XΤΥΠΗΣΤΕ ΕΚΕΙ ΠΟΥ ΠΟΝΑΕΙ! (Μέρος Α΄)

O Ted Kaczynski, γνωστότερος ως «Γιουναμπόμπερ», γεννήθηκε στις 22 Μαΐου το 1942. Σπούδασε στο Χάρβαρντ, και ήταν καθηγητής μαθηματικών στο πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας. Κάποια στιγμή εγκατέλειψε την δουλειά του και άρχισε να ζει σαν ερημίτης μέσα σε ένα δάσος. Από το 1978 ως το 1995 έστειλε 16 πακέτα – βόμβες σε στελέχη μεγάλων εταιριών και ερευνητές πανεπιστημίων. Τρία άτομα σκοτώθηκαν και 29 τραυματίσθηκαν από τις επιθέσεις αυτές.

Συνελήφθη στις 3 Απριλίου του 1996 (πριν από 22 χρόνια) και το 1997 καταδικάστηκε σε ισόβια κάθειρξη, 8 φορές χωρίς καμμία μελλοντική δυνατότητα μετατροπής της ποινής του. Γλίτωσε την θανατική ποινή όταν οι δικηγόροι του, παρά την θέλησή του, τον παρουσίασαν ως σχιζοφρενή και παρανοϊκό. Στη σύλληψη του Kaczynski βοήθησε ο αδελφός του David που «τσέπωσε» και ένα εκατομμύριο δολάρια σαν αμοιβή της επικήρυξης.  

Ο Ted Kaczynski δεν είναι αναρχικός, αλλά στρέφεται δυναμικά ενάντια στο σύστημα και ειδικά στην τεχνολογία. Το κείμενο που ακολουθεί είχε σταλεί μέσα από την φυλακή στην εφημερίδα «Green Anarchy».

Το κείμενο αυτό περιβάλλεται από ένα μανδύα νομιμότητας, προφανώς για να μπορέσει να «βγει» από την φυλακή.

Σκοπός αυτού του άρθρου

Στόχος του άρθρου αυτού είναι να επισημάνει μια πολύ απλή αρχή της ανθρώπινης σύγκρουσης. Μια αρχή που οι αντιμαχόμενοι του τεχνολογικοβιομηχανικού συστήματος προσπερνούν. Η αρχή είναι η εξής: σε κάθε μορφή πάλης, αν θες να νικήσεις πρέπει να χτυπήσεις τον αντίπαλο εκεί που πονάει.

Πρέπει να εξηγήσω ότι, όταν λέω το παραπάνω, δεν εννοώ απαραίτητα τα φυσικά χτυπήματα ή όποια μορφή φυσικής βίας. Για παράδειγμα, σε μια προφορική αντιπαράθεση, σημαίνει να χρησιμοποιήσεις τα επιχειρήματα απέναντι στα οποία ο αντίπαλός σου είναι πιο αδύναμος. Στις προεδρικές εκλογές, σημαίνει να είσαι νικητής στις πολιτείες εκείνες όπου ο αντίπαλός σου παίρνει τις περισσότερες ψήφους. Πάντως, θα χρησιμοποιήσω και την αναλογία μιας φυσικής σύγκρουσης γιατί αποτελεί γλαφυρό και ξεκάθαρο παράδειγμα.

Εάν κάποιος σε χτυπήσει, δε μπορείς να υπερασπιστείς τον εαυτό σου χτυπώντας τον στην γροθιά, γιατί δεν θα καταφέρεις τίποτα έτσι. Για να νικήσεις πρέπει να χτυπήσεις εκεί που πονάει. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να χτυπήσεις πίσω από τη γροθιά και να χτυπήσεις τα ευαίσθητα σημεία του αντιπάλου.

Υποθέστε πως μια μπουλντόζα κάποιας κατασκευαστικής εταιρείας ξεριζώνει τα δέντρα σε δασική έκταση κοντά στη κατοικία σας και πως επιθυμείτε να τη σταματήσετε. Η φαγάνα της μπουλντόζας είναι αυτή που ξεριζώνει τη γη και τα δέντρα, όμως θα ήταν χάσιμο χρόνου να την αντιμετωπίσετε με ένα σφυρί. Με πολύ κόπο και μετά από πολύ ώρα ίσως να είχατε καταφέρει να την αχρηστέψετε. Όμως αυτό το τμήμα της μπουλντόζας δεν κοστίζει σχεδόν τίποτε σε σχέση με το υπόλοιπο και είναι εύκολο να αντικατασταθεί. Αντιπροσωπεύει τη γροθιά του παραπάνω παραδείγματος. Έτσι τα σημεία της μπουλντόζας που πρέπει να χτυπηθούν είναι τα ζωτικά. Η μηχανή επί παραδείγματι, μπορεί να καταστραφεί εύκολα και γρήγορα με κάποιο τρόπο που είναι γνωστός σε πολλούς αγωνιστές.

[…] Χρησιμοποιώ το παράδειγμα αυτό μόνο επειδή είναι γλαφυρό και ξεκάθαρο και θα εκτιμηθεί από τους αγωνιστές.

  1. Στόχος είναι η τεχνολογία

Είναι ευρέως αποδεκτό πως «η βασική συνισταμένη που καθορίζει τη σύγχρονη ιστορική διαδικασία προέρχεται από την εξέλιξη της τεχνολογίας» (Celso Furtado). H τεχνολογία, εκτός των άλλων, είναι υπεύθυνη για την παρούσα κατάσταση του πλανήτη και θα ελέγχει και τη μελλοντική εξέλιξή του. Έτσι, η «μπουλντόζα» που πρέπει να καταστρέψουμε είναι η ίδια η σύγχρονη τεχνολογία. Πολλοί αγωνιστές το γνωρίζουν αυτό και έτσι κάνουν ό,τι είναι δυνατό για να εξαφανίσουν όλο το τεχνολογικοβιομηχανικό σύστημα. Όμως, δυστυχώς, δεν έχουν προσέξει την ανάγκη να χτυπηθούν τα σημεία εκείνα του συστήματος που πονάνε.

Το να σπάσει κανείς τη τζαμαρία κάποιων φαστ-φουντ, όπως τα ΜcDonald’s δεν έχει νόημα. Όχι ότι με νοιάζει. Δεν μου κάνει διαφορά αν κάποιος κατεβάσει τη τζαμαρία τους ή όχι. Όμως, κάτι τέτοιο δεν αποτελεί επαναστατική πρακτική. Ακόμη κι αν όλα τα φαστ-φουντάδικα του κόσμου εξαφανίζονταν, το τεχνολογικοβιομηχανικό σύστημα θα είχε υποστεί μόνο ελάχιστη ζημιά, καθώς πολύ εύκολα θα επιβιώσει χωρίς τις αλυσίδες φαστ-φουντ. Έτσι μια επίθεση σε ένα φαστ-φουντάδικο δεν είναι χτύπημα εκεί που πονάει.

Λίγους μήνες πριν έλαβα μια επιστολή από ένα νεαρό από τη Δανία ο οποίος πιστεύει πως το τεχνολογικοβιομηχανικό σύστημα πρέπει να καταστραφεί επειδή, όπως το έθεσε, «που θα πάμε αν συνεχίσουμε έτσι»; Προφανώς, παρ’ όλ’ αυτά, η μορφή «επαναστατικής» δράσης του νεαρού ήταν να κάνει επιθέσεις σε φάρμες εκτροφής ζώων για γουναρικά. Σε ό,τι αφορά την αποδυνάμωση του συστήματος, μια τέτοια πράξη είναι τελείως άχρηστη. Ακόμη κι αν η βιομηχανία γουναρικών τελικά εξαφανίζονταν, το σύστημα θα επιβίωνε ωραιότατα και χωρίς αυτή.

Συμφωνώ με το ότι ο εγκλεισμός άγριων ζώων είναι απαράδεκτος και ότι είναι πολύ ευγενικό να θέτεις τέλος σε τέτοιου είδους πρακτικές. Όμως υπάρχουν κι άλλοι ευγενείς σκοποί όπως το να υπάρξει πρόληψη των τροχαίων ατυχημάτων, εύρεση στέγης για τους άστεγους, ανακύκλωση, συνοδεία ηλικιωμένων ώστε να περάσουν το δρόμο με ασφάλεια κτλ. Όμως, είναι εντελώς ανόητο να θεωρεί κάποιος τέτοιες πράξεις ως επαναστατικές ή πως αποδυναμώνει το σύστημα με αυτές.

  1. Η ξυλεία είναι ένα δευτερεύον ζήτημα

Για να χρησιμοποιήσω ένα άλλο παράδειγμα, δεν υπάρχει άνθρωπος που να στέκει στα λογικά του ο οποίος να πιστεύει πως η πραγματικά άγρια φύση θα συνεχίσει να υφίσταται για πολύ εάν συνεχίσει να υπάρχει το τεχνολογικοβιομηχανικό σύστημα. Πολλοί οικολόγοι αγωνιστές πιστεύουν πως αυτό είναι και το σημαντικό και ελπιδοφόρο αδύναμο σημείο που θα κάνει το σύστημα να καταρρεύσει. Στη πράξη όμως, το μόνο που κάνουν είναι να καταφέρονται εναντίον της ξυλείας.

Όχι ότι διαφωνώ με κάτι τέτοιο. Μάλιστα με αγγίζει ιδιαίτερα και χαίρομαι όταν αγωνιστές καταφέρνουν κάτι πάνω σ’ αυτό το ζήτημα. Επί πλέον, για λόγους που πρέπει να εξηγήσω εδώ, πιστεύω ότι η μάχη κατά της ξυλείας πρέπει να είναι ένα από τα σημεία των προσπαθειών κατά του συστήματος.

Όμως, από μόνη της δεν αποτελεί επιτυχή επίθεση κατά του συστήματος, (ακόμη και αν οι αγωνιστές κατάφερναν να σταματήσουν την ξυλεία σε κάθε μεριά της γης), καθώς το σύστημα πάλι δεν θα κατέρρεε. Και κάτι τέτοιο δεν θα έσωζε δια παντός την άγρια φύση. Αργότερα, το πολιτικό κλίμα θα άλλαζε ξανά και έτσι θα άνθιζε και πάλι η ξυλεία. Αλλά και αυτό να μην συνέβαινε, θα υπήρχαν άλλοι τρόποι ώστε να καταστραφεί το άγριο φυσικό περιβάλλον, και εάν δεν καταστρέφονταν τότε θα εξημερώνονταν και θα τιθασεύονταν. Τα ορυχεία και οι εκμετάλλευση κοιτασμάτων, η όξινη βροχή, οι κλιματολογικές αλλαγές και η εξαφάνιση σπάνιων ειδών είναι όλοι παράγοντες που καταστρέφουν την άγρια φύση. Επίσης η άγρια φύση εξημερώνεται και τιθασεύεται διαμέσου της ψυχαγωγίας, της επιστημονικής έρευνας, της διαχείρισης των φυσικών πόρων συμπεριλαμβανομένων και άλλων όπως ο ηλεκτρονικός εντοπισμός «σημαδεμένων» ζώων, το γέμισμα των ποταμών με ψάρια εκτροφείου και τη φύτευση μεταλλαγμένων φυτών.

Η άγρια φύση μπορεί να σωθεί μόνο εάν καταστραφεί το τεχνολογικοβιομηχανικό σύστημα, και κάτι τέτοιο δεν θα επιτευχθεί μόνο με την καταστροφή της (βιομηχανίας) ξυλείας καθώς τα προϊόντα του ξύλου εύκολα αντικαθίστανται με άλλα υλικά.

[…]

  1. Γιατί το σύστημα είναι σκληρό

Το τεχνολογικοβιομηχανικό σύστημα είναι εξαιρετικά σκληρό εξ αιτίας της λεγόμενης «δημοκρατικής» δομής του και της ευελιξίας που απορρέει απ’ αυτή. Επειδή τα δικτατορικά καθεστώτα τείνουν να είναι στέρεα, οι κοινωνικές εντάσεις και η αντίσταση μεγαλώνουν μέσα σε αυτά και μπορεί να οδηγήσουν σε επανάσταση. Όμως, σ’ ένα δημοκρατικό σύστημα, όταν τα παραπάνω φτάσουν σ’ ένα οριακό σημείο, το σύστημα μπορεί και ελίσσεται, συμβιβάζεται ως ένα σημείο και έτσι επαναφέρει τις εντάσεις σε ένα «ασφαλές» γι’ αυτό επίπεδο.

Στη διάρκεια της δεκαετίας του ΄60 οι άνθρωποι άρχισαν να συνειδητοποιούν ότι η μόλυνση του περιβάλλοντος είναι ένα σοβαρό ζήτημα, κυρίως επειδή η ατμοσφαιρική ρύπανση στις μεγαλουπόλεις είχε αρχίσει να προκαλεί δυσφορία στους κατοίκους. Μετά από αρκετές διαμαρτυρίες συστήθηκε η Υπηρεσία Περιβαλλοντικής Προστασίας και άλλα μέτρα ώστε να μειωθεί το πρόβλημα. Φυσικά, όλοι ξέρουμε πως τα ζητήματα περιβαλλοντικής μόλυνσης απέχουν πολύ από το να έχουν λυθεί. Όμως έγιναν αρκετά βήματα ώστε οι δημόσιες διαμαρτυρίες να υποκύψουν και για αρκετά χρόνια να σταματήσει η πίεση στο σύστημα.

Έτσι, το να χτυπάς το σύστημα είναι σα να χτυπάς ένα κομμάτι καουτσούκ. Το σφυρί μπορεί να καταστρέψει το σίδερο, γιατί το σίδερο είναι στέρεο και ικανό να σπάσει. Αν χτυπήσεις όμως ένα κομμάτι καουτσούκ δεν θα του προκαλέσεις κάτι καθώς είναι ελαστικό: δίνει λύση στη διαμαρτυρία, τόση ώστε αυτή να χάσει απλά τη δύναμη και την ορμή της. Μετά, το σύστημα επανέρχεται και πάλι στη προηγούμενη κατάσταση.

Έτσι αν θες να χτυπήσεις το σύστημα εκεί που πονάει θα πρέπει να επιλέξεις ζητήματα για τα οποία το σύστημα δεν θα κάνει πίσω, για τα οποία θα παλέψει μέχρι τελικής πτώσεως. Γιατί αυτό που χρειάζεστε δεν είναι ένας συμβιβασμός με το σύστημα, αλλά ένας αγώνας μέχρις εσχάτων.

  1. Είναι ανώφελο να χτυπήσεις το σύστημα με βάση τις δικές του αξίες

Είναι τελείως ουσιαστικό να χτυπήσεις το σύστημα όχι βάσει των ιδικών του τεχνολογικοβιομηχανικών αξιών, αλλά βάσει των αξιών που είναι ασυμβίβαστες με τις αξίες του συστήματος. Όσο χτυπάς το σύστημα βάσει των δικών του αξιών δεν το χτυπάς εκεί που πονάει και του επιτρέπεις να καθησυχάζει τις φωνές διαμαρτυρίας με το να κάνει κάποιες υποχωρήσεις.

Για παράδειγμα, εάν εξαπολύσεις επίθεση κατά της ξυλείας πρωτίστως επειδή τα δάση είναι αναγκαία για να διατηρηθούν οι υδάτινοι πόροι και οι ευκαιρίες ψυχαγωγίας, τότε το σύστημα μπορεί να απαλύνει τις διαμαρτυρίες χωρίς να συμβιβάσει τις δικές του αξίες: οι υδάτινοι πόροι και η ψυχαγωγία είναι αξίες παντελώς συμβατές με τις αξίες του συστήματος και εάν κάνει κάποια υποχώρηση περιορίζοντας την ξυλεία στο όνομα των υδάτινων πόρων και της ψυχαγωγίας, αυτό δεν είναι παρά μια τακτική υποχώρηση και δεν αποτελεί στρατηγική ήττα όσο αφορά τον κώδικα αξιών του.

Εάν προωθήσεις ζητήματα κατατρεγμένων κοινωνικών ομάδων, όπως ο ρατσισμός, ο σεξισμός, η ομοφυλοφιλία ή η φτώχεια, δεν προκαλείς τις αξίες του συστήματος και δεν το υποχρεώνεις καν να υπαναχωρήσει ή να συμβιβαστεί. Το βοηθάς με άμεσο τρόπο. Οι πιο σοφοί συνήγοροι του συστήματος αναγνωρίζουν ότι αυτά τα ζητήματα αποτελούν πληγές γι’ αυτό. Έτσι προσπαθεί από μόνο του να εξαλείψει αυτά τα ζητήματα κι άλλα παρόμοια. Οι φάμπρικες, με τα χαμηλά ημερομίσθια και τις άθλιες συνθήκες εργασίας, μπορεί να αποφέρουν κέρδος σε μερικά αφεντικά, αλλά οι σοφοί υπερασπιστές του συστήματος ξέρουν ότι το σύστημα σαν σύνολο λειτουργεί πολύ καλύτερα όταν οι εργαζόμενοι έχουν σωστή μεταχείριση. Έτσι, αν εγείρει κανείς αυτό το ζήτημα, βοηθά το σύστημα, δεν το αποδυναμώνει.

Πολλοί αγωνιστές μπαίνουν στον πειρασμό να επικεντρωθούν σε μη ουσιώδη ζητήματα όπως ο ρατσισμός, ο σεξισμός και η ζωή στις φάμπρικες επειδή είναι κάτι εύκολο. Επιλέγουν ένα ζήτημα για το οποίο το σύστημα έχει περιθώρια υπαναχώρησης και για το οποίο θα υποστηριχτούν από διάφορους (Ralph Nader, Winona La Duke, εργατικά σωματεία και άλλους ροζ μεταρρυθμιστές). Ίσως το σύστημα, υπό πίεση, να υπαναχωρήσει λιγάκι, οι ακτιβιστές να δουν κάποιο αποτέλεσμα και να μείνουν με την ικανοποίηση ότι κάτι πέτυχαν. Στην πραγματικότητα όμως δεν θα έχουν επιτύχει τίποτα για να καταστρέψουν το τεχνολογικοβιομηχανικό σύστημα.

Το ζήτημα της παγκοσμιοποίησης δεν είναι τελείως άσχετο με το πρόβλημα της τεχνολογίας. Τα οικονομικά και πολιτικά μέτρα τα οποία ορίζονται ως «παγκοσμιοποίηση» προωθούν την ανάπτυξη και συνεπώς την τεχνολογική πρόοδο. Πάλι, η παγκοσμιοποίηση είναι ένα ζήτημα μικρής σημασίας και ένα όχι τόσο καλοδιαλεγμένο ζήτημα από τους επαναστάτες. Το σύστημα έχει περιθώρια να υπαναχωρήσει πάνω σ’ αυτό το ζήτημα. Χωρίς να παραιτηθεί από την παγκοσμιοποίηση σαν συνολική ιδέα, το σύστημα μπορεί να κάνει βήματα ώστε να απαλύνει τις αρνητικές περιβαλλοντικές και οικονομικές επιπτώσεις της παγκοσμιοποίησης έτσι ώστε να φρενάρει τις διαμαρτυρίες. Μάλιστα, θα μπορούσε και να εγκαταλείψει εντελώς την ιδέα της παγκοσμιοποίησης. Η ανάπτυξη και η πρόοδος θα συνέχιζαν μόνο σε λίγο πιο αργό ρυθμό. Όταν επιτίθεσαι κατά της παγκοσμιοποίησης, δεν επιτίθεσαι κατά των βασικών αρχών του συστήματος. Το να αντιτίθεσαι στη παγκοσμιοποίηση σημαίνει να διασφαλίζεις αξιοπρεπείς μισθούς για τους εργάτες και να προστατεύεις το περιβάλλον, πράγματα που είναι συμβατά με τις αξίες του συστήματος. (Το σύστημα χάριν της δικής του επιβίωσης δεν δύναται να αφήσει την καταστροφή του περιβάλλοντος να φτάσει σε μη αναστρέψιμα όρια.) Συνεπώς, όταν παλεύεις κατά της παγκοσμιοποίησης, δεν χτυπάς το σύστημα εκεί που πραγματικά πονάει. Οι προσπάθειές σου μπορεί να προωθήσουν μεταρρυθμίσεις, αλλά είναι ανώφελες σε ό,τι αφορά την καταστροφή του τεχνολογικοβιομηχανικού συστήματος.

(Συνεχίζεται)

Advertisements
Both comments and trackbacks are currently closed.