορία της αστικής τάξης και να αφυπνίσουν το πνεύμα της εξέγερσης ανάμεσα στους εργάτες».

Από τη στιγμή, όμως, που οι αναρχικοί από έναν ευγενή ανθρωπισμό είχαν εξωθηθεί σε έναν εκδικητικό τερορισμό, ήταν μια πολύ καλή ευκαιρία για το κράτος να συλλάβει, να δικάσει και να εκτελέσει αναρχικούς, όπως επίσης και να κλείσει τα εργατικά κέντρα.

Δεδομένης της άγριας καταστολής κατά των αναρχικών, την προηγούμενη δεκαετία, η αρχή του 20ου αιώνα έδειξε από πολύ νωρίς το τί θα επακολουθήσει. Οι απεργίες διαρκείας σε αστικά κέντρα με την προσπάθεια των σοσιαλιστών για τη χειραγώγηση του εργατικού δυναμικού, δια της πολιτικής «της μέσης οδού», οδήγησαν στην απαξίωση της πολιτικής και των κομμάτων από τους εργάτες. Οι αναρχικές ιδέες παραμένοντας ακόμη ζωντανές στο νου κάποιων αναρχικών, έδωσαν ώθηση στις διεκδικήσεις των εργατών, οδηγώντας σε αυτό που σήμερα αποκαλούμε αναρχοσυνδικαλισμό.

Οι κοινωνική έκρηξη, οδήγησε στην κοινωνική επανάσταση στη Βαρκελώνη, το Ιούλιο του 1909, που όπως φέρεται να λέει ο Άνσελμο Λορένθο «κανείς δεν καθοδήγησε. Ούτε οι φιλελεύθεροι, ούτε οι Kαταλανοί εθνικιστές, ούτε οι δημοκρατικοί, ούτε οι σοσιαλιστές, ούτε οι αναρχικοί», οδήγησαν στα γεγονότα της «Τραγικής Εβδομάδας». Ανατινάχτηκαν σιδηροδρομικές γραμμές, υψώθηκαν οδοφράγματα και μοιράστηκαν όπλα. Ο στρατός ανέλαβε την καταστολή. Οι επαναστάτες επέμειναν να «πραγματοποιήσουν την επανάσταση» παρά τις αντίξοες συνθήκες. Απολογισμός ήταν 100 -150 νεκροί, ο Μπουενακάσα αναφέρει 600. Φυσικά μετά το τέλος της εξέγερσης η κρατική εκδικητικότητα οδήγησε 1.700 ατομα σε στρατοδικεία καταδικάζοντας 425 σε φυλάκιση, 17 σε θάνατο και εκτελώντας 5. Ανάμεσα σε αυτούς που εκτελέστηκαν ήταν και ο Φρανσίσκο Φερέρ, ιδρυτής του Σύγχρονου Σxολείου (Escuola Moderna).

Τα γεγονότα της «Τραγικής Εβδομάδας» έκαναν τους μετριοπαθείς εργατικούς ηγέτες να αποσυρθούν, αφήνοντας ελεύθερο το πεδίο στην αναρχική επιρροή. Σε συνδυασμό με την έμφαση που έδιναν πλέον οι αναρχικοί στα λιγότερο θεαματικά καθήκοντα της προπαγάνδας και της οργάνωσης εργατικών ενώσεων, άρχισαν πλέον να συνενώνουν αυτές τις δύο μεθόδους ως πολύμορφα στοιχεία μέσα στη συνολική δομή του αναρχοσυνδικαλισμού. Αυτή η προσαρμοστικότητα και ο συνδυασμός τακτικών οδήγησε στην ανάπτυξη του αναρχοσυνδικαλιστικού κινήματος και στην ίδρυση της CNT το 1910. Ο δρόμος για την κοινωνική επανάσταση του 1936 είχε ξεκινήσει, με τη CNT να παίζει σημαντικό ρόλο σε αυτό για δύο και πλέον δεκαετίες.

Στο βιβλίο αυτό, μπορεί να διακρίνει κάποιος, το πόσο σημαντικές ήταν για το συγγραφέα οι κοινωνικές διεργασίες, καθώς και οι συνθήκες που οδήγησαν στην κοινωνική επανάσταση του 1936. Γι’ αυτό και περιγράφει με μια λεπτομερέστατη αφήγηση όλη την πορεία από τα πρώτα χρόνια μέχρι αυτό το χρονικό σημείο. Ο αναγνώστης θα αντιληφθεί βήμα-βήμα πως τίποτα δεν ήταν τυχαίο, όλα αποτελούν κομμάτια ενός πάζλ, που παρ’ όλες τις προσπάθειες του κράτους και των πολιτικών φορέων του δεν έγινε δυνατή η καταστολή του λόγω της τεράστιας κοινωνικής δυναμικής που υπήρχε, γιατί απλούστατα το πάθος για λευτεριά και δικαιοσύνη ήταν βαθιά ριζωμένο στις καρδιές και το μυαλό των ανθρώπων. Η ελληνική έκδοση, είναι ένα έργο που εξιστορεί με άμεσο τρόπο μια πορεία, μέσα από μια πολύ καλή ιστορική καταγραφή από τον Μπούκτσιν.

Από την ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ. 115, Απρίλιος 2012
Both comments and trackbacks are currently closed.