Η ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ ΕΙΝΑΙ ΕΛΛΗΝΙΚΗ. Η ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ ΕΙΝΑΙ ΕΒΡΑΪΚΗ; (Μέρος 1ο)

Εξ αρχής δηλώνουμε ότι ο τίτλος είναι παραπλανητικός. Κατ’ αρχήν, διότι, μπορεί να ερμηνευθεί ποικιλοτρόπως και ως προς το πρώτο αλλά και ως προς το δεύτερο μέρος του. Στο πρώτο προσδίδεται μια θέση, αμετακίνητη, η οποία επ’ ουδενί αποτελεί άποψη μας και στο δεύτερο μέρος το ερώτημα, εάν ετύχαινε απαντήσεως, θα είχε βάση πριν από 100 χρόνια. Αλλά και πάλι, μπορούμε να εθνο/θρησκευο προσδιορίζουμε εδάφη; Σε κάθε περίπτωση το «είναι» ουσιαστικά, θέλει να προσδιορίσει την κυρίαρχη παρουσία μιας εθνοτικής ομάδας σε μια συγκεκριμένη γεωγραφική περιοχή, που συχνά, συγχρονίζεται και συνταυτίζεται με την επ’ αυτής ασκούμενη δύναμη επιβολής. Για να το θέσουμε, διαφορετικά, το τί «είναι» η κάθε περιοχή εξαρτάται από την εκάστοτε εξουσία. Οι περιοχές από μόνες τους περιλαμβάνουν ανθρώπους, λαγκάδια και βουνά. Στο παρόν σημείωμα, θα ασχοληθούμε αποκλειστικά με τη παρουσία μιας πολυπληθούς κοινότητας στην περιοχή της Θεσσαλονίκης για αρκετούς αιώνες, της εβραϊκής, επειδή η μελέτη της πλήρους πορείας και εξέλιξης της συγκεκριμένης κοινότητας μας προσφέρει πολλά στοιχεία για αρκετούς τομείς της ιστορίας, όπως τους λόγους δια των οποίων έγινε η πολυπληθέστερη εθνοθρησκευτική κοινότητα στη Θεσσαλονίκη, τις εντάσεις με άλλες θρησκευτικές και εθνικές κοινότητες, την εξαφάνισή της το 1943.

Ο χρόνος της αρχικής εγκατάστασης των Εβραίων στη Θεσσαλονίκη πιστεύεται από τους περισσότερους ιστορικούς ότι ξεκινά από τον 6ο-8ο αι. π.Κ.Χ. (προ κοινής χρονολογίας).[1] Όσον αφορά τα Ρωμαϊκά και Βυζαντινά χρόνια υπάρχουν αρκετές μαρτυρίες για την ύπαρξη εβραϊκής Κοινότητας στη Θεσσαλονίκη. Αυτοί οι εβραίοι, οι λεγόμενοι Ρωμανιώτες, είχαν εξελληνίσει τα ονόματά τους και μιλούσαν την ελληνική γλώσσα. Από τα μέσα του 14ου αιώνα, η Θεσσαλονίκη θα δεχθεί και άλλους Εβραί­ους προερχόμενους από την Κεντρική Ευρώπη, την Σικελία και την Ιταλία. Στο δεύτερο μισό του 15ου αι. φθάνουν, επίσης, στη Θεσσαλονίκη Ασκεναζίτες εβραίοι, διωγμένοι από τη Γερμανία. Το καθοριστικό, όμως, γεγονός για την πληθυσμιακή εξέλιξη της ισραηλιτικής κοινότητας είναι η εγκατάσταση στην πόλη 15-20.000 ισπανοεβραίων, των λεγόμενων Σεφαραδίμ, οι οποίοι έρχονται από το 1492 και μετά, διωγμένοι από την Ισπανία, κυρίως με διά­ταγμα των καθολικών βασιλιάδων Φερδινάνδου και Ισαβέλλας. Πρόκειται για το Διάταγμα της Αλάμπρα, της 31ης Μαρτίου 1492, το οποίο όριζε όπως εντός τεσσάρων μηνών θα έπρεπε να εγκαταλείψουν το ισπανικό βασίλειο. Αυτοί, θα εγκατασταθούν μετά την άλωση (1430) από τους Τούρκους σε μια, αραιή πληθυσμιακά, Θεσσαλονίκη, κατόπιν πρόσκλησης και επιθυμίας του σουλτάνου Βαγιαζήτ Β’ και θα καταλάβουν τις συνοικίες από την Εγνατία μέχρι την παραλία και από το Βαρδάρη μέχρι τη Διαγώνιο. Θα επικρατήσουν δημογραφικά και θα μεταβάλουν την πόλη σε σημαντικό εμπορικό κέντρο.

Σταδιακά, κατά τους επόμενους αιώνες, αρκετοί εβραίοι από άλλες περιοχές της Ευρώπης θα καταφθάσουν στην περιοχή. Οι Σεφαραδίμ μιλούσαν τη Λαντίνο, μια διάλεκτο ισπανικών και εβραϊκών, την οποία θα τη διατηρήσουν μέχρι τα μέσα του 20ου αι. Αυτή η γλώσσα θα αποτελέσει τη βασική διάλεκτο επικοινωνίας και σε αυτήν θα εκδώσουν τις εφημερίδες τους. Παρατηρείται, λοιπόν, σε μια πόλη η εβραϊκή κοινότητα να αποτελείται από τους ρωμανιώτες και τους Σεφαραδίτες αλλά και τους Ασκενάζι από την κεντρική Ευρώπη. Μια θρησκεία, τρείς ομάδες καταγωγής με ετερόκλητα χαρακτηριστικά. Η περίοδος της μεγάλης ακμής θα ανακοπεί στις αρχές του 17ου αιώνα. Το εμπόριο θα κλονιστεί με την ανακάλυψη νέων θαλάσσιων δρόμων και η ίδια η Θεσσαλονίκη θα δοκιμαστεί από διαδοχικές πυρκαγιές και επιδημίες.

Το καθοριστικό, όμως, γεγονός είναι η εμφάνιση την ίδια περίοδο ενός ραβίνου από τη Σμύρνη, του Σαμπατάι Σεβή, ο οποίος αναπτύσσει μεσσιανικό κίνημα σε όλες σχεδόν τις εβραϊκές κοινότητες της Οθωμανικής επικράτειας και οδηγεί σε ακραίες μαζικές εκδηλώσεις εξισλαμισμού. Οι Εβραίοι που αλλαξοπίστησαν διατήρησαν πολλά ιουδαϊκά έθιμα και ακολούθησαν έναν ιδιαίτερο δρόμο στους κόλπους του Ισλάμ. Στη Θεσσαλονίκη σώζεται ακόμη το Τζαμί των Ντονμέ, γνωστό ως Γενί Τζαμί. Ο Σαμπατάι Σεβή, εξισλαμίστηκε για να γλιτώσει τη ζωή του από τον σουλτάνο, όταν μετά από περιοδεία του στην Ευρώπη, ως ο «βασιλιάς των βασιλέων» θεώρησε ότι έπρεπε να μεταβεί και στην Κωνσταντινούπολη. Εκεί συνελήφθη και φυλακίστηκε, ενώ ο σουλτάνος τού έθεσε το δίλημμα: θάνατος ή ισλάμ. Και ο «μεσσίας» επέλεξε τον εξισλαμισμό. Το ίδιο έπραξαν και χιλιάδες εβραίοι οπαδοί του, σε διάφορες περιοχές. Σύμφωνα με τον Κ. Μοσκώφ, ανάμεσα στους ντονμέδες είναι ότι «πνευματικότερο διαθέτει η ισραηλιτική κοινότητα της Θεσσαλονίκης – από τις τάξεις τους θα γεννηθεί στον οθωμανικό χώρο το τεκτονικό κίνημα και ο εκμοντερνιστικός νεοτουρκισμός».

Από τον 19ο αι. η παρηκμασμένη εβραϊκή κοινότητα θα ξεκινήσει πάλι να αναπτύσσεται δημογραφικά, γεγονός που αποτυπώνεται στο εμπόριο της πόλης αλλά και στα πολλαπλά επαγγέλματα με τα οποία καταπιάνονται τα μέλη της. Σε αυτό το σημείο, αξίζει να σημειωθεί ότι οι περισσότεροι εβραίοι της πόλης δεν ήταν έμποροι, βιομήχανοι ή μέλη μιας εύπορης τάξης αλλά εργάτες. Μπορεί από πολλούς να τονίζεται η δραστηριοποίηση σημαντικού αριθμού εβραίων σε επιχειρηματικούς και τραπεζικούς τομείς, όμως τόσο και στη Θεσσαλονίκη, όσο και στην Αθήνα και σε άλλες πόλεις, η πλειοψηφία του πληθυσμού αποτελούνταν από εργάτες. Άλλωστε ο Αβραάμ Μπεναρόγια, σεφαραδίτης εβραίος, ήταν ένας εκ των ιδρυτών της εργατικής οργάνωσης Φεντερασιόν στη Θεσσαλονίκη, το 1909. Είναι, εξ’ άλλου γνωστή η επίδραση της Φεντερασιόν στην αρχική διαμόρφωση του εργατικού κινήματος στον Βόρειο ελλαδικό χώρο και την μετέπειτα κατασκευή του κομμουνιστικού μορφώματος (ΚΚΕ).

Έχουμε μπει, λοιπόν, στον 20ο αι. και σημαντικά γεγονότα θα σημαδέψουν τη συγκεκριμένη κοινότητα. Από τον Οκτώβρη του 1912, οι οθωμανικές αρχές θα παραδώσουν την Θεσσαλονίκη στο ελλαδικό κράτος, ενώ λίγα χιλιόμετρα έξω από τη πόλη οι βουλγαρικές δυνάμεις θα προσπαθήσουν, για μία ακόμη φορά, να προσεταιριστούν την εβραϊκή κοινότητα.

Αυτήν την περίοδο, σύμφωνα με την στατιστική των ελληνικών αρχών ο πληθυσμός της πόλης αποτυπώνεται ως εξής: Εβραίοι 61.439 κάτοικοι, 45.889 Τούρκοι, 39.956 Έλληνες και 10.605 άτομα λοιπών εθνοτήτων. Εκείνη τη χρονική στιγμή, η διαπίστωση ότι η Θεσσαλονίκη, για παράδειγμα, είναι ελληνική, επ’ ουδενί ευσταθεί. Αυτό είναι λογικό να μην ευσταθεί από τη στιγμή που ένα μωσαϊκό ανθρώπων με πολλαπλές καταβολές και χαρακτηριστικά συνυπάρχουν, πολλές φορές ανταγωνιστικά, στα όρια της πόλης ή της μακεδονικής επικράτειας.

Πρόκειται για μια κατάσταση που απαντάται καθ΄ όλην την έκταση του βαλκανικού χώρου και επί πλέον σε πολλά λιμάνια-πόλεις της Μεσογείου, όπως Σμύρνη, Αλεξάνδρεια, Βενετία, Λιβόρνο, Ταγγέρη κ.λπ. Τονίσαμε και στην αρχή του κει­μένου ότι το «είναι» κυρίως δείχνει το ποιός κυ­ριαρχεί εξουσιαστικά-κρατικά σε μια επικράτεια και τίποτα παραπάνω, τουλάχιστον για το βαλκανικό χώρο. Αυτή η «κατοχή» ήταν που ανησύχησε την εβραϊκή κοινότητα της Θεσσαλονίκης το 1912, η οποία φοβήθηκε προσπάθειες «εξελληνισμού» από το ελλαδικό κράτος. Για αυτό το λόγο, αντιπροσωπεία του Βενιζέλου συναντήθηκε με εκπροσώπους της εβραϊκής κοινότητας και αποφασίστηκαν τα εξής μέτρα: α) η δυνατότητα εξαγοράς της στρατιωτικής θητείας, χωρίς απώλεια πολιτικών δικαιωμάτων, β) η διατήρηση της αργίας του Σαββάτου και γ) το δικαίωμα διατήρησης του μέχρι τότε ισχύοντος λογιστικού συστήματος στην ισπανοεβραϊκή γλώσσα.

Ενδιαφέρον έχει να δούμε και τη δημογραφική κατανομή και στο τέλος του 1915, ένα χρόνο μετά τη πλήρη και οριστική προσάρτηση της πόλης στην ελληνική επικράτεια. ΄Ελληνες 68.205, Εβραίοι 61.400, Τούρκοι 30.000 και άλλοι 6.100. Παρατηρείται, λοιπόν, ότι σε μια συνολική πληθυσμιακή αύξηση 4,7%, ο αριθμός των ελλήνων αυξήθηκε κατά 70%. Ταυτόχρονα, στη καρδιά του λεγόμενου Διχασμού, ξεσπά η μεγάλη πυρκαγιά του 1917. Σύμφωνα με την ιστορική έρευνα η πυρκαγιά ξεκίνησε το Σάββατο στις 18 Αυγούστου από ένα σπίτι που στην αυλή του, οι ένοικοι προσπάθησαν είτε να μαγειρέψουν είτε να «βάλουν καζάνι» για να πλύνουν ρούχα. Η εξάπλωση της φωτιάς, λόγω του δυνατού Βαρδάρη, κατέκαψε μέσα σε δύο μέρες τα 3/4 του κέντρου, προκαλώντας τεράστιες καταστροφές σε συναγωγές, εκκλησίες, σχολεία, καταστήματα και σπίτια. Υπολογίζεται ότι 75.000 άτομα έμειναν άστεγα, εκ των οποίων 53.000 εβραίοι, 12.500 έλληνες και οι υπόλοιποι κυρίως τούρκοι. Η πυρκαγιά έκαψε 9.500 σπίτια σε έκταση 1.000.000 m². Τις μεγαλύτερες καταστροφές υπέστησαν εβραϊκές συνοικίες και μαγαζιά, όπου το πλήγμα, ως επί το πλείστον, ήταν ανεπανόρθωτο.

Λίγες μόνο ημέρες μετά την καταστροφή, η κυβέρνηση Βενιζέλου ανήγγειλε ότι δεν θα επιτρεπόταν η ανεξέλεγκτη ανοικοδόμηση της πόλης, αλλά μόνο στη βάση ενός νέου πολεοδομικού σχεδίου, σύμφωνα με τον Ν. 823/1917 που εκπόνησε ο υπουργός συγκοινωνιών Αλέξανδρος Παπαναστασίου. Με απόφαση του Παπαναστασίου ιδρύθηκε «Διεθνής Επιτροπή Νέου Σχεδίου Θεσσαλονίκης» με πρόεδρο τον Ερνέστ Εμπράρ για την εκπόνηση ρυμοτομικού σχεδίου, το οποίο παραδόθηκε στη Γενική Διοίκηση Μακεδονίας στις 29 Ιουνίου 1918. «Οι επιπτώσεις της πυρκαγιάς, λοιπόν, ήταν οικονομικές, κοινωνικές και εθνοτικές, εκτός από πολεοδομικές. Η οικονομική ζωή της πόλης πάγωσε για πολλά χρόνια λόγω της καθυστέρησης της ανοικοδόμησης, που ξεκίνησε μετά το 1922. Η καθυστέρηση οφειλόταν στο γεγονός ότι αποφασίστηκε η απαλλοτρίωση των καμένων αλλά διάφορα πολιτικά παιχνίδια άλλαζαν τη νομοθεσία κάθε τόσο. Ακολούθησε ένας αγώνας για τον τρόπο με τον οποίο θα γινόταν αυτή η απαλλοτρίωση σε νομικό, πολιτικό και κοινωνικό επίπεδο. Τελικά, πολλοί από τους παλιούς ιδιοκτήτες πούλησαν τις περιουσίες τους σε ανοιχτούς πλειστηριασμούς. Ωφελημένοι από αυτό βγήκαν εν κατακλείδι οι πλουσιότεροι Θεσσαλονικείς, τόσο Ελληνικής όσο και Εβραϊκής καταγωγής. Κοινωνικά, καταστράφηκε η μεσαία αστική τάξη που είδε όλη της την περιουσία να γίνεται στάχτη. Μεγάλο πλήγμα ήταν επίσης η πυρκαγιά και για την εργατική τάξη- κυρίως σε ότι αφορά τους πολίτες Εβραϊκής καταγωγής, που ως επί το πλείστον κατοικούσαν στο κέντρο, σε φθηνές κατοικίες από ξύλο που έγιναν στάχτη. Η πυρκαγιά έπληξε σημαντικά την Εβραϊκή κοινότητα γενικότερα, αφού η πλειονότητα των πυροπαθών ήταν Ισραηλίτες. Η ισορροπία που υπήρχε εκείνο τον καιρό στην πόλη ανάμεσα στις εθνότητες άλλαξε. Η Εβραϊκή κοινότητα ήταν την εποχή εκείνη πολυπληθής, και υπερτερούσε πληθυσμιακά και των Τούρκων και των Ελλήνων. Μετά την πυρκαγιά και με τις ανταλλαγές πληθυσμών αυτή η ισορροπία άλλαξε. Πολλοί νέοι Εβραίοι έφυγαν στο εξωτερικό και οι ηλικιωμένοι που έμειναν πίσω αρρώστησαν και πέθαναν από τις κακουχίες του χειμώνα του 1918 αφού έμεναν σε αντίσκηνα ή σε κατεστραμμένα κτίρια υπό άθλιες συνθήκες. Ήταν η αρχή του τέλους για την Εβραϊκή κοινότητα της Θεσσαλονίκης που στην συνέχεια αποδεκατίζεται στον 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο».[2]

Οι μεγάλοι χαμένοι, αναμφίβολα, από τη συγκεκριμένη πυρκαγιά ήταν κυρίως οι εβ­ραίοι των κατώτερων κυρίως στρωμάτων, οι περισσότεροι των οποίων ούτε αποζημιώθηκαν ούτε τους αποδόθηκαν οι περιουσίες τους, διότι αποφασίστηκε η ριζική πολεοδομική αναδιάταξη της πόλης. Πάρα πολλοί από τους πυροπαθείς εγκατέλειψαν τη πόλη και κατέφυγαν σε άλλα σημεία του ελλαδικού και ευρωπαϊκού χώρου.

Είναι πασιφανές ότι η κρατική εξουσία άδραξε την ευκαιρία ώστε από ένα τυχαίο γεγονός να εφαρμόσει οικονομική-δημογραφική πολιτική. Στο όνομα φυσικά της Προόδου και του Εξευρωπαϊσμού. Η Θεσσαλονίκη του 1917 θύμιζε μια πόλη οθωμανική με στενά σοκάκια και τζαμιά, αλλά και εβραϊκή με συναγωγές και πληθώρα εβραίων εργατών να κατοικούν στο κέντρο της πόλης. Αυτό, η τότε κυβέρνηση Βενιζέλου το ανέτρεψε κατευθύνοντας και προσδίδοντας στην πόλη έναν ευρωπαϊκό και εξελληνισμένο χαρακτήρα. Τα σχέδια αυτά δεν έγιναν αποδεκτά από την εβραϊκή κοινότητα, η οποία πίεσε διεθνώς για την ανατροπή της κατάστασης. Οι κύριοι παράγοντες της αντίθεσης τους ήταν: η αναγκαστική αποκοπή από την έως τότε περιοχή άσκησης της επαγγελματικής τους δραστηριότητας, η αλλαγή του τόπου κατοικίας, η προφανής εισροή ελληνικών κεφαλαίων στη φάση ανοικοδόμησης και η αλλαγή συσχετισμών στον επιχειρηματικό/οικονομικό τομέα.

Η συγκεκριμένη πολεοδομικά σχεδιαζόμενη πολιτική έδωσε το έναυσμα, φυσικά, σε ένα σημαντικό κομμάτι ελλήνων να αντιπαρατεθούν με τους εβραίους σε διάφορα επίπεδα, και κυρίως το εμπορικό. Οι εβραίοι μικροεπιχειρηματίες και έμποροι αποτελούσαν ανέκαθεν στόχο για εκείνους, που ανταγωνιστικά ορμώμενοι ήθελαν να τους εξοστρακίσουν. Ο αντισημιτισμός δεν άργησε να καλλιεργηθεί και να πάρει «σάρκα και οστά» και με την έλευση χιλιάδων προσφύγων από το Πόντο και τη Μ. Ασία, ενώ και η εφημερίδα Μακεδονία «έβαλε το χεράκι της» προς αυτήν την κατεύθυνση.

Αλλά γι’ αυτά που διαδραματίστηκαν την εποχή του Μεσοπολέμου και έως και τη δεκαετία του ’40 στη Θεσσαλονίκη, θα αναφερθούμε στο επόμενο δεύτερο μέρος.

Αναρχικός Πυρήνας Χαλκίδας

Από την ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ. 179, Φεβρουάριος 2018

[1]. Γιοζέφ Νεχαμά, Ιστορία των Ισραηλιτών της Σαλονίκης, University Studio Press, 2001

[2]. Γρηγόρης Βαρδαρινός, σκηνοθέτης του ντοκυμανταίρ: «Θεσσαλονίκη 1917: Η Φωτιά που Γέννησε μια Πόλη».

 

Both comments and trackbacks are currently closed.