Ο Υπεράνθρωπος κι ο Γιουναμπόμπερ

Γεννημένοι με εκατό χρόνια διαφορά ο Φρήντριχ Νίτσε και ο Θιοντόρ Καζίνσκι έχουν κάποιες παράλληλες γραμμές στις ζωές τους. Και οι δυο αρνήθηκαν τις πολλά υποσχόμενες ακαδημαϊκές καριέρες: ο Νίτσε στη φιλολογία, ο Καζίνσκι στα μαθηματικά. Και οι δυο προσπάθησαν να απολαύσουν τα μέγιστα σε μια βασικά απομονωμένη διαβίωση: «Η φιλοσοφία, όπως έχω καταλάβει και έχω ζήσει μέχρι σήμερα, είναι μια ζωή εθελοντικά βιωμένη στον πάγο και τα ψηλά βουνά», είπε ο Νίτσε στο Ιδέ ο Άνθρωπος. Για τον Καζίνσκι, ο πάγος και τα ψηλά βουνά ήταν πιο κυριολεκτική διατύπωση, δεδομένων των χρόνων που έζησε στην καλύβα του στα βουνά της Μοντάνα.

Ο Λέσλυ Τσάμπερλαιν (Ο Νίτσε στο Τορίνο, Λονδίνο, 1966) συνοψίζει την εμπειρία του Νίτσε σαν «χωρίς Θεό, χωρίς δουλειά, χωρίς γυναίκα και σπίτι». Ο Καζίνσκι περιπλανιόταν λιγότερο, αλλά ο χαρακτηρισμός του ταιριάζει. Και οι δύο δεν τα πήγαιναν καλά στις σχέσεις τους με τις γυναίκες, και δεν ασχολήθηκαν με τη θέση των γυναικών στην κοινωνία. Και οι δυο χτυπήθηκαν κατά καιρούς από τη φτώχεια και την ασθένεια. Και οι δυο προδόθηκαν από τ’ αδέρφια τους: Ο Νίτσε από την αδερφή του Ελίζαμπεθ, που επενέβη στα γραπτά του, και ο Καζίνσκι, τον οποίο έδειξε στο FBI ο αδερφός του Ντέιβιντ.

Η κεντρική ιδέα του Νίτσε ήταν η θέληση για εξουσία. Η κεντρική ιδέα του Καζίνσκι ήταν η διαδικασία της εξουσίας.

Και οι δύο δόξασαν τη δύναμη και επιτέθηκαν στον οίκτο: ο Νίτσε με την κριτική του Χριστιανισμού σαν μη-υγιή «ηθική του σκλάβου», ο Καζίνσκι με όρους αριστερισμού σαν μη έντιμη παρουσίαση προσωπικής αδυναμίας.

Και οι δυο ανέπτυξαν, κατά βάση, μια ηθική ψυχολογία, αν και ο Καζίνσκι δεν περιορίζεται σε μια ψυχολογία.

Η ανάλυση του Νίτσε περιέχεται μέσα στην κουλτούρα. Η αναζήτησή του για μια αναγέννηση του ανθρώπινου πνεύματος και η εκπλήρωση του ατόμου είναι βασικά αισθητικό. Η τέχνη, με πολλούς τρόπους, αντικατέστησε το Θεό γι’ αυτόν. Η μετα-χριστιανική αρτιστική όψη είναι το μέτρο της Διονυσιακής «επανεκτίμησης των αξιών». «Αυτό που προέχει… είναι πάντα η κουλτούρα» (Το Λυκόφως των Θεών).

Δεν αποφεύγεται και η πίστη του Νίτσε στην ιεραρχία, η δικαιολόγησή του για τους βαθμούς ιεράρχησης και την εκμετάλλευση. Η αναρχική οπτική του Καζίνσκι καλούσε για ελεύθερες κοινότητες, αποκεντρωμένη στο σημείο της διάδρασης πρόσωπο με πρόσωπο.

Ο Καζίνσκι, όπως κι ο Νίτσε, επιθυμεί επίσης την αρρενωπότητα από την παρακμή, αλλά είδε ότι αυτό μπορεί να γίνει μόνο με όρους κοινωνικού μετασχηματισμού. Στο Πέρα από το Καλό και το Κακό, ο Νίτσε κατηγορεί τη «δημοκρατικοποίηση της Ευρώπης» γι’ αυτό που έβλεπε σαν νοοτροπία του κοπαδιού. Στο Η βιομηχανική κοινωνία και το μέλλον της, ο Καζίνσκι αναγνωρίζει ότι μια πολύ βαθύτερη αλλαγή από την πολιτική (για να μην αναφέρουμε την αισθητική) θα χρειαστεί για το άτομο, για να είναι ελεύθερο και ικανοποιημένο. Κατάλαβε τη λογική της βιομηχανικής ζωής, ότι είναι εμπόδιο, και κάλεσε για την καταστροφή της. Γι’ αυτόν, το πώς βιώνεται η καθημερινή ζωή είναι πολύ πιο σημαντικός παράγοντας απ’ ότι οι αφηρημένες αξίες ή η αισθητική έκφραση. Ο Νίτσε και ο Καζίνσκι, λοιπόν, βλέπουν την κρίση αξιών διαφορετικά. Ειδικά στο πρόσωπο του Ζαρατούστρα, ο Νίτσε καλεί για την προσωπική απολύτρωση μέσα από την έκφραση της θέλησης. Ο Καζίνσκι δεν παραβλέπει το περιεχόμενο του ατόμου, τις δυνάμεις που μπερδεύουν τη ζωή του/της σε βασικό επίπεδο.

Ο Νίτσε εστίασε στη Γερμανική κουλτούρα, π.χ. η περίπτωση του Βάγκνερ. Ο Καζίνσκι εξέτασε το κίνημα και τις συνέπειες μιας αυξανόμενα τεχνητής και αλλοτριωτικής παγκόσμιας βιομηχανικής τάξης.

Ο Νίτσε επιβεβαίωσε το ελεύθερο πνεύμα σε βιβλία όπως Ανθρώπινο, Υπερβολικά Ανθρώπινο, Η Αυγή, Η Χαρούμενη Επιστήμη, μόνο για να αμφισβητήσει την ύπαρξη της ελεύθερης θέλησης σε άλλα κείμενα. Ο Καζίνσκι έδειξε ότι η ατομική αυτονομία είναι προβληματική στη μοντέρνα κοινωνία, και ότι αυτό το πρόβλημα είναι μια λειτουργία αυτής της κοινωνίας.

Και ο Νίτσε και ο Καζίνσκι θεωρούνται μηδενιστές από πολλούς. Το επικρατούν μεταμοντέρνο ήθος ανεβάζει το Νίτσε και αγνοεί τον Καζίνσκι – κυρίως επειδή ο Νίτσε δεν αμφισβητεί την κοινωνία ενώ ο Καζίνσκι το κάνει.

Για τους μεταμοντερνιστές, ο εαυτός είναι απλά ένα προϊόν, ένα αποτέλεσμα, τίποτε περισσότερο από μια επιφανειακή επίδραση. Η στάση αυτή πρωτοβρίσκεται στην ουσία στο Νίτσε (τώρα γνωστή και σαν «θάνατος του υποκειμένου») και μπορεί να βρεθεί σε πολλά από τα γραπτά του. Ο Καζίνσκι εξέφρασε μια τελεσίδικη αυτονομία και έδειξε ότι το άτομο δεν έχει εξαφανιστεί. Μπορεί κανείς να θρηνεί για το τέλος του κυρίαρχου ατόμου και να ξεπέσει στη μεταμοντέρνα παθητικότητα και κυνισμό ή να διαγνώσει την κατάσταση του ατόμου στην κοινωνία και να αμφισβητήσει αυτή τη συνθήκη.

Στο Das Unbehagen in der Kultur, που μεταφράστηκε τη δεκαετία του ’20 ως Η δυσφορία στον πολιτισμό, διαβάζουμε πιο κυριολεκτικά γι’ αυτό «που μας κάνει να νιώθουμε άβολα με την κουλτούρα». Ο Νίτσε ποτέ δεν αμφισβήτησε την κουλτούρα την ίδια. Ο Καζίνσκι έριξε φως στο γιατί ο βιομηχανισμός, το υπόβαθρο της κουλτούρας, πρέπει να ανατραπεί για να υπάρχει υγεία και ελευθερία.

(από το βιβλίο του Τζων Ζερζάν, Το Λυκόφως των Μηχανών)

Μετάφραση: Αναρχικός Πυρήνας ΞΑΝΑ ΣΤΟΥΣ ΔΡΟΜΟΥΣ

Δημοσιεύθηκε στην ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ. 87 Οκτώβριος 2009
Both comments and trackbacks are currently closed.