Έμφυλες Ταυτότητες και ο Εναγκαλισμός του Κράτους (Μέρος Α΄)

Είναι σχεδόν βέβαιο, ότι οι περισσότεροι κάτοικοι του ελλαδικού χώρου δεν είχαν ξανακούσει τους όρους «ταυτότητα φύλου», έμφυλη ταυτότητα ή «κοινωνικό φύλο» και δεν γνωρίζουμε εάν πραγματικά οι έννοιες αυτές έγιναν κατανοητές, ή απλά μέσω των πολιτικών-νομοθετικών χειρισμών ουσιαστικά ισχυροποιήθηκαν οι πόλοι της εκκλησίας και της ακροδεξιάς. Είναι γεγονός πως τα τελευταία χρόνια το Κράτος έχει εντάξει το ζήτημα του «φύλου» στην ατζέντα του.

Σίγουρα, μια κυβέρνηση με το στελεχιακό δυναμικό του Σύριζα έχει τις δυνατότητες και την υποδομή για να αναδείξει ζητήματα «φύλου», αφού ανέκαθεν στους κόλπους του λειτουργούσαν ομάδες εργασίας με το συγκεκριμένο θέμα. Το 2017, μπορούμε να πούμε πως είναι για το «φύλο» και το Κράτος, μια σημαντική χρονιά. Και αυτό για­τί κατά τη σχολική περίοδο 2016-17, στα γυμνάσια υπήρξε για πρώτη φορά η ανάπτυξη θεματικής ενότητας με θέμα: «Έμφυλες Ταυτότητες», οι οποίες ξεσήκωσαν αντιδράσεις στους κόλπους της εκκλησίας και σε άλλους συντηρητικούς κύκλους. Για τους δικούς της λόγους, την αντίθεσή της στη συγκεκριμένη θεματική ενότητα είχε εκφράσει και η ΟΛΜΕ. Συνεπώς βρισκόμαστε σε μια χρονική περίοδο, όπου η έννοια του «φύλου» ενδιαφέρει αρκετά το Κράτος και συγκεκριμένα δυτικού τύπου κράτη, καθώς διαπιστώνουμε ότι και άλλα εκπαιδευτικά συστήματα (π.χ. στις ΗΠΑ) αλλά και τα κυρίαρχα μέσα ενημέρωσης έχουν εντάξει το «φύλο» στις θεματικές τους, για την ακρίβεια, το «κοινωνικό φύλο». Και το όψιμο αυτό ενδιαφέρον, εντάσσεται ασφαλώς στη λογική τής εν τέλει παροχής «δικαιωμάτων» και «ελευθεριών», ως τις πλέον σύγχρονες μορφές εξαπάτησης των ανθρώπων που αποτελούν είτε «μειοψηφία» είτε κατέχουν «ειδικό βάρος».

Η έννοια του φύλου, λοιπόν, αναφέρεται στις βιολογικές και κοινωνικές διαφορές που παρατηρούνται μεταξύ ανδρών και γυναικών. Το βιολογικό φύλο (sex) ενός ατόμου είναι γενετικά καθορισμένο, ενώ το κοινωνικό φύλο (gender) είναι πολιτισμικά και κοινωνικά κατασκευασμένο. Υπάρχουν επομένως δύο βιολογικά φύλα (το αρσενικό και το θηλυκό) και δύο κοινωνικά φύλα (το ανδρικό και το γυναικείο). Έτσι λοιπόν, το θηλυκό βιολογικό φύλο αποτελείται από ΧΧ χρωμοσώματα και το αρσενικό βιολογικό φύλο από ΧΥ χρωμοσώματα (χρωματοσωματικό φύλο). Υπάρχει, όμως, και το φαινοτυπικό φύλο με πρωτογενή (όρχεις-ωοθήκες) και δευτερογενή (στήθος, τριχοφυΐα κ.λπ.) χαρακτηριστικά φύλου. Επί πλέον, τα γεννητικά όργανα ποικίλλουν και κάποια άτομα έχουν παραπάνω από έναν τύπο γεννητικών οργάνων. Η περίπτωση αυτή συνοψίζεται στον όρο «ίντερσεξ». Οι συγκεκριμένοι τύποι φύλου, χρωματοσωματικό, φαινοτυπικό και ίντερσεξ εντάσσονται, με σαφήνεια, στην επιστήμη της βιολογίας. Αυτό όπως θα δούμε παρακάτω είτε αμφισβητείται(;) είτε θολώνεται σε ορισμένες αναλύσεις κοινωνικών επιστημόνων / ακτιβιστών, όπως της J. Butler.

Επίσης, σύμφωνα με την βιολογία, υπάρχουν παθολογικές καταστάσεις και δυσλειτουργίες που επηρεάζουν τα χαρακτηριστικά του φύλου και την αναπαραγωγική ικανότητα. Οι περιπτώσεις όπου τα γεννητικά όργανα παρουσιάζουν ατυπία ονομάζονται «Διαταραχές της διαφοροποίησης του φύλου» και αποτελούν μια πολύ μικρή πιθανότητα, της τάξεως 1/5.500. Οι περιπτώσεις αυτές είναι διαφορετικές από τις περιπτώσεις διεμφυλικών ατόμων που επιθυμούν να αυτοπροσδιοριστούν ως προς το φύλο βάσει αυτού που νιώθουν. Τα διαφυλικά άτομα, στα οποία τα χρωμοσώματα που καθορίζουν το φύλο, δεν συμφωνούν με τα γεννητικά όργανα ή/και με την εξωτερική εμφάνιση, υπολογίζονται σε περίπου 1% του πληθυσμού. Τα διαφυλικά άτομα μπορεί να μην έχουν καμμία βιολογική αναντιστοιχία, αλλά νιώθουν βαθειά μέσα τους ότι ανήκουν στο άλλο φύλο. Συχνά τα διαφυλικά άτομα νιώθουν από πάρα πολύ μικρή ηλικία ότι ανήκουν στο άλλο φύλο και δυσανασχετούν. Η ψυχιατρική επιστήμη, μέχρι πρόσφατα, όριζε αυτή τη συνθήκη ως «διαταραχή ταυτότητας φύλου», ένας όρος που αναθεωρήθηκε πρόσφατα σε «δυσφορία φύλου», στο DSM-5, η πέμπτη έκδοση του Διαγνωστικού και Στατιστικού Εγχειριδίου των Ψυχικών Διαταραχών.

Ταυτόχρονα, η ΛΟΑΤΚΙ (LGBTQI) κοινότητα αμφισβητεί την ψυχιατρική εκδοχή και θεωρεί ότι η «δυσφορία φύλου» αποτελεί απλά μια φυσιολογική παραλλαγή. Πρόσφατα, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ζήτησε από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και τον ΠΟΥ (Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας), την απόσυρση του όρου της «διαταραχής» από το Σύστημα Ψυχικών Διαταραχών και Συμπεριφορών, από την Διεθνή Στατιστική Ταξινόμηση Νοσημάτων και Συναφών Προβλημάτων Υγείας (ICD), η οποία δημοσιεύεται από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας (ΠΟΥ). Πρόκειται για ένα σύστημα ταξινόμησης που χρησιμοποιείται ευρέως για τις στατιστικές θνησιμότητας και νοσηρότητας. Η 10η αναθεώρησή της (ICD-10) χρησιμοποιείται από τα κράτη-μέλη του ΠΟΥ από το 1994. Η 11η αναθεώρηση της ταξινόμησης έχει αρχίσει και θα συνεχιστεί μέχρι το 2018. Από τη συγκεκριμένη αναθεώρηση ζητεί η ΕΕ την αλλαγή του όρου της «διαταραχής του φύλου» σε «δυσφορία του φύλου».

Σε αυτό το σημείο, να επισημάνουμε ότι ναι μεν με το νέο όρο «αποψυχιατρικοποιείται» η παραλλαγή του φύλου, όμως δεν απομακρύνεται η «παθολογικοποίηση» αυτής της κατάστασης. Αυτό δεν γίνεται για λόγους εμμονικούς αλλά για καθαρά διαχειριστικούς στα συστήματα υγείας, ώστε τα άτομα που θα εντάσσονται στη «δυσφορία φύλου» να μπορούν να συμμετέχουν στο σύστημα υγείας, ακολουθώντας ειδικές φαρμακευτικές αγωγές ορμονών, για παράδειγμα, από τα δημόσια νοσοκομεία σε συνεργασία με τις φαρμακευτικές εταιρείες.

Σύμφωνα με τη Σίλα Τζέφρις, αυστραλιανή φεμινίστρια, «η φαρμακευτική βιομηχανία, έχοντας χάσει το εισόδημά της καθώς η συνηθισμένη θεραπεία με οιστρογόνα για τις εμμηνοπαυσιακές γυναίκες εγκαταλείφθηκε επειδή εγκυμονούσε κινδύνους για την υγεία τους, προώθησε τη σχετικά νέα ιδέα της διεμφυλικότητας, προκειμένου να δημιουργήσει μια μόνιμη τάξη πελατών που θα χρειάζονται εφ’ όρου ζωής συνταγογραφούμενες ορμόνες». Επίσης, η Camillie Paglia σημειώνει: «Αποκαλώ τον εαυτό μου διεμφυλικό άτομο· φορούσα φανταχτερά ανδρικά ρούχα από την πρώιμη παιδική ηλικία· είμαι, ωστόσο, ιδιαίτερα επιφυλακτική σχετικά με το σημερινό ρεύμα των διεμφυλικών, το οποίο νομίζω ότι κατά βάση είναι αποτέλεσμα ψυχολογικών και κοινωνιολογικών παραγόντων και όχι των σημερινών συζητήσεων περί φύλου. Επί πλέον, καταδικάζω την ολοένα και αυξανόμενη συνταγογράφηση των αναστολέων της εφηβείας (των οποίων οι μακροπρόθεσμες επιπτώσεις είναι άγνωστες) για τα παιδιά. Θεωρώ αυτή την πρακτική, ποινική παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων». Η συγκεκριμένη πρακτική εφαρμόζεται στις ΗΠΑ τα τελευταία χρόνια όπου παιδιά μπορούν να λαμβάνουν αναστολείς ορμονών, που μπλοκάρουν το να βιώσει ένα παιδί την εφηβεία. Σύμφωνα με τα ΜΜΕ, ένα ομόφυλο ζευγάρι γονέων/γυναίκες, από την Καλιφόρνια, έκρινε ότι το παιδί-αγόρι είχε διαφυλικές τάσεις και σε συνδυασμό με ιατρική γνωμάτευση ξεκίνησε θεραπεία αποκλεισμού ορμονών, ώστε να γίνει «κορίτσι». Διαπιστώνουμε, λοιπόν, ότι το θέμα δεν περιορίζεται μόνο σε θέματα «δικαιωμάτων και ελευθεριών» αλλά και συμφερόντων, οπότε οφείλουμε όλοι να είμαστε προσεκτικοί και επιφυλακτικοί ως προς τις προθέσεις του κάθε «προοδευτικού» φορέα.

Από την άλλη πλευρά, όταν κάτι προκαλεί την αντίδραση της εκκλησίας ή λοιπών ακροδεξιών φορέων, σημαίνει αυτόματα ότι αυτό είναι «προοδευτικό»; Άλλωστε, τί σημαίνει «προοδευτικό»; Και ποιοι στοιχίζονται σε αυτό; Οι αριστεροί-σταλινικοί, για παράδειγμα, λογίζονται ως φορείς προοδευτικότητας; Ή, οι δεξιοί-φιλελεύθεροι, πού κατατάσσονται σε αυτή τη κλίμακα «συντήρησης-προόδου»; Το κάθε ζήτημα οφείλουμε να το προσεγγίζουμε συνολικά και σφαιρικά, αναλύοντας την κάθε πτυχή του και επ’ ουδενί με όρους Πολιτικής Ορθότητας. Από αυτές τις σελίδες έχουμε γράψει αναλυτικά για ζητήματα φύλου, σώματος, βιοπολιτικής εξουσίας κ.λπ. και νιώθουμε πραγματικά λίγο άβολα(;) όταν ακούμε εκπροσώπους της LGBT κοινότητας να πανηγυρίζουν με νόμους του κράτους και να μιλάνε για δικαίωση και για «μέρες χαράς και γιορτής». Επειδή, σε αυτή τη περίπτωση ισχύει απόλυτα, αυτό που με τόσο εύστοχο τρόπο έχει γράψει η Χάνα Άρεντ το 1972: «Το πραγματικό ερώτημα που πρέπει να θέσουμε είναι: Τί χάνουμε εάν κερδίσουμε;»

Παράλληλα, η Ελληνική Ψυχιατρική Εταιρεία (ΕΨΕ), η οποία προσκλήθηκε από τη Διαρκή Επιτροπή Δημόσιας Διοίκησης, Δημόσιας Τάξης και Δικαιοσύνης της Βουλής να μετάσχει στη συζήτηση για το νομοσχέδιο «Νομική αναγνώριση της ταυτότητας φύλου-Εθνικός Μηχανισμός Εκπόνησης, Παρακολούθησης και Αξιολόγησης των Σχεδίων Δράσης για τα Δικαιώματα του Παι­διού», σημειώνει ότι το νομοσχέδιο: «κινείται σε σωστή κατεύθυνση για τη διευθέτηση πολλών θεμάτων που αφορούν τους διεμφυλικούς και για την απο-ιατρικοποίηση του θέματος». «Το ΔΣ της εταιρείας θέτει υπ’ όψιν της Επιτροπής τα εξής σημεία:

– Το σχέδιο νόμου αποτελεί ενσωμάτωση στο εθνικό νομικό σύστημα ευρωπαϊκών οδηγιών, αποτελεί κοινωνική-πολιτική επιλογή και επιχειρεί να θεσμοθετήσει προβλήματα κοινωνικής αναγνώρισης της ταυτότητας φύλου, προβλήματα των ο­ποίων διεκδικεί τη λύση η ΛΟΑΤ κοινότητα, επί της νομικής βάσης των ίσων ατομικών δικαιωμάτων.

Έχει επιλεγεί από τον νομοθέτη η παράκαμψη της ιατρικής εκτίμησης του αιτήματος και του ιατρικού πιστοποιητικού. Αυτό στηρίζεται στο ότι έχει γίνει διεθνώς αποδεκτό ότι το πώς βιώνει ένα άτομο την ταυτότητα φύλου, δεν αποτελεί παθολογική κατάσταση, για την οποία απαιτείται ιατρική γνωμάτευση.

Σε κάποιες περιπτώσεις, όμως, όταν συνυπάρχει ενεργή ψυχοπαθολογία (π.χ. σχιζοφρένεια ή διπολική συναισθηματική διαταραχή), αυτή δεν μπορεί να εκτιμηθεί.

– Το βάρος της εκτίμησης του αιτήματος επωμίζεται ο δικαστής. Στη βάση ενός υπομνήματος, που θα συνοδεύει την αίτηση και θα περιέχει κοινωνικές και ιατρικές πληροφορίες; Στη βάση πραγματογνωμοσύνης, που θα διατάξει; Το δικαστικό σώμα θα χρειαστεί εκπαίδευση και οδηγίες για να διαχειριστεί αυτό το κοινωνικό/νομικό πρόβλημα». Και καταλήγει η ανακοίνωση της ΕΨΕ: «πρόκειται για θέμα περισσότερο κοινωνικό που άπτεται των δικαιωμάτων των πολιτών αυτής της χώρας και οι λίγες ψυχιατρικές αποκλίσεις θα μείωναν και θα αμαύρωναν το κεντρικό μεγάλο θέμα. Κάθε θεσμός έχει πάντοτε πολλά θετικά και λίγα αρνητικά. Ας αναλογιστούμε πως πολλά νομοσχέδια που έχουν ψηφιστεί αγνόησαν την ψυχιατρική θεώρηση, επειδή οι υπόλοιπες συνιστώσες ήταν σημαντικότερες».

Σε αυτό το σημείο, σκόπιμο είναι, να επισημάνουμε ότι οφείλουμε να αντιλαμβανόμαστε την διακριτότητα μεταξύ του βιολογικού και κοινωνικού φύλου και τον σεξουαλικό προσανατολισμό τού κάθε ανθρώπου. Αποτελούν τρία στοιχεία που παρουσιάζουν μεγάλες συσχετίσεις αλλά συχνά δημιουργούν συγχύσεις διότι είναι πολλοί οι συνδυασμοί, που μπορούν να προκύπτουν ξεχωριστά σε κάθε άτομο. Η έμφυλη ταυτότητα του κάθε ανθρώπου, το πώς αισθάνεται με το βιολογικό φύλο του, εάν συνταυτίζεται ή όχι και σε ποιο βαθμό, θα πρέπει να αναλυθεί ανεξαρτήτως των σεξουαλικών επιλογών και προτιμήσεων. Όπως επίσης, ότι η έννοια του «κοινωνικού φύλου» κατά τις δεκαετίες του ’60 και ’70 ήρθε να περιγράψει τις επιδράσεις που ασκούνται πάνω στο άτομο από την εξουσία, την οικογένεια, το περιβάλλον δημιουργώντας μια κοινωνική κατασκευή του φύλου, η οποία σε καμμία περίπτωση δεν σηματοδοτεί, αναγκαστικά, έναν συγκεκριμένο σεξουαλικό προσανατολισμό. Η μελέτη της «γυναίκας» μέσα από το πρίσμα του «κοινωνικού φύλου» έδωσε κυρίως στοιχεία ιστορικά και πολιτισμικά, γύρω από την πατριαρχία και άλλες καταπιεστικές μορφές εξουσίας.

Θεωρούμε αναγκαία αυτήν την διευκρίνιση διότι παρατηρούμε σε κείμενα, είτε ακαδημαϊκών είτε ακτιβιστών, από τα μέσα της δεκαετίας του ’90, έναν περιορισμό της έννοιας του «κοινωνικού φύλου», όπου επανανοηματοδοτείται περιοριστικά και συνδέεται άμεσα με τις «έμφυλες ταυτότητες» και τους σεξουαλικούς προσανατολισμούς. Η έννοια του «κοινωνικού φύλου» δεν αφορά μόνο την LGBTQI κοινότητα αλλά τον κάθε άνθρωπο που δέχεται την εξουσία και την καταπίεση, θεσμοθετημένα ή θεσμοποιημένα, από τα πρότυπα συμπεριφοράς και στάσης, από τις επιταγές του lifestyle όπως αυτές ορίζονται από το σύγχρονο marketing… Και εκεί τα πράγματα περιπλέκονται… Ας δούμε ένα στιγμιότυπο από τον νεο-άνδρα… Από τη μια έχουμε το πρότυπο του macho άνδρα, που έρχεται από παλιά και από την άλλη συναντάμε έναν άνδρα άλλου προτύπου, πιο τηλεοπτικού και στιλιζαρισμένου, που πρέπει να αποβάλει την τριχοφυΐα του από το σώμα του, συνολικά, αλλά ταυτόχρονα να γίνει και hipster! Κατασκευάζεται ένα συγκεκριμένο πρότυπο που αναπτύσσεται μεθοδικά και το παρατηρούμε την τελευταία δεκαετία κυρίως.

Εδώ, συμβαίνει το εξής αντιφατικό: αρκετές φεμινίστριες των περασμένων δεκαετιών σε ένδειξη απέχθειας και απόρριψης των επιταγών μόδας και στυλ, δεν ξύριζαν τα σημεία που η γυναικεία θηλυκότητα(!) επίτασσε, ενώ σήμερα προστέθηκε και το έτερο φύλο στη διαδικασία αποβολής της τριχοφυΐας. Το συγκεκριμένο παράδειγμα είναι ενδεικτικό και δείχνει ξεκάθαρα ότι τις επιταγές και τα πρότυπα δεν τις διαμορφώνουν τα φύλα αλλά η εξουσία, η αγορά και το marketing, ως σύγχρονες μορφές επιβολής. Καθοριστικός, δηλαδή, είναι ο ρόλος του άνδρα ή γυναίκας/εξουσιαστή-στριας και όχι το φύλο του.

Επί πλέον, όλο και πιο συχνά συναντάμε περιπτώσεις που αναφέρονται σε τουριστικούς προορισμούς για ομοφυλόφιλους ή ξενοδοχεία που απευθύνονται στοχευμένα σε LGBT άτομα, κατασκευάζοντας διαχωρισμούς, όπου ο σεξισμός γίνεται προϊόν και λανσάρεται ανάλογα σε σεξουαλικούς καταναλωτές και όπου η σεξουαλική προτίμηση γίνεται εμπορικό προϊόν για το target-group με τα ειδικά σεξουαλικά χαρακτηριστικά. Αυτήν η ιδιότητα, προσβάλει την ανθρώπινη υπόσταση περιφέρουσα και εμπορευόμενη τις σεξουαλικές τους προτιμήσεις. Κατά κανόνα, αλλά όχι πάντα, η ταυτότητα φύλου συμφωνεί με τον σεξουαλικό προσανατολισμό. Λόγου χάρη, ένα αρσενικό άτομο να έχει αντρικό κοινωνικό φύλο και να προτιμά γυναίκες για ερωτικούς συντρόφους (ετεροφυλόφιλος). Μπορεί όμως ένα αρσενικό άτομο να έχει αντρικό κοινωνικό φύλο και να προτιμά άντρες για ερωτικούς συντρόφους (ομοφυλόφιλος).

Επίσης, ένα άτομο μπορεί να έχει ταυτότητα φύλου «γυναίκα» παρ’ όλο που όταν γεννήθηκε το κατέταξαν ως «αγόρι». Μπορεί να έχει ή να μην έχει μπει σε διαδικασία να αλλάξει το σώμα της και μπορεί να επιθυμεί γυναίκες ως ερωτικούς συντρόφους. Συνεπώς το φύλο της είναι γυναίκα και ο σεξουαλικός της προσανατολισμός είναι ομοφυλόφιλος, δηλαδή είναι λεσβία. Τρανστζέντερ συμπεριφορές είναι οι συμπεριφορές που υπερβαίνουν τους κανόνες του κοινωνικού φύλου. Είναι πολύ γενικός όρος και μπορεί να περιλαμβάνει πολλούς ανθρώπους: θηλυπρεπείς άντρες, αρρενωπές γυναίκες, butch και femme λεσβίες, στρέιτ ή γκέι, drag king και drag queen που χρησιμοποιούν το κοινωνικό φύλο ως πολιτική δήλωση ή ως ψυχαγωγία, τρανσέξουαλ άτομα, κλπ. Ο όρος transgender δεν έχει καμία σχέση με τον σεξουαλικό προσανατολισμό. Έχει να κάνει με το μπέρδεμα και την υπέρβαση των εξωτερικών, κοινωνικών χαρακτηριστικών του φύλου, δηλαδή με την τυπική ανδρική και γυναικεία συμπεριφορά.

Ιστορικά, λοιπόν, το κίνημα του φεμινισμού καθιέρωσε την αντίληψη ότι πολλοί ρόλοι που αναφέρονται στο φύλο είναι κοινωνικά προσδιορισμένοι και δεν μπορούν να καθοριστούν με καθαρά βιολογικά κριτήρια. Στα πλαίσια των ερευνών σχετικά με το φύλο, ο όρος «φύλο» αναφέρεται ειδικά στις πολιτισμικές και όχι στις βιολογικές δια­φορές. Τον όρο gender εισήγαγε ο σεξολόγος John Money το 1955, θέλοντας να κάνει διάκριση μεταξύ αυτού και του βιολογικού φύλου (sex). Μέχρι τότε η λέξη χρησιμοποιείτο κυρίως στη Γραμματική. Η νέα έννοια της λέξης εξαπλώθηκε κατά τις δεκαετίες ’60 και ‘70, οπότε και η φεμινιστική θεωρία υιοθέτησε την ιδέα της διάκρισης βιολογικού φύλου και της κοινωνικής κατασκευής των φύλων. Εν τούτοις, σε πολλά πεδία, μαζί με αυτά και κάποια πεδία κοινωνικών επιστημών, το κοινωνικό φύλο συμπεριλαμβάνει το βιολογικό ή το αντικαθιστά. Παρ’ όλο που αυτή η αλλαγή στην έννοια του φύλου συναντάται τη δεκαετία του ‘80, μία μικρή επιτάχυνση της διαδικασίας στην επιστημονική φιλοσοφία παρατηρήθηκε το 1993, όταν o Οργανισμός Τροφίμων και Φαρμάκων των ΗΠΑ (FDA) ξεκίνησε να χρησιμοποιεί τη λέξη “gender” αντί για “sex”. Μέχρι τότε η έννοια του «κοινωνικού φύλου» αφορούσε κυρίως την ακαδημαϊκή κοινότητα σε ερευνητικό επίπεδο μέσω της κοινωνιολογίας, κοινωνικής ανθρωπολο­γίας, σπουδών φύλου και μια σημαντική τάση του φεμινιστικού κινήματος. Μπορούμε να ορίσουμε ότι υπάρχουν ιστορικά καταγεγραμμένα τρία φεμινιστικά κύματα-κινήματα: Το πρώτο, τέλη 19ου αι. – αρχές 20ου αι., όπου κυρίως η μεσαία αστική τάξη ζητάει δικαίωμα ψήφου, εκπαίδευσης και πολιτικών δικαιωμάτων για τις γυναίκες. Το δεύτερο, κατά τη δεκαετία του ’60, που πρόβαλε και θέματα τεκνοποίησης/άμβλωσης και μίλησε για τις σχέσεις εξουσίας και πατριαρχίας σε ένα ευρύ επιστημονικό πεδίο, από την κοινωνιολογία, φιλοσοφία, ψυχολογία (Φουκώ, Λακάν, Κρίστεβα) και τη γνωστή θέση της Μπωβουάρ ότι «γυναίκα δεν γεννιέσαι, αλλά γίνεσαι», και το τρίτο, από τη δεκαετία του ’90, όπου αναπτύσσεται μια μεταμοντέρνα/μεταδομιστική κριτική με κύρια εκφράστρια την J. Butler και παράλληλα την ενδυνάμωση κινημάτων LGBTQI (lesbian, gay, bisexual, transgender, queer, intersex).

Αντίστοιχα, τρία διαδοχικά «κύματα» συναντάμε και στην ανάπτυξη της χρήσης του «κοινωνικού φύλου». Το πρώτο έφερε μαζί του την ιδέα της προτεραιότητας του Πολιτισμού σε σχέση με τη Φύση, που διατυπώνεται στις ΗΠΑ, τη δεκαετία του 1960 από τον John Money, ο οποίος πρότεινε την προκλητική, τότε, ιδέα ότι άνδρας ή γυναίκα γίνεται κανείς, όχι λόγω βιολογικού ντετερμινισμού αλλά μέσω της ανατροφής και της παιδείας που αφομοιώνει από τη γέννησή του. Το δεύτερο κατά τη δεκαετία του 1970, όπου όλο και περισσότερες κοινωνιολογικές και ψυχολογικές μελέτες επικεντρώνονται στο πώς «φυσικοποιούνται» οι διαφορές μεταξύ ανδρών και γυναικών από τις εκάστοτε πολιτισμικές και κοινωνικές δομές. Και το τρίτο, από τη δεκαετία του ’90, που αφορά τις έμφυλες ταυτότητες, με κύρια εκπρόσωπο την J. Butler.

H Judith Butler, της οποίας το έργο ασκεί τεράστια επιρροή στα σύγχρονα φεμινιστικά κινήματα, θεωρεί τους ρόλους που αναφέρονται στο φύλο ως μια κοινωνική πρακτική η οποία συχνά αποκαλείται «επιτελεστική». Για εκείνη, «το “φύλο” είναι μια ιδεατή κατασκευή η οποία υλικοποιείται δια της βίας μέσα στο χρόνο. Δεν είναι ένα απλό γεγονός ή μια στατική κατάσταση του σώματος, αλλά μια διαδικασία μέσω της οποίας τα ρυθμιστικά κανονιστικά πρότυπα υλικοποιούν το “φύλο” και επιτυγχάνουν αυτή την υλικοποίηση μέσω μιας βίαιης επανεπιβεβαίωσης αυτών των κανονιστικών προτύπων» (J. Butler, Σώματα που έχουν σημασία, στο συλλογικό έργο «Τα όρια του σώματος», εκδ. Νήσος). Και, επίσης, με προκλητικό και καταιγιστικό τρόπο σημειώνει ότι: «το καθεστώς της ετεροφυλοφιλίας λειτουργεί για να οροθετεί και να ορίζει το περίγραμμα της «υλικότητας» του φύλου και αυτή η «υλικότητα» διαμορφώνεται και υποστηρίζεται μέσα από/και ως υλικοποίηση ρυθμιστικών κανονιστικών προτύπων τα οποία εν μέρει είναι της ετεροφυλικής ηγεμονίας».

Σε αυτό το σημείο απλώς να σημειώσουμε ότι, για ευνόητους λόγους επιβίωσης, η βιολογική εξέλιξη ανθρώπων και άλλων όντων, πριμοδοτεί και ενισχύει τις ετεροφυλοφιλικές σχέσεις επειδή οδηγούν στη διαφορική αναπαραγωγή του έμφυλου είδους. Η Gayle Rubin, στο άρθρο της «The Traffic in Women», παρά το ότι διατυπώνει μια ριζική κριτική στο δομισμό του Lévi-Strauss, μοιάζει να βασίζει την πολυσυζητημένη ιδέα της για το «σύστημα βιολογικού/κοινωνικού φύλου», σε κάποια κοινά σημεία της θεωρίας του Lévi-Strauss. Κάθε κοινωνική οργάνωση, γράφει η Rubin, έχει ένα «σύστημα βιολογικού/κοινωνικού φύλου», μια σειρά δηλαδή από κανονιστικές αντιλήψεις, διαδικασίες και πρακτικές δια των οποίων το «βιολογικό φύλο» και το ωμό υλικό της ανθρώπινης αναπαραγωγής μετασχηματίζεται και διαμορφώνεται μέσω της ανθρώπινης παρέμβασης σε κοινωνικό προϊόν. Σε αυτό το θεωρητικό σχήμα, παρά την ιδιαίτερη σημασία που έχει τη δεδομένη στιγμή η έμφαση στην κοινωνική κατασκευή του φύλου, οι έννοιες του «βιολογικού φύλου» και του «σώματος» παραμένουν ταυτισμένες με αυτό που μετράει ως «φύση» —με αυτό δηλαδή που βρίσκεται ήδη «εκεί πέρα», δοσμένο από πριν, προκαθορισμένο και αμετάβλητο —και άρα απλώς θεωρούνται δεδομένες, χωρίς να υπόκεινται σε καμμία θεωρητική επεξεργασία.

Αναρχικός Πυρήνας Χαλκίδας

Από την ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ. 176, Νοέμβριος 2017
Both comments and trackbacks are currently closed.