Ελιζέ Ρεκλύ. Ένας αναρχικός και λόγιος

του ΜΑΞ ΝΕΤΤΛΑΟΥ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ
Τροπή
σελ. 367

«Γι’αυτό ακόμα πάντα, και σήμερα περισσότερο από ποτέ, η εξέταση της ζωής αυτών που διαποτίζονται με τις πιο καθαρές μορφές ελευθερίας και ανθρώπινης αξιοπρέπειας και τις πραγματοποιούν αν είναι δυνατό στην ίδια τους την ζωή έχει ιστορικό και υποδειγματικό ενδιαφέρον και δεν πρέπει να θεωρείται καθόλου ως προσωπολατρία. Αφηγούμενος εδώ τη ζωή του Ελιζέ Ρεκλύ με πολλές λεπτομέρειες, και το κάνω αυτό με ειλικρινή θαυμασμό και σεβασμό γι’ αυτόν τον σπάνιο άνθρωπο, θα ήθελα με αυτό επίσης να υποδεικνύω συνεχώς τις δυνατότητες ανάπτυξης και δράσης, οι οποίες βρίσκονται μέσα σ’ όλους μας και τις οποίες θα έπρεπε να αφυπνίσουμε, όπως κατάφερε να το κάνει ο Ρεκλύ ο οποίος, ελευθερωνόμενος πνευματικά από πολύ στενές συνθήκες, δημιούργησε γύρω του μια ατμόσφαιρα ελευθερίας και ανθρώπινης καλοσύνης και αλληλεγγύης. Αυτό μπορούμε να το κάνουμε όλοι, ο καθένας με τον τρόπο του, αρκεί μονάχα να το θέλουμε· κανένας θεός και κανένα κόμμα δεν μπορεί να το κάνει αυτό για μας, και όταν εμείς παραλείπουμε αυτού του είδους τις ιδιαίτερες προσπάθειες, μετά από λίγο αναπολούμε μια ζωή παραμελημένων ευκαιριών και παραμένουμε αλυσοδεμένοι στο άψυχο και πνιγηρό εξουσιαστικό περιβάλλον που μας περιστοιχίζει».

Μ’αυτά τα λόγια ξεκινώντας ξεκαθαρίζει τις διαθέσεις του ο Max Nettlau, αλλά και την πεποίθησή του για την ριζωμένη ανάγκη του ανθρώπου για ελευθερία, η οποία θεωρεί ότι εφόσον αφυπνιστεί με πλήρη δύναμη σε περισσότερους ανθρώπους θα βρει εκείνες τις μορφές κοινωνικής πραγμάτωσης τις οποίες «εμείς σήμερα δηλώνουμε με το γενικό όνομα Αναρχία». Ο Max Nettlau επισημαίνει ακόμη στην αρχή του βιβλίου την ύπαρξη συνεχώς καινούργιων συσσωρευμένων εμποδίων όπως ο θρη-σκευτικός φανατισμός, η άγνοια των προηγούμενων αιώνων και οι φρούδες ελπίδες που γέννησε ο σοσιαλισμός και οι στιγμιαίες επιτυχίες του, προτού ασχοληθεί με την «απόκτηση εξουσίας στο σημερινό κράτος ή με την εγκαθίδρυση της δικιάς του δικτατορίας, κάτι που είχε ως αποτέλεσμα μια γενική καθίζηση του ανθρώπινου επιπέδου, η οποία παντού αποδίδεται επαρκώς με τη λέξη φασισμός».

Ο Ελιζέ Ρεκλύ γεννήθηκε στις 15 Μαρτίου 1830 στο Sainte-Foy-la-Grande, μια παλιά μικρή πόλη στην Δορδώνη, στη Ζιρόντ της νοτιοδυτικής Γαλλίας. Τόσο αυτός όσο και ο αδελφός του Ελί μεγάλωσαν μέσα σ’ένα αυστηρό θρησκευτικό περιβάλλον καθώς ο πατέρας τους ήταν πάστορας. Ο Max Nettlau δίνει ιδιαίτερη σημασία στην προσπάθεια των δύο αδελφών να απελευθερωθούν από τις θρησκευτικές παραστάσεις, αλλά και να ερευνήσουν και να κατανοήσουν την προέλευση των δεσμών και του γενικότερου καταναγκασμού που ασκούν.

Στην συνέχεια ο Max Nettlau μας ταξιδεύει μέσα από περιγραφές των ίδιων των Ελιζέ και Ελί Ρεκλύ στις μεγάλες περιοχές ιβηρικών και γαλλικών πληθυσμών της νοτιοδυτικής Γαλλίας βουτώντας στο χρόνο για να ανασύρει αναμνήσεις από μια γαλλική προβηγκιανή-καταλανική κοινότητα λαών, αναζητώντας τις κοινωνικές συνήθειες στην εποχή του φεουδαλισμού, των εισβολών από το Βορρά, των πολέμων γενικότερα, τις επιδράσεις των αράβων, αλλά και τις ρίζες μιας αποστροφής των νότιων πληθυσμών για την κεντρική κυβέρνηση σε ένα βάθος εκατοντάδων ετών.

Το δεύτερο και το τρίτο κεφάλαιο ασχολείται με τα σχολικά χρόνια Ελιζέ Ρεκλύ στο Νώυβιντ, όπου έμαθε γρήγορα γερμανικά, και στο Saint-foy-la-Grande, με τις πανεπιστημιακές σπουδές στο Μοντωμπάν (1842-1849), για να βρεθεί και πάλι στο Νώυβιντ ως δάσκαλος και αργότερα στο Βερολίνο ως φοιτητής, όπου γοητεύεται ιδιαίτερα από τις παραδόσεις γεωγραφίας του καθηγητή Καρλ Ρίτερ (1779-1859).

Στο τέταρτο κεφάλαιο βρίσκουμε αποσπάσματα από το παλαιότερο αναρχικό χειρόγραφο του Ελιζέ Ρεκλύ περί Ανάπτυξης της Ελευθερίας μέσα στον κόσμο και ενώ βρισκόμαστε πια στο φθινόπωρο του 1851: «Τώρα, καθώς τα αδέρφια μας εγκατέλειπαν τα νικηφόρα οδοφράγματα, και φωνάζοντας: ζήτω η Δημοκρατία! βάδιζαν προς τον εγκαταλελειμμένο ήδη από το βασιλιά τους κήπο του Κεραμεικού, ήξεραν τον στόχο τους· οι ιδέες τους βρίσκονταν στο ύψος της φήμης τους και μες στις καρδιές τους, όπως και πάνω στις σημαίες τους, ήταν με περηφάνια γραμμένα τα λόγια «ελευθερία και αδερφοσύνη».

Στα τρία επόμενα κεφάλαια ο Ελιζέ Ρεκλύ βρίσκεται στο Ορτέζ απ’ όπου φυγαδεύεται μαζί με τον αδερφό από την Γαλλία μετά από το πραξικόπημα της 2ας Δεκεμβρίου για να βρουν καταφύγιο στο Λονδίνο και αργότερα στην Ιρλανδία, όπου ασχολήθηκε με την έρευνα των συνθηκών της γεωργίας και την βελτίωση της καλλιέργειας. Από την Ιρλανδία ο Ρεκλύ ταξιδεύει πλέον και αποβιβάζεται στην Ν. Ορλεάνη, όπου θα καταπιαστεί με γεωγραφικές μελέτες και εργασίες και από εκεί θα βρεθεί στον Ισθμό του Παναμά και στην Sierra Nevada de Santa Marta την άνοιξη του 1856 μέχρι το καλοκαίρι του 1857, όπου ταξίδεψε μέσω Κούβας, όπως περιγράφει στο βιβλίο που εξέδωσε το 1861.

Στο όγδοο κεφάλαιο ο Ρεκλύ επιστρέφει στο Παρίσι και ο Max Nettlau τον «ακολουθεί» από το 1857 έως το 1862 και στα τότε ταξίδια του, ενώ στο επόμενο κεφάλαιο περνάει στο διάστημα από το 1863 μέχρι το 1868 και στις σχέσεις του με τον Μπακούνιν και το Συνέδριο της Λίγκας για την Ειρήνη και την Ελευθερία στην Βέρνη.

Τα επόμενα κεφάλαια πραγματεύονται την ζωή του Ελιζέ Ρεκλύ από τον Οκτώβριο του 1868 μέχρι το καλοκαίρι του 1870 και την έναρξη του γαλλοπρωσικού πολέμου, αλλά και κατά την διάρκεια και μετά την πολιορκία του Παρισιού, την δράση του κατά την διάρκεια της Κομμούνας, την φυλάκισή του και την δεκαετή του απέλαση από την Γαλλία. Στην συνέχεια ο Ρεκλύ θα βρεθεί στην Ζυρίχη, στο Λουγκάνο, στην λίμνη της Γενεύης, στο La Tour de Peilz και το Βεβέ από το Ιούλιο του 1874 μέχρι το τέλος του 1876, ενώ τα επόμενα χρόνια θα ακολουθήσουν οι πρώτες συναντήσεις με τον Κροπότκιν.

Το δέκατο έκτο κεφάλαιο τιτλοφορείται Τα χρόνια 1879 στο Clarens· ο Κροπότκιν και ο Revolte [Εξεγερμένος] στην Γενεύη και ξεκινάει μ’ένα απόσπασμα από επιστολή του Ρεκλύ σχετικά με την μερική αμνηστία που δόθηκε το 1879 σε κομμουνάρους. Ο Ρεκλύ παρ’ ότι ήταν μεταξύ αυτών που τους συμπεριελάμβανε αρνιόταν να την αποδεχτεί εάν δεν ήταν γενική: «Θα ήμουν αξιολύπητος άνθρωπος, αν ο πρώτος λόγος μου δεν ήταν λόγος αλληλεγγύης, σεβασμού και αγάπης για τους εξόριστους συντρόφους μου και γι’ αυτούς που έχουν πληγεί σκληρότερα απ’ ότι εγώ, οι οποίοι είναι ακόμη στη φυλακή ή στο Bagno της Νέας Καληδονίας. Ανάμεσα σ’αυτούς τους «αιώνια στιγματισμένους» άντρες βρίσκονται οι πιο πολύτιμοι φίλοι μου, αυτοί που εγώ σέβομαι πιο πολύ, αυτοί που η εκτίμησή τους είναι το πιο αγαπημένο μου αγαθό. Η υπόθεσή τους είναι πάντα και δική μου, η τιμή τους είναι και δική μου και κάθε προσβολή που προστίθεται σε αυτούς με πληγώνει κατάκαρδα».

Στο επόμενο κεφάλαιο ο Nettlau διανύει τα τελευταία χρόνια στο Clarens και περιγράφει τα μεγάλα ταξίδια αυτής της εποχής (1883-1890).

Στο δέκατο όγδοο κεφάλαιο ο Nettlau περιγράφει τη ζωή του Ρεκλύ από το φθινόπωρο του 1890 μέχρι τις αρχές του 1894 στο Παρίσι, αναφέρεται στην διευρυμένη διατύπωση της μπροσούρας Εξέλιξη και Επανάσταση το 1891 και στα τελευταία μεγάλα ταξίδια του Ρεκλύ και στην αποπεράτωση της Γεωγραφίας. Λίγους μήνες μετά τις παρισινές εκρήξεις από τον Ραβασόλ στις 11, 18 και 27 Μαρτίου του 1892, ο Ρεκλύ έγραφε: «…Θαυμάζω σίγουρα τον υψηλό χαρακτήρα του Ραβασόλ, όπως αυτός αποκαλύφθηκε κατά την διάρκεια των συζητήσεων με την αστυνομία. Εννοείται, ότι εγώ θεωρώ καλή και δίκαιη πράξη κάθε εξέγερση ενάντια στην καταπίεση. Ενάντια στην αδικία η απαίτηση εκδίκησης είναι αιώνια. Όμως να λέμε ότι τα βίαια μέσα είναι τα μοναδικά σοβαρά μέσα, ω όχι! Αυτό θα ήταν σαν κάποιος να έλεγε ότι η οργή είναι το πιο σοβαρό επιχείρημα σε μια συζήτηση! Η οργή έχει το δικαίωμα της, την μέρα και την στιγμή της, όμως η αργή επικράτηση της σκέψης μέσω του λόγου και της συμπάθειας έχει μια εντελώς άλλη δύναμη. Σύμφωνα με τον ορισμό της η παρορμητική βία βλέπει βέβαια μόνο τον στόχο, εφορμά στην δικαιοσύνη μέσω της αδικίας, βλέπει μόνο «κόκκινο», αυτό σημαίνει ότι το μάτι έχει χάσει την διαύγειά του. Αυτό με κανένα τρόπο δεν εμποδίζει ώστε η προσωπικότητα του Ραβασόλ, όπως τη βλέπω εγώ και θα την φανταστεί ο θρύλος, να εκφράζει μια πολύ μεγάλη μορφή…»

Ο ίδιος o Max Nettlau σημειώνει ότι: «αυτά τα χρόνια το αναρχικό κίνημα στη Γαλλία δεν προσέλαβε μόνο εκείνες τις μορφές για παράδειγμα, οι οποίες χαρακτηρίζονται από τα ονόματα των Ραβασόλ, Βαγιάν και Εμίλ Ανρί, αλλά αυτό είχε μια ευρεία, γενική βάση, η οποία εκτεινόταν από τα μικρά αγωνιστικά συνδικάτα εκείνων των χρόνων διαμέσου των αναρίθμητων ρητόρων και προπαγανδιστών που υπεράσπιζαν σταθερά γενικές ιδέες (είτε αυτές βρίσκονταν πιο κοντά ως προς τις λεπτομέρειες τους στον Κροπότκιν και τον Γκραβ είτε στον Ρεκλύ ή σε άλλους) μέχρι την λογοτεχνία και την τέχνη, οι νεαροί εκπρόσωποι των οποίων τότε κατά μεγάλες ομάδες έκλιναν πρόσκαιρα προς την αναρχία. Απ’ αυτή τη γενική άνοδο αυτής της αφθονίας, από τον πλούτο των χαρούμενων για δράση δυνάμεων, προήρθαν επίσης οι αναφερθείσες πράξεις βίας, οι οποίες είτε μπόρεσαν να καρποφορήσουν λόγω της συμπάθειας πάρα πολλών είτε οι εκτελεστές τους μπόρεσαν τουλάχιστον, έχοντας τη συνείδηση της εκτεταμένης συμμετοχής τόσο πολλών, να εμφανιστούν στο δικαστήριο ως κατήγοροι, όπως ο Georges Etievant, και έτσι ανέβηκαν στο ικρίωμα ή υπέμεναν μια πολύχρονη εξορία. Ότι τα βίαια μέσα του κράτους θα αναχαίτιζαν επίσης ακόμη μια φορά αυτή την άνοδο και ότι σε πιο νεφελώδεις εποχές πολλοί θα αποσύρονταν ξανά, αυτό ήταν προβλεπόμενο».

Φθάνουμε στο δέκατο ένατο και στο εικοστό κεφάλαιο με τους τελευταίους μήνες του Ρεκλύ στο Παρίσι, τις διώξεις των αναρχικών και την πρώτη του πανεπιστημιακή παράδοση στις Βρυξέλλες (Δεκέμβρης 1893-Μάρτιος 1894).

Στα επόμενα τρία κεφάλαια ο Nettlau μας περιγράφει την σχέση του Ρεκλύ με τα αναρχική δραστηριοποίηση στα χρόνια 1894-1902, για να προχωρήσει στα τελευταία χρόνια της ζωής του και στο θάνατό του στις 4 Ιουλίου 1905.

Στο τελευταίο κεφάλαιο προστίθενται δημοσιεύσεις γραμμάτων και βιογραφικά γραπτά για τον Ρεκλύ, ανασκόπηση και συμπέρασμα.

Θα κλείσουμε με κάποια λόγια του Πέτρου Κροπότκιν για τον Ελιζέ: «Ο Ρεκλύ ήταν αναρχικός έως τα βάθη του πνεύματός του, έως και την μικρότερη ίνα του σώματός του. Ξηρό ψωμί θα του έφτανε για να περάσει μια επαναστατική κρίση και για να εργαστεί για την εγκαθίδρυση ενός μέλλοντος ευημερίας για όλους. Μπορούσε να παραμείνει φτωχός, απολύτως φτωχός, παρά την επιτυχία των ωραίων του βιβλίων. Η ιδέα να εξουσιάσει οποιονδήποτε φαίνεται ότι δεν του πέρασε ποτέ από το μυαλό: μισούσε το παραμικρό ίχνος εξουσιαστικού πνεύματος».

Συσπείρωση Αναρχικών

Δημοσιεύθηκε στην αναρχική εφημερίδα ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ. 74, Ιούλιος-Αύγουστος 2008
Advertisements
Both comments and trackbacks are currently closed.