Όλα τα κράτη την ίδια μούρη έχουν

Κάθε οργανωμένη κοινωνία, όπως τη βλέπουμε σήμερα, βρίσκεται κάτω από την κρατική κυριαρχία, κι ο κόσμος που ζούμε στο σύνολο του ακόμα και στο πιο απόμακρο σημείο του, κυριαρχείται από τις εξουσιαστικές σχέσεις. Οι ιδεολογικοί εκφραστές του κρατισμού, πάσχισαν και πασχίζουν αδιάκοπα να εδραιώσουν στα μυαλά και στη συνείδηση των ανθρώπων την «αναγκαιότητα ύπαρξης του κράτους» προσπαθώντας ταυτόχρονα, να του δώσουν μια άυλη διάσταση, να το εξωραΐσουν, να το ανυψώσουν, να το από-προσωποποιήσουν. Αλλά την ίδια στιγμή οι πολιτικοί του εκπρόσωποι βάζουν σε λειτουργία τους νόμους, τους θεσμούς, τους μηχανισμούς κάθε τι, τελοσπάντων, που εκδηλώνει την υλική του υπόσταση.

Για αυτούς το κράτος είναι, αφαιρετικά, ο «εκπρόσωπος του γενικού συμφέροντος», ο εκφραστής των δικαιωμάτων και των ορίων του κάθε ατόμου. Οι ιδεολογικοί εκφραστές του κρατισμού διαφυλάττουν την έννοια της εξουσίας και ισχυρίζονται ότι πρέπει πάντα να επιβιώνει από τις αδυναμίες και τα λάθη που διαπράττουν αυτοί που εναλλάσσονται στην άσκηση της εξουσίας.

Στη συνέχεια, ό,τι δεν είναι πλειοψηφικό γι’ αυτούς, στρέφεται αυτόματα ενάντια στα συμφέροντα της κοινωνίας και το χαρακτηρίζουν σαν «προβοκάτσια» ή «ανεύθυνη πράξη». Ειδικά όσοι ασπάζονται μαρξιστικές αντιλήψεις, με το μαρξισμό να είναι ένα σημαντικό παρακλάδι της εξουσιαστικής αντίληψης, ιδεολογικοποίησαν την έννοια της συλλογικότητας σαν κυριαρχική ισοπεδώνοντας την ατομικότητα και θεωρώντας το άτομο σαν συστατικό της παραγωγικής διαδικασίας, εξαρτώμενο και ετεροκαθοριζόμενο από τους υλικούς όρους της παραγωγής και της ανταλλαγής. Ο ολοκληρωτισμός των μαρξιστών, που θεωρεί την ατομικότητα εχθρική προς την κοινωνικότητα – συλλογικότητα, αποτελεί ένα πρόσχημα και ταυτόχρονα ένα μέσο για την υποταγή της κοινωνίας στην αθλιότητα των εξουσιαστικών σχέσεων. Η καταστροφή του κράτους, και κάθε εξουσίας, δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί από ένα άτομο αλλά ούτε και από πολλά, στο βαθμό που δρουν ξεχωριστά. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι η ατομικότητα υποτάσσεται στην οποιαδήποτε συλλογικότητα. Έτσι, ο,τιδήποτε δε σχετίζεται με την «βία» του «προλεταριάτου», οι μαρξιστές το θεωρούν πως στέκεται εμπόδιο στην ανάπτυξη επαναστατικών/εξεγερτικών διεργασιών μέσα στη κοινωνική διαπάλη.

Η πολυμορφία των κοινωνικών αγώνων υπάρχει σε όλο το φάσμα και τις ιδιαιτερότητες του κοινωνικού ανταγωνισμού, είτε κυριαρχεί το καθεστώς της δημοκρατίας, είτε αυτό της δικτατορίας ή οποιαδήποτε άλλη παραλλαγή της οικονομικής και πολιτικής κυριαρχίας. Τις μορφές του κοινωνικού αγώνα δεν τις καθορίζει ο τύπος της κρατικής κυριαρχίας αλλά αντίθετα την ένταση των κοινωνικών αγώνων την καθορίζει ο τύπος και τα μέσα καταστολής της κρατικής κυριαρχίας. Για παράδειγμα, για ποιό λόγο σε μια περίοδο δικτατορίας μπορεί να δικαιολογείται η χρήση της βίας, ακόμη και η ένοπλη μορφή της, αλλά σε μια περίοδο που η κρατική κυριαρχία έχει δημοκρατικό προσωπείο αυτό να θεωρείται «απολίτιστο» και «βάρβαρο»; (κάτι αντίστοιχο με το «βομβιστή» πρώην πρωθυπουργό Σημίτη, αλλά και τον «αγωνισταρά» της δημοκρατίας φοιτητή και υπουργό δημόσιας τάξης-μακελάρη των διαδηλωτών, Παπουτσή).

Αυτό που πετυχαίνει το κράτος με αυτό τον τρόπο είναι να ερμηνεύει την υποδούλωση της κοινωνίας με πολιτικούς όρους, μετατρέποντας το κοινωνικό σε πολιτικό, εκθειάζοντας τα «πλεονεκτήματα» της δημοκρατικής διαχείρισης, αγνοώντας πως τα δικαιώματα και η ελευθερία των ανθρώπων, εξαφανίζονται όταν το κράτος και το κεφάλαιο επιβάλουν την κυριαρχία τους. Σε αυτό το πλαίσιο της «έννομης δημοκρατικής τάξης», τα πολιτικά κόμματα, οι κύριοι φορείς ενσωμάτωσης των κοινωνικών τάσεων στο κυριαρχικό μοντέλο εξουσιαστικής διαχείρισης, δημιουργούν την «ψευδαίσθηση» της αναγκαιότητας των πλειοψηφικών επιταγών για την έναρξη των κοινωνικών αγώνων αποκρύπτοντας ότι σε όλη τη διάρκεια της ανθρώπινης ύπαρξης κάθε αντίσταση, εξέγερση, επανάσταση ήταν η συλλογική προσπάθεια μιας μειοψηφίας ελεύθερης και συνειδητής σύμπραξης ατόμων, με αυθόρμητο ή και οργανωμένο τρόπο με κοινούς στόχους και επιθυμίες, με σκοπό την καταστροφή του συστήματος καταπίεσης κοινωνικών συνόλων.

Οι κοινωνικοί αγώνες δεν μπορεί να χαρακτηρίζονται κατά πόσο είναι πλειοψηφικοί ή μειοψηφικοί αλλά από το κατά πόσο είναι δίκαιοι ή όχι, κατά πόσο συμβάλλουν στην κατεύθυνση της ολικής απελευθέρωσης ή στην αναπαραγωγή και μετασχηματισμό της εξουσίας.

Η σύμφυτη τάση του ανθρώπου (της ατομικότητάς του) για την ελευθερία δε μπορεί να εκφράζεται με αριθμητικά συγκρίσιμους όρους, όπως πολλοί ή λίγοι, ούτε φυσικά από την «πλειοψηφία» ή την «μαζικότητα». Οι έννοιες αυτές χρησιμοποιούνται από τους εξουσιαστές με σκοπό να αναστείλουν ή να «ευνουχίσουν» τις πρωτοβουλίες στο τομέα της κοινωνικής δράσης, αφαιρώντας τις όποιες δυνατότητες για αντικρατική έκφραση.

Παρατηρώντας την κατάσταση που εξελίσσεται στην τοπική κοινωνία, με το ελλαδικό κράτος να έχει εξαπολύσει επίθεση τόσο με οικονομικούς αλλά και με κοινωνικούς όρους, είναι εμφανές, ότι οι άνθρωποι αντιλαμβάνονται (ίσως όχι σε μεγάλο βαθμό) την κρατική κυριαρχία να επηρεάζει άμεσα τις ζωές τους και ότι το κράτος είναι ο ρυθμιστής των «ελευθεριών» και των «δικαιωμάτων» τους. Αυτό που επίσης μπορεί να παρατηρηθεί είναι ότι ναι μεν οι άνθρωποι αντιλαμβάνονται το κρατικό παρεμβατισμό (που ίσως σε «καλές» εποχές να περνούσε απαρατήρητος), αλλά από την άλλη έχει αλλοιωθεί, στο πλαίσιο της «έννομης δημοκρατικής τάξης», τόσο πολύ το ένστικτο για την πραγματική ελευθερία που οι άνθρωποι, στην αναζήτηση τους για μια αποτίναξη της κρατικής κυριαρχίας κινούνται μέσα σε πλαίσια που η εξουσία έχει επιβάλει. Αυτά είναι πολιτικά κόμματα, μαξιλάρια της κρατικής κυριαρχίας, «ακομμάτιστες» μερίδες, φορείς εξουσιαστικών λογικών, ίσως σε μια πιο «μεταμοντέρνα» έκδοση των όρων έλεγχου εκ μέρους της κυριαρχίας, αλλά σε κάθε περίπτωση καθαρά εξουσιαστικές.

Οι θεσμοί της κυριαρχίας, επιβεβλημένοι και απλωμένοι μέσα στον κοινωνικό ιστό, επεμβαίνουν στην κοινωνία μέσω του κράτους. Η κυριαρχία χρειάζεται την κοινωνία για να μπορέσει να επιβιώσει και να αναπαραχθεί. Το κράτος σαν μέσο επιβολής της κυριαρχίας έχει πλέον «πείσει», δημιουργώντας την ψευδαίσθηση συμμετοχής καθώς και του «εθνικού καθήκοντος», ότι κοινωνία και κράτος είναι έννοιες ταυτόσημες. Σε καμμιά περίπτωση αυτό δε μπορεί να είναι αληθές, αφού αν ίσχυε κάτι τέτοιο θα σήμαινε την διαιώνιση των συνθηκών κυριαρχίας, της ανελευθερίας των ανθρώπων, την υιοθέτηση εξουσιαστικών λογικών και πρακτικών από τους ανθρώπους, καθώς και την άρνηση της πραγματικότητας των κοινωνικών συγκρούσεων και αντιπαραθέσεων με το κράτος και τα όργανα του. Πως μπορεί να σταθεί αυτό, όταν είναι δεδομένο ότι μια κοινωνία δε μπορεί να θεωρηθεί σαν ένα ομογενές σύνολο; Απλά δε μπορεί να σταθεί ένα τέτοιο ψέμα. Οι ψευτιές των εξουσιαστών θέλουν να πείσουν τους αφελείς ότι τα πραγματικά, δημιουργικά ένστικτα των ανθρώπων που απαρτίζουν την κοινωνία, είναι «περιθωριακές» επιλογές αυτών που επιλέγουν να συγκρουστούν. Οι ελεύθεροι από κάθε εξουσιαστική λογική άνθρωποι όμως, γνωρίζουν καλά τη διαφορά μεταξύ εξαναγκαστικής συνύπαρξης και ταύτισης.

Τα ουσιαστικά ανθρώπινα χαρακτηριστικά, της ανθρωπινότητας και της συλλογικότητας που είναι απαραίτητα για την υλική, κοινοτική και πνευματική ισότητα και ισοτιμία ανάμεσα στους ανθρώπους είναι ο στόχος της κυριαρχίας και του κράτους. Η διαρκής προσπάθεια του κράτους να αφομοιωθούν από τους ανθρώπους η εξουσιαστική ιδεολογία και οι θεσμοί της, η εκμετάλλευση και το σύστημα κατάταξης στο κοινωνικό σύνολο (στηριγμένο σε οικονομικούς σε πρώτη φάση όρους και ιδεολογικούς σε δεύτερη) μπορεί να καταδείξει ότι ο ανταγωνισμός κράτους και κοινωνίας, δουλείας και ελευθερίας, είναι ανελέητος και ολοκληρωτικός. Η διαρκής προσπάθεια του κράτους να αναδείξει τα τυπικά χαρακτηριστικά των ανθρώπων (να τρώνε, να πίνουν, να κοιμούνται ακόμα και να σκέφτονται με έναν ορισμένο τρόπο μόνιμα ενάντια στα ουσιαστικά τους χαρακτηριστικά) δείχνει την σημασία που έχει γι’ αυτό η υποταγή των ανθρώπων, αλλά και την επικινδυνότητα γι’ αυτό και τους θεσμούς του, που έχει η ύπαρξη ελεύθερων ανθρώπων και η πραγματική δημιουργία.

Για αυτόν ακριβώς το λόγο, δεν υπάρχουν μπάτσοι «παιδιά του λαού», και λοιπές τέτοιες μαρξιστικές αηδίες, γιατί απλά όταν κάποιος τάσσεται υπερασπιστής της εξουσίας, και υιοθετεί εξουσιαστικές λογικές αυτόματα θεωρείται εχθρός της κοινωνίας, της ανθρωπινότητας και της ελευθερίας. Οι κοινωνικές συγκρούσεις έχουν μια μοναδικότητα τόσο χρονικά όσο και σαν συμβάν και τα μέρη που έρχονται σε άμεση και βίαιη αντιπαράθεση καθορίζουν και καθορίζονται από συνολικότερες επιδιώξεις τις οποίες θέλουν να επιβάλλουν ή να αναδείξουν. Αυτό είναι που κατά βάση μετράει. Στο κάτω-κάτω δεν μπορούμε να δούμε με ποιο τρόπο συμπαρατάσσεται με «τα συμφέροντα του λαού» το κάθε όργανο του κράτους την ώρα που διαλύει συγκεντρώσεις και πορείες με τη βία και πως με αυτό τον τρόπο αναγνωρίζει το δίκιο των αγωνιζομένων.

Γνωρίζουμε καλά ότι οι ανακατατάξεις που πραγματοποιούνται από την πλευρά του συνόλου της κυριαρχίας χαρακτηρίζονται από τη βιαιότητα τους και τους ραγδαίους ρυθμούς τους. Οι συνθήκες του κοινωνικού ανταγωνισμού μεταβάλλονται λόγω της συνεχούς κατακτητικής διάθεσης του κράτους πάνω στη κοινωνία και της αντίστασης της δημιουργικής καταστροφής των σχεδίων της κυριαρχίας. Μπορούν έτσι να αναζητηθούν, να επαναδιαμορφωθούν και να δοκιμαστούν αντιλήψεις που θα προσδιορίσουν τη συμμετοχή σε αυτόν, χωρίς να λησμονούμε την πληθωρικότητα και το εύρος των κατατεθειμένων απόψεων και πρακτικών. Μακριά από καλοθελητές, διαπραγματευτές, πολιτικά τερτίπια, συνδικαλιστικούς ελιγμούς και την πολιτική τραμπάλα.

Επειδή, οι καταπιεσμένοι δεν έπαψαν και δε θα πάψουν να σηκώνουν κεφάλι.

Επειδή, ο αγώνας αυτός δεν ξεκίνησε για να μείνει στη μέση, γιατί δε χάθηκε ποτέ.

Το πάθος για την ελευθερία και τη ζωή είναι συνδεδεμένο με την ανθρώπινη φύση και όχι η εξουσία.

Δημοσιεύθηκε στην ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ. 110, Νοέμβριος 2011
Both comments and trackbacks are currently closed.