Οι «επαναστατικές γραφές» και οι «γραμματικοί» αυτών

Κριτσανίζοντας, χθες βράδυ, το ταπεινό μου τυράκι, στη σκιώδη τρύπα μου μονάχος, ως άλλος φασή-στας (στη «φάση» μου, δηλαδή, όπως τόσο εύστοχα είχε διατυπώσει ο μακαρίτης Άκης Πάνου), σκεφτόμουν τι θα μού ομολογούσε ένας «φωτισμένος» κινηματίας, αν πάθαινε ξαφνικά οξεία κρίση ειλικρίνειας. Σας παραθέτω τις ακατέργαστες σκέψεις μου, ευχαρίστως.

Α, όλα κι όλα. Αν το ’χει «πει» ο Μπακούνιν, δεν σηκώνω κουβέντα. Αν το έχει γράψει ο άνθρωπος, δηλαδή. Αυτό εννοώ. Ποιός είσαι τώρα εσύ, που τολμάς να διαφωνήσεις; Εμείς κάνουμε ό,τι γράφει ο Μπακούνιν, άντε κι ο Κροπότκιν, άντε και μερικοί ακόμη «ευαγγελιστές» του αναρχισμού. Πέραν τούτου, όμως, ουδέν. Είναι ζήτημα ταυτολογίας, Πόντικά μου, αν θέλεις να λέγεσαι «αναρχικός» ακολουθείς τις «γραφές». Οφείλεις να παπαγαλίζεις θεωρίες και να αντιγράφεις τυφλοσούρτη πρακτικές, ασχέτως αν εκφράστηκαν με βάση μια πραγματικότητα, ένα κοινωνικό γίγνεσθαι, που πόρρω απέχει από τις αντίστοιχες σημερινές. Αυτό είναι το σωστό.

Το ζήτημα είναι να μαρτυρήσουμε (ή, για να μη κοροϊδευόμαστε, να «μαρτυρήσουμε») για την πίστη μας. Να δημιουργήσουμε νέες στρατιές «μαρτύρων», «αγίων» και «οσίων». Πώς; Ισχυρίζεσαι πως ο Μπακούνιν και οι υπόλοιποι δεν έγραψαν όσα έγραψαν, για να τα ακολουθούμε ως άλλοι δογματικοί θρησκόληπτοι, αλλά ως μια καταγραφή όσων θεωρούσαν στο εκεί και στο τότε ως ορθά, ως χρήσιμα για τους σύγχρονούς τους αγωνιζόμενους, αλλά και για όσους μέλλονταν; Και δίκιο να ‘χεις, να είσαι βέβαιος πως το έκαναν από σεμνότητα· κατά βάθος γνώριζαν ότι ενσάρκωναν το άυλο πνεύμα της επερχόμενης παγκοσμίου προλεταριακής επαναστάσεως. Ούτε σπιθαμή λιγότερο.

Κι ευτυχώς για εμάς τους «αναρχικούς», οι προαναφερθέντες δεν έγραψαν και πολλά πράγματα. Να, κάτι μικρές μπροσούρες εκδίδανε, τσάτρα-πάτρα, τρέχανε βλέπεις οι ερίφηδες (τουλάχιστον οι περισσότεροι από αυτούς), από οδόφραγμα σε οδόφραγμα, όχι από συνεργατικό καφενείο σε αυτοδιαχειριζόμενη συναυλία, όπως εμείς (ολίγον κορόιδα δηλαδή αυτοί), οπότε που καιρός για γράψιμο; Βέβαια, αυτό για εμάς λειτούργησε και λειτουργεί απείρως εξυπηρετικά. Προμηθεύεσαι, το λοιπόν, αυτά τα μικρά βιβλιαράκια, αράζεις, τα αποστηθίζεις (όπως μάς έμαθαν οι καθηγητές μας στο καλό μας σχολείο) και είσαι έτοιμος. Βγαίνεις μετά, με στυλάκι πάντοτε πρέπον (οι ασκήσεις ύφους ενθαρρύνονται ανυπερθέτως), με το ντύσιμο σου το «σωστό» (όχι σαν αστός αντ-επαναστάτης φλωροκικιρίμπας) κι αγορεύεις με τις ώρες στις συνελεύσεις τις αμφιθεατρικές, στις καταλήψεις τις «αδιαμεσολάβητες», στα μεζεδοπωλεία τα «δικά μας», ωραίος κι ατημέλητος τα μάλα επιμελώς.

Με πιάνεις; Κι αν τολμήσει κανείς (ειδικά νεαρός) να αρθρώσει κάποιο εύστοχο επιχείρημα απέναντι στα λεγόμενά «μας», ουαί κι αλοίμονον! Όσο λογικά κι αν, ενδεχομένως, ηχούν τα λόγια του, εμείς θα βρούμε εκείνο το «εδάφιο» ή, ακόμη καλύτερα, τον «σωστό» συνδυασμό «εδαφίων», που, εμπρός στα βλέμματα των παριστάμενων, μα ωστόσο μη μετεχόντων των αχράντων «γραφών», θα τον κατατροπώσει. Πώς σου φαίνεται; Εύκολο δεν είναι; Ξέρω πως διαφωνείς, αλλά όχι μόνον είναι «παιχνιδάκι» στην πράξη, μα κι εκπληκτικά αποτελεσματικό. Έχουμε κατορθώσει, πλέον, να μας ανήκουν όλα· όχι μόνον το μαχαίρι και το καρπούζι, μα και το μποστάνι ολόκληρο. Αν μας το επιτρέψουν οι αδαείς, με την ενοχική τους παθητικότητα, δεν σκοπεύουμε να σταματήσουμε, δεν θέτουμε, στους εαυτούς μας, ούτε κατ’ επίφασιν όρια· η απληστία μας είναι απροσμέτρητη και το θράσος μας απύθμενο.

Όπως έπρατταν οι «πατέρες» τής χριστιανικής εκκλησίας, αιώνες πριν από εμάς. Όπως έπρατταν, ομοίως, οι καλοί μας φίλοι οι κατηχητές τής κομμουνιστικής ιδεολογίας, από τους οποίους, εξ άλλου, όποτε μας βολεύει, «δανειζόμαστε» εδάφια των δικών τους «σοφών» κι «αγίων». Και βέβαια, όπως είναι εύκολο να το ψυχανεμιστείς, εμείς είμαστε οι «ξυπνιτζήδες» της ιστορίας, μιας και οι προαναφερθέντες κατηχητές, όχι μόνον παραδέχονται ανοιχτά πως μετέχουν ενός οργανωμένου θρησκευτικού ή πολιτικού δόγματος (άρα τους «ξεμπροστιάζουμε» εύκολα, όποτε μας κάνει κέφι, στο «ριζοσπαστικό» πόπολο), αλλά, για να είναι εις θέσιν να παραστήσουν τους κήρυκες της ανθρώπινης «σωτηρίας», χρειάζεται να ξεπατικώσουν χιλιάδες χιλιάδων σελίδες από τα λόγια των δικών τους «σοφών».

Οπότε ο χρόνος τους για «επαναστατικό» χαβαλέ περιορίζεται κι ο νους τους, τηρουμένων των αναλογιών, οφείλει να παραμένει συστηματικά πιο νηφάλιος. Πάλι μάγκες εμείς, δηλαδή. Σωστός; Ζήτω η «αναρχία» κι ο Κομμουνισμός, δηλαδή· τέτοια πράγματα ωραία και νοικοκυρεμένα.

Δεν σε βλέπω όμως να χαίρεσαι, δεν σκάει λίγο γέλιο το χειλάκι σου, με όσα άκουσες. Πώς; Πιστεύεις πως γελάει καλύτερα όποιος γελάει τελευταίος; Δεν σε καταλαβαίνω. Ποιος το έχει πει πάλι αυτό; Ο Μπακούνιν ή ο Κροπότκιν; Άντε, από ‘κει ρε βρωμοπόντικο! Παλιοτρωκτικό! Τί ξέρεις εσύ από κοινωνικούς αγώνες…;

Πόντιξ ο Σισύφειος

 

Advertisements
Both comments and trackbacks are currently closed.