ΤΑ ΟΡΙΑ ΤΗΣ ΥΠΟΜΟΝΗΣ ΚΑΙ Η ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΤΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΟΡΓΗΣ (Μέρος β΄)

Μέσα σ’ ένα πλαίσιο διαταραχής, σε εξουσιαστικό και κοινωνικό πεδίο, εκείνο που προβάλλεται, μεταξύ άλλων, είναι παλιές και αποδειγμένα αποτυχημένες μεθοδεύσεις και συνταγές, που όμως παρουσιάζονται σαν ο καινούργιος δρόμος για την απελευθέρωση της κοινωνίας από την εκμετάλλευση και την καταπίεση.

Για να επιτευχθεί μάλιστα αυτό, γίνεται προσπάθεια να παραμεριστούν και να υποβαθμιστούν ως δήθεν αποτυχημένες εκείνες οι πρακτικές, που στην πραγματικότητα έχουν αποδειχθεί πως συμβάλλουν ουσιαστικά στην απελευθερωτική προοπτική και στην καταστροφή του κράτους και των εξουσιαστικών σχέσεων και δομών.

Προβάλλεται, λοιπόν, αυτός ο «καινούργιος» δρόμος και σαν μια «ευκαιρία» που θα αποφέρει «επιτυχίες και νίκες» και θα εδραιώσει κινήματα και διαδικασίες. Άλλωστε, οι ειδικοί της εξουσίας γνωρίζουν πως το κίνημα όσο πιο δομημένο είναι, τόσο πιο εξουσιαστικά και κατασταλτικά δρα.

Γνωρίζουν πως μέσα από ένα κίνημα, ανεξαρτήτως της έκτασης και της πολιτικής βαρύτητας που έχει, λαμβάνονται αποφάσεις που πρέπει να εκτελεστούν και μάλιστα πολλές φορές ντυμένες με τον μανδύα της συναπόφασης.

Γνωρίζουν, πως το κάθε κίνημα θα παλέψει για να αναστείλει (ακόμα και με «συγκρουσιακές» κινήσεις) τα όσα προτάσσει η κοινωνική κατάσταση και οι διαθέσεις του κόσμου. Σε μια τέτοια βάση και κατεύθυνση προκρίνονται ή στήνονται συνεργασίες με αριστερά σχήματα και ταυτόχρονα πασχίζεται να ξεχαστεί ή να «σκεπαστεί» το γεγονός πως η αριστερά είναι φορέας και εκφραστής εξουσιαστικών απόψεων, ιδεολογιών και πρακτικών.

Στην ουσία, όλη αυτή η φιλολογία και τεχνική των φανερών ή συγκαλυμμένων (που σε κάποια στιγμή αποκαλύπτονται) συνεργασιών, βασίζεται στη εξουσιαστική – καπιταλιστική λογική του «άμεσου αποτελέσματος» του εφικτού κέρδους, που θεωρείται δυνατό ή βέβαιο πως θα υπάρξει. Αυτό, το άμεσο ή βραχυπρόθεσμο αποτέλεσμα είναι στην ουσία μια χίμαιρα κι έτσι, όταν οι κίνδυνοι για ουσιαστική εκτροπή των σχεδιασμών της εξουσίας θα παρέλθουν, τότε το κράτος θα «μετατρέψει» τις «νίκες» σε αυτό που πραγματικά είναι από την αρχή: οδυνηρές αποτυχίες.

Άλλωστε, πως αλλοιώς θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν οι κινήσεις «αποκέντρωσης» (με όλες της τις εκδοχές: της δράσης, του χώρου και του προβλήματος) σε συνθήκες αρκετά δύσκολες για το κράτος και τους επιχειρηματίες;

Είναι δυνατόν να μην επιδιώκεται το άπλωμα των συγκρουσιακών κοινωνικών πρακτικών και η οικειοποίησή τους από όσο το δυνατόν περισσότερο κόσμο;

Είναι δυνατόν να αφήνεται στα χέρια των κομματικών, ειδικών της πολιτικής διαχείρισης, η αντιμετώπιση της οικονομικής «αφαίμαξης» των σκλάβων της «σύγχρονης εποχής»;

Δεν υπάρχει αποτυχία (ή τουλάχιστον οδηγεί σε τέτοια αποτελέσματα) με την εξειδίκευση και τον περιορισμό της κοινωνικής συγκρουσιακής προοπτικής, όταν οι συνθήκες επιβάλλουν την γενίκευση και «κεντροποίησή» της, τόσο σε συλλογικό όσο και σε ατομικό επίπεδο; Μια «κεντροποίηση» που δεν ανταγωνίζεται την περιφερειακή δράση αλλά την ενισχύει και ενισχύεται απ’ αυτήν.

Ακόμα κι αν δεν υπήρχαν οι τόσοι και τόσοι επιπρόσθετοι λόγοι (που θα μπορούσαν να καταγραφούν), απλά και μόνο όσοι προαναφέρθηκαν και αφορούν μια ένταση της κρατικής επίθεσης με την ομπρέλα των διεθνών κέντρων, είναι ικανοί να μας υποχρεώσουν, να τοποθετηθούμε από τη σκοπιά της αναρχικής θεώρησης και της απελευθερωτικής προοπτικής. Αυτή η στάση και τοποθέτηση μάς βρίσκει αντίθετους σε αυτοπεριοριστικές λογικές και κινήσεις, ιδιαίτερα σε συνθήκες (όπως οι τωρινές), όπου το άπλωμα της κοινωνική δράσης δεν είναι απλά επιθυμητό, αλλά πραγματοποιήσιμο.

Αυτός είναι ο λόγος όπου η κάθε διεκδίκηση, στο βαθμό που δεν συνδέεται άμεσα και ριζικά με την καταστροφή των άμεσων και μακροπρόθεσμων σχεδιασμών των κρατιστών, καταλήγει να βρίσκεται στη θέση ενός ακόμη κλειδιού που θα διασφαλίσει την εκτόνωση των εντάσεων και το πέρασμα στην παθητικοποίηση, ενός μέρους των αγωνιζόμενων ανθρώπων. Από κει και πέρα μπορεί εύκολα να αναζητηθεί σε πιο κεφάλι θα πέσει το ανάθεμα.

Αυτός είναι ο λόγος που δεν θα μπορούσαμε να ευνοήσουμε την κατασκευή ή ανασύσταση εξουσιαστικών πολιτικών σχηματισμών ή ομάδων από «ειδικούς» σε σχέση με ζητήματα και πρακτικές. Που δεν ευνοούμε τις διαδικασίες που έχουν «ψωμί», αλλά δεν έχουν ίχνος λόγου και δράσης προς την κατεύθυνση της αναρχικής κοινωνικής απελευθέρωσης.

Υπάρχει πλούσια εμπειρία για όλα όσα προαναφέρθηκαν και προέρχεται από καταστάσεις που έχουν σημειωθεί αρκετές φορές στο παρελθόν. Αυτή η εμπειρία έχει δείξει πως: Στην καλύτερη περίπτωση όλα αυτά τα πολιτικά – εξουσιαστικά κατασκευάσματα (ή κάποια από αυτά) θα διαλυθούν, αφού δεν θα μπορούν να αντιμετωπίσουν με κοινωνικούς – απελευθερωτικούς όρους την πραγματικότητα που θα μετασχηματιστεί. Στη χειρότερη, θα αποτελέσουν τμήματα του συστήματος ενδυναμωμένα και αναβαπτισμένα μέσα από «αγώνες».

Οι δυνατότητες υπάρχουν

Σ’ ό,τι αφορά τις δυνατότητες απλώματος της κοινωνικής αναρχικής δράσης, δεν χρειάζεται να πάμε σε πλατιές αναλύσεις για να εξηγήσουμε την κατάσταση που βρίσκεται μπροστά στα μάτια όλου του κόσμου.

[…]

Θα ήταν αναμενόμενο, μετά από τα τόσα «σκάνδαλα», να έχει «πέσει» η όποια κυβέρνηση στηριζόταν στην πλειοψηφία των δύο μόνο μονάδων. Θα μπορούσε, άλλωστε, να θεωρηθεί μια συνηθισμένη έκβαση σε ανάλογες περιπτώσεις.

Πολύ περισσότερο μάλιστα, θα πρόσθετε κάποιος, όταν υπάρχει και η λεγόμενη εσωτερική αντίθεση βουλευτών και υπουργών, που με διάφορες τοποθετήσεις τους εντός κι εκτός βουλής σε ιστοσελίδες και έντυπα, σε ραδιόφωνα και τηλεοράσεις στηλιτεύουν και επιτίθενται με σφοδρότητα κατά των ομοίων τους.

Κι όμως. Κανόνες που να ισχύουν παντού και πάντα δεν υπάρχουν. Κάθε περίπτωση και κάθε κατάσταση είναι συγκεκριμένη. Όπως και η εμπειρία που αποκομίζεται. Γιατί, άλλη η πραγματικότητα που ίσχυε πριν από είκοσι χρόνια κι άλλο το σήμερα. Η διαδικασία ενοποίησης της κυριαρχίας, όπως έχουμε ξαναγράψει, δεν είναι κάτι έξω από τις κοινωνίες και τα επί μέρους συστατικά της, τα διάφορα κράτη. Ο πολλαπλασιασμός των κρατών δεν αποδυναμώνει την κυριαρχία. Το ίδιο συμβαίνει και με τον πολλαπλασιασμό των κομμάτων στο κοινοβούλιο. Και μέσα σ’ αυτό το πλέγμα εντάσεων και αλληλοδιεισδύσεων, η αριστερά, σ’ όλες της τις αποχρώσεις, αποτελεί μιαν κατ’ εξοχήν εξουσιαστική και κατασταλτική δύναμη στον κάθε κοινωνικό χώρο και ιδιαίτερα στον ελλαδικό.

Οι άνευρες κι εκτονωτικές της πορείες (όπως αυτές στην φετεινή έκθεση Θεσσαλονίκης) συμπληρώνουν το αντιπολιτευτικό κλίμα των βουλευτών της ΝΔ, στην προκειμένη περίπτωση, που, πέρα από τις πραγματικές αντιθέσεις και τα συμφέροντα που εξυπηρετούν, βαδίζουν στη δοκιμασμένη επί Πασοκικής διαχείρισης πρακτική τής «εσωτερικής αντιπολίτευσης».

Η «εσωτερική αντιπολίτευση» που έχει ανθίσει ιδιαίτερα στο διάστημα των τελευταίων δεκαπέντε χρόνων, όχι μόνο συμπληρώνει τα «κενά» και τις αδυναμίες τής θεσμοθετημένης αντιπολίτευσης αλλά συγκρατεί και τη δυσαρέσκεια του κόσμου. Δρα βελτιωτικά χωρίς να ανατρέπει τους σχεδιασμούς των εξουσιαστών. Συσπειρώνει, μέσα στα πλαίσια της πολιτικής χειραγώγησης, εκείνους τους κομματικούς οπαδούς που μέσα στο τεράστιο κοινωνικό και οικονομικό πρόβλημα, -που τους προκαλεί η γενικότερη πολιτική διεκπεραίωση των επιταγών της εγχώριας και ευρύτερης κυριαρχίας-, θα μπορούσαν να αποδεσμευτούν και να προκαλέσουν μια σοβαρή κοινωνική και πολιτική κρίση. Κρίση που, χωρίς να προέρχεται από τη βούλησή τους αυτήν καθ’ εαυτή, θα προέκυπτε από το συνολικότερη κατάσταση και οξυνόταν από τη συγκυρία.

Μπορεί μεν τα όσα ίσχυαν πριν μερικές δεκάδες χρόνια να μη μπορούν να ενεργοποιηθούν και να αντιστοιχηθούν με τις σημερινές συνθήκες, όμως η ουσιαστική προϋπόθεση υπάρχει και είναι η έντονη και καθοριστική δράση των καταπιεσμένων. Υπ’ αυτή την έννοια, η αυτοπροσδιοριζόμενη αντικρατική δράση δεν αφήνει περιθώρια στους εξουσιαστές να πραγματοποιούν τους χειραγωγικούς τους ελιγμούς και να κατευθύνουν τους ανθρώπους στην παραίτηση.

Είναι ξεκαθαρισμένο πως η οργανωμένη ιδεολογική και πολιτική εγκατάλειψη στους κομματικούς χειραγωγικούς χειρισμούς δεν είναι μια αυτόματη και φυσιολογική διεργασία. Εξαρτάται από πολλούς παράγοντες. Ανεξάρτητα από το πώς θα ονομαστούν και ποια χροιά θα έχουν, περνούν μέσα από αριστερές και προοδευτικές, συμμαχίες και συμπτύξεις. Τέτοιες διαδικασίες έχουν την τάση να μετατρέπουν την απελευθερωτική και συγκρουσιακή δράση σε εκποιήσιμο εμπόρευμα στα χέρια των αριστερών και λοιπών «προοδευτικών» δυνάμεων.

Ιδιαίτερα στις παρούσες συνθήκες αποδεικνύεται πως η ενοποιημένη κυριαρχία σε κάθε επί μέρους κρατική συγκρότηση, αντί να είναι ισχυρή, βρίσκεται σε ολοφάνερη αδυναμία, με τους παράγοντες που την υπηρετούν να παραπαίουν ανάμεσα στην αυτοκρατορική αναισθησία και τον πανικό, που προέρχεται από το πραγματικό ενδεχόμενο του ξεσπάσματος της κοινωνικής οργής.

Γιατί, αντίθετα με όσα υποστηρίζει και καλλιεργεί η εξουσία, η αδράνεια του κόσμου είναι φαινομενική. Αυτό δεν σημαίνει πως δεν υπάρχουν και αδρανοποιημένα ή «βραδυπορούντα» κομμάτια της. Στην παρούσα φάση πάντως, η τάση της κοινωνίας είναι προς ένα ξέσπασμα.

Εφ’ όσον η κοινωνία δεν είναι κλεισμένη μέσα σε στεγανοποιημένους και απόλυτα ελέγξιμους χώρους, τα πάντα συνεχίζουν να είναι αναμενόμενα. Τα βίαια ξεσπάσματα σε σχέση με διάφορα ζητήματα (π.χ. Λευκίμη) δεν μπορούν να θεωρηθούν σαν τυχαίες εκδηλώσεις.

Γι’ αυτό και οι προσπάθειες των κομματικών και συνδικαλιστικών μηχανισμών επικεντρώνονται στον αποπροσανατολισμό, την πίεση των δημοσκοπήσεων, την προπαγάνδα μέσω των ΜΜΕ και τις καθησυχαστικές διαβεβαιώσεις πως «δεν θα περάσουν τα φορολογικά μέτρα».

Από την άλλη μεριά οι «κινηματικές» πρακτικές που προσπαθούν να αποκόψουν τα δραστήρια κομμάτια της κοινωνίας από συγκρουσιακές κοινωνικές συνθέσεις συμπορεύονται με τον κατασκευασμένο μύθο της κοινωνικής απάθειας. Η οποία όχι μόνο δεν υπάρχει αλλά αν λάβουμε υπ’ όψιν όλη αυτή την πολυδιασπασμένη κινητικότητα, θα διαπιστώσουμε πως όχι μόνο το αντίθετο συμβαίνει, αλλά και ότι οι όροι κοινωνικών συνθέσεων είναι πραγματικοί. Αυτή η αλήθεια είναι υπολογίσιμη από το κράτος κάνοντάς το να καταφεύγει ή να ευνοεί μεθοδεύσεις που έχουν προαναφερθεί.

Ιδιαίτερα στις παρούσες συνθήκες, όπως και πάντοτε, οι αναρχικοί-ές δεν έχουν λόγους να υπηρετούν πρακτικές που συμπορεύονται ή διευκολύνουν την όποια αριστερή πολιτική κατεύθυνση, όσο κι αν αυτή διαφημίζει ή υπαινίσσεται με φανφαρονισμούς την «επαναστατική» ή ανατρεπτική της βαρκαρόλα.

Είναι πολλά τα όσα συνδέουν τους αναρχικούς με τα κομμάτια της κοινωνίας, που ξεσηκώνονται κι αγωνίζονται και άπειρα αυτά που τους χωρίζουν από την εξουσία, την κάθε μορφής εξουσία. Γι’ αυτό συνεχίζουμε και επιμένουμε στα όσα η ίδια η πραγματικότητα μας αποδεικνύει.

Η υπομονή, λένε, έχει τα όριά της. Αν αυτά δεν είναι μετρήσιμα σε ατομικό επίπεδο, άλλο τόσο πιο απροσδιόριστα είναι στον κοινωνικό χώρο, όπου συμπλέκονται οι «υπολογίσιμοι» και οι ανεξέλεγκτοι παράγοντες.

Γι’ αυτό και για μια ακόμη φορά θα επισημάνουμε: Οι συνθήκες είναι εξαιρετικές. Μπορούν να γίνουν θαυμάσιες…

Συσπείρωση Αναρχικών

Από την ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ. 76, Οκτώβριος 2008
Both comments and trackbacks are currently closed.