Σχετικά με τη «γέννηση» της φιλοσοφίας και όχι μόνο… (ΣΤ΄)

H αποτυχία επίτευξης της δεύτερης παραμέτρου του σχεδίου του Πλάτωνα, (εύρεση διεθνούς κέντρου εξουσίας) έχει ως αποτέλεσμα και τη συγγραφή των «Νόμων», οι οποίοι αποτελούν συμπλήρωμα της «Πολιτείας» και όπου η επιβολή των νόμων πλέον, δεν επαφίεται στην «ευγενική ρητορική του διαλόγου, στο διαρκώς ανοιχτό έργο της συλλογικής διαπαιδαγώγησης. Πρέπει να μεταφραστεί σε συγκεκριμένους νόμους με υποχρεωτικό κύρος. Οι νόμοι αυτοί πρέπει να επιβληθούν, εάν είναι απαραίτητο δια της βίας και, συγκεκριμένα, δια της καταστολής».

Εκεί πλέον, υπάρχει μια «αυστηρή σύνδεση μεταξύ γαιοκτησίας και δικαιώματος υπηκοότητας. Εκδίωξη όσων ασκούν χειρωνακτικά και εμπορικά επαγγέλματα από το κοινωνικό σώμα (εφόσον δεν έχουν γη, θα κρατηθούν σε κατάσταση ημί – δουλείας). Διαπαιδαγώγηση των πολιτών ρυθμιζόμενη λεπτομερώς από το κράτος. Υποχρεωτική δημόσια θρησκεία (η οποία βασίζεται στα άστρα) ως εγγύηση της δημόσιας τάξης. Εξορία και θανατική ποινή για όσους παραβιάζουν τους νόμους και ιδιαίτερα τους θρησκευτικούς ή προτείνουν καινοτομίες επικίνδυνες για το κράτος. Ανώτατο νομοθετικό και εκτελεστικό όργανο θα είναι ένα συμβούλιο δέκα πολιτών, επιλεγμένων μεταξύ των σοφοτέρων».

Αριστοτέλης (384 – 322)

Είναι ο νέος τύπος στοχαστή, ο οποίος δεν είναι ούτε αριστοκράτης, (με προορισμό να κατακτήσει τη γνώση και να ασκήσει εξουσία (Πλάτωνας, Παρμενίδης), ούτε σοφός που ασχολείται με τέχνες που θέτει στην υπηρεσία του δήμου (Ίωνες φυσιολόγοι ).

Γεννήθηκε στα Στάγειρα της Χαλκιδικής, στην επικράτεια της Μακεδονίας, κάτι που του απέκλειε την εξουσία, τόσο στον τόπο του (εξουσία στα χέρια της Μακεδονικής δυναστείας) όσο και οπουδήποτε αλλού (όντας ξένος). Παρουσιάζεται ως ο πλέον σύγχρονος, για την εποχή, τύπος διανοούμενου ο οποίος θα ζήσει σε ένα κόσμο κυριαρχούμενο από μοναρχίες.

Από την άλλη, θεωρείται επαγγελματίας στοχαστής, ο οποίος «συνέλαβε την φιλοσοφία ως πεδίο οργάνωσης και σύνθεσης της γνώσης, όλης της γνώσης, από την λογική μέχρι την επιστημονική και τη θεολογική και εδώ βέβαια ισχύει η διαφορά ότι η ηθικό-πολιτική ζωή δεν είναι πλέον ο σκοπός αυτής της γνώσης αλλά απλώς ένα μέρος της, ένα αντικείμενο της ανάμεσα στα άλλα».

Σύμφωνα με τον Αριστοτέλη, η φιλοσοφία και γνώση, αποτελούν αυτοσκοπό, άρα είναι κοινωνικά άχρηστες και μοναδικός σκοπός είναι η ικανοποίηση της έμφυτης στον άνθρωπο ανάγκης για καθαρή γνώση. Η πραγματικότητα είναι ενιαία και ομοιογενής, η δομή είναι οριζόντια, σε αντίθεση με τον Πλάτωνα που είχε διχοτομήσει σε «υψηλό» και «χαμηλό» κόσμο, χρησιμοποιώντας την διαλεκτική και τα μαθηματικά για να αποδείξει πως ενώνονται.

Όσον αφορά τις επιστήμες, πίστευε στην εξειδίκευση και όχι στην προσπάθεια ένταξης τους σε μια γνώση όπως ο Πλάτωνας. Κατά τον Αριστοτέλη, η πραγματικότητα διαρθρώνεται ταυτόχρονα σε γένη (περιοχές). Κάθε γένος, έχει δικές του αρχές (νόμους και δομές οργάνωσης). Η φιλοσοφία λοιπόν, αποτελεί το μέσο για την εύρεση του ενοποιητικού νήματος που συνδέει τις διάφορες αυτόνομες επιστήμες της εγκυκλοπαίδειας και για την αποκάλυψη της δομής και της τάξης του κόσμου νοούμενου ως ενιαίου συνόλου.

Το 367 και ενώ ο Πλάτωνας λείπει στη Σικελία, ο Αριστοτέλης γίνεται μέλος της Ακαδημίας. Για είκοσι χρόνια και μέχρι τον θάνατο του Πλάτωνα, παραμένει στην Ακαδημία, δίνοντας βάση κυρίως στην επιστημονική έρευνα παρά στην πολιτική δραστηριότητα. Με τον θάνατο του Πλάτωνα, και ενώ έχει ήδη συγγράψει μερικά από τα σημαντικότερα έργα του (πέρα από πλατωνικούς διαλόγους) που έχουν να κάνουν με τη λογική, τη ρητορική κ.λπ. φεύγει από την Ακαδημία. Μην όντας Αθηναίος, δεν μπορούσε να αναλάβει την διεύθυνση της σχολής και κυρίως λόγω του ότι οι σχέσεις της Αθήνας με την Μακεδονία δεν θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν και οι καλύτερες εκείνη την εποχή. Πηγαίνει στην αυλή του Ερμεία, ηγεμόνα της Άσσου και του Ατάρνεου στη Μ. Ασία, πιστό στην Μακεδονική δυναστεία.

Το 342, προσκαλείται από τον Φίλιππο να γίνει παιδαγωγός του γιου του Αλέξανδρου. Αυτό, δεν οφείλεται τόσο στην φήμη του ως φιλοσόφου (έπαιξε βεβαίως και αυτό τον ρόλο του) όσο κυρίως στον πατέρα του Νικόμαχο, ο οποίος φαίνεται να ήταν γιατρός της αυλής του Αμύντα του Γ, (πατέρα του Φιλίππου, παππού του Αλέξανδρου) αλλά και στην φιλία του με τον Ερμεία.

Το 338, η νίκη των Μακεδόνων στη Χαιρώνεια, σηματοδοτεί και την επικράτηση της Μακεδονίας σε ολόκληρο τον ελλαδικό χώρο. Το 336, ο Αλέξανδρος διαδέχεται τον Φίλιππο και ο Αριστοτέλης, επιστρέφει στην Αθήνα, όπου ιδρύει το Λύκειο. Ένα δημόσιο γυμνάσιο ανοιχτό στην διδασκαλία των φιλοσόφων, με διαφορές όμως από την Ακαδημία. Οι μαθητές δεν ενώνονταν από κανένα θρησκευτικό δεσμό, από κανένα κοινό κανόνα ζωής, κανένα πολιτικό σχέδιο δράσης. Άλλωστε, οι περισσότεροι ήταν μέτοικοι, όπως ο ίδιος ο Αριστοτέλης. Επίσης, ήταν «λιγότερα ανοικτό στην ελεύθερη διαλεκτική συζήτηση, από τη μια (εφόσον η διδασκαλία του Αριστοτέλη ήταν τρόπον τινά «επίσημη» και πέρα από κάθε αμφισβήτηση) το Λύκειο άφηνε, από την άλλη, περισσότερο χώρο στις επιμέρους εξειδικευμένες έρευνες, οι οποίες διεξάγονταν από ένα αρκετά μεγάλο αριθμό σπουδαστών υπό την καθοδήγηση του Αριστοτέλη και μέσα στα πλαίσια που αυτός υποδείκνυε».

Με τον θάνατο του Αλεξάνδρου το 323, αναγκάζεται να φύγει από την Αθήνα, (λόγω αντί – μακεδονικών αναταραχών) και καταφεύγει στο σπίτι της μητέρας του, στην Χαλκίδα της Εύβοιας, όπου και πεθαίνει το 322.

Η «συνέχεια» του Λυκείου, είναι το Μουσείο. Ιδρύεται στην Αλεξάνδρεια από τον εκεί βασιλιά Πτολεμαίο, όπου με τον Δημήτριο τον Φαληρέα και τον Στράτωνα στην διεύθυνση του ιδρύματος, μεταφέρεται και η επιστημονική έρευνα του Λυκείου σε αυτό. Σύμφωνα με τον Στράτωνα, «το σύμπαν διέπεται από υλικές δυνάμεις, οι μηχανισμοί των οποίων αποκλείουν κάθε θεϊκή παρέμβαση, κάθε οικουμενική τελεολογία. Η ψυχή και η νόηση είναι λειτουργίες του σώματος, και συνεπώς πρέπει να αποκλείσουμε κάθε επιβίωση της ψυχής έξω από το σώμα». Το ίδιο το Λύκειο (τον 3ο αιώνα) μετατρέπεται σε σχολή ρητορικής και γραμματικής.

Μετά το θάνατο του Αριστοτέλη και την σύσταση του Μουσείου στην Αλεξάνδρεια, η φιλοσοφία σιγά σιγά διαχωρίζεται από την επιστήμη (3ος αιώνα π.χ. – 3ο αιώνα ν.χ.). «Οι κατευθύνσεις της επιστημονικής έρευνας δεν επιβάλλονται πλέον από κάποια μορφή γνώσης που υποτίθεται πω είναι ανώτερη και καθολική. Δεν καλείται να απαντήσει για την σημασία και τον προορισμό των πορισμάτων της ενώπιον δικαστηρίου μιας τέτοιας γνώσης. Δεν εξαρτώνται πλέον από την εξουσία και τα σχέδια μιας «πρώτης φιλοσοφίας».

Σε σημείο, που από τον 1ο ν.χ. αιώνα η προσπάθεια ανασυγκρότησης μιας φιλοσοφίας εμπνευσμένης από την κλασική παράδοση, (Νεοπλατωνικοί, Αριστοτελικοί), να έχει ως αποτέλεσμα την ανάδειξη της αυτονομίας της Φιλοσοφίας. «Σκοπός της φιλοσοφίας δεν είναι να δώσει ηθικούς κανόνες για το κοινό καλό, ούτε να παράγει παραμυθητικές ή άλλες ιδεολογίες με σκοπό την ενίσχυση της συναίνεσης στην κρατική εξουσία. Πρωτογενής και ουσιαστικός σκοπός της φιλοσοφίας είναι η γνώση, και συγκεκριμένα η γνώση αντικειμένων που εμπίπτούν στο πεδίο ερευνών της».

Ο ΚΥΝΙΣΜΟΣ ΚΑΙ Ο ΣΤΩΙΚΙΣΜΟΣ

…αποτελούν ξεχωριστά κεφάλαια της αρχαίας ελληνικής φιλοσοφίας, συνθέτοντας το δεύτερο ρεύμα που προήλθε από την διδασκαλία του Σωκράτη, στο οποίο δεν θα αναφερθούμε εκτενώς. Όπως επίσης και σε άλλες εξίσου ενδιαφέρουσες παραμέτρους της αρχαίας ελληνικής φιλοσοφίας, (Εμπεδοκλής, Επίκουρος κ.ά.)

Ο Κυνισμός

…είναι από μόνος του μια αρκετά μεγάλη και ενδιαφέρουσα παράμετρος της αρχαίας ελληνικής φιλοσοφίας. Αν και προέρχεται από τη Σωκρατική διδασκαλία, διαφοροποιείται αρκετά από το σύνολο της αρχαίας ελληνικής φιλοσοφίας, τη στιγμή που αυτή ενδιαφέρονταν για την ενοποίηση των δυνάμεων της Φύσης και του Νόμου, ενώ ο Κυνισμός απέρριπτε τον Νόμο. Η έννοια του Νόμου, παραπέμπει στα έθιμα, στις συμβάσεις και στους νόμους. Οι περισσότεροι φιλόσοφοι στόχευαν στην εναρμόνιση των δύο αυτών αρχών. Ειδικότερα ο Αριστοτέλης, στην επιβολή νόμων πάνω στη φυσική τάξη πραγμάτων.

Θεμελιωτής του Κυνισμού θεωρείται ο Αντισθένης (444 – 370). Είναι ο μεγαλύτερος σε ηλικία μαθητής του Σωκράτη, προέρχεται από οικογένεια δούλων και δεχόταν ως μαθητές μόνο όσους «ασπάζονταν μια απόλυτη φτώχεια και απεξάρτηση από κάθε είδους υλικό πλούτο, ιδιοκτησία, κύρος, εγωισμό, εξουσία». Αρνείται την αξίωση σύνθεσης πολύπλοκων θεωριών, και πιστεύει πως η ουσία είναι να πεισθεί ο άνθρωπος να πραγματώσει την εσωτερική του αυτονομία. Σε αντίθεση με Πλάτωνα, Αριστοτέλη και Σωκράτη, διδάσκει πως αυτό μπορεί να γίνει έξω από τα πλαίσια της πόλης κράτους. Αυτό που διδάσκει κυρίως είναι η επιστροφή στη φύση, η απουσία κυβέρνησης και ατομικής ιδιοκτησίας, η μη ύπαρξη θρησκείας. Περιφρονεί αυτά που θεωρεί τεχνητές απολαύσεις. Σύμφωνα με τον Αντισθένη, οι νόμοι είναι για τους πολλούς, τους ανόητους και τους μέτριους και όχι για τους εκλεκτούς. Κανένα από τα έργα του δεν έχουν διασωθεί, αν και θεωρείται πως αυτά ήταν τόσα πολλά που «γέμιζαν δέκα τόμους».

Γενικότερα, οι Κυνικοί δεν αναγνώριζαν αρμοδιότητα δικαστηρίων να κρίνουν πράξεις, τη στιγμή που όλοι οι νόμοι, οι ιεραρχίες και οι απαιτήσεις της κοινωνίας δεν θεμελιώνονται ηθικά. Αφού οι νόμοι είναι ανθρώπινα έργα και θα μπορούσαν να είναι διαφορετικοί και τα έθιμα διαφέρουν από χώρα σε χώρα, δεν είχαν καμία ισχύ.

Στην εποχή τους, θεωρούνται κακομοίρηδες και γραφικοί ζητιάνοι, τη στιγμή μάλιστα που αυτό που εξυμνούσαν ήταν η ηθική σοφα και η αδιαπραγμάτευτη αρετή, χωρίς να λένε ανοιχτά τη γνώμη τους, γιατί το έβρισκαν αλαζονικό. Αυτό που έκαναν ήταν σύντομα καυστικά σχόλια, αυτό που και σήμερα νοείται ως κυνισμός.

Από τους γνωστότερους κυνικούς είναι ο Διογένης από τη Σινώπη (412 – 323). Λέγεται πως ήταν τραπεζίτης, ο οποίος εγκατέλειψε ό,τι έκανε για να γίνει μαθητής του Αντισθένη.

Στωϊκοί

Ιδρυτής του Στωικισμού θεωρείται ο Ζήνων, ο οποίος ιδρύει και την Στοά γύρω στο 300. (Χωρίζεται σε περιόδους, Αρχαία Στοά, Μέση Στοά (Παναίτιος 180 – 110), Νεωτέρα Στοά (Σενέκας, 4 – 65).

Ο Στωικισμός, ενστερνίζεται τις θεωρίες των κυνικών, χωρίς να απορρίπτει τα οφέλη του πολιτισμού. Ο Σωκράτης δίδασκε πως οι νόμοι μπορεί και να είναι άδικοι και η κοινή γνώμη μπορεί να κάνει και λάθος, χωρίς όμως να προτείνει κάτι πέρα από τον τρόπο σκέψης της λογικής. Για τους Στωικούς, η Φύση προηγείται του Νόμου, θέση που «επηρέασε τη Ρωμαϊκή νομολογία, ειδικά στα θέματα κοινού δικαίου και πολιτικών δικαιωμάτων».

Συμφωνούν με τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη, πως το σύνολο των πραγμάτων που διέπουν τον κόσμο, διέπεται και ενοποιείται από μια έλλογη τάξη και το αγαθό (ελευθερία και ευδαιμονία) είναι η ορθή ενσωμάτωση.

Η διαφορά έγκειται στο ότι η έλλογη τάξη των Στωικών δεν αφήνει τίποτε έξω από αυτήν, σε αντίθεση με τον Πλάτωνα, που διαχωρίζεται από τον υπόλοιπο κόσμο, και επιτρέπει μια διάσταση αντιπαλότητας και αταξίας, ώστε έτσι να εγκαθιδρύεται χώρος για πολιτικό σχεδιασμό. Ούτε όπως ο Αριστοτέλης, που επίσης διαχωρίζει και θεμελιώνει διαφορετική ηθική (ατομικής αρετής) για τον άνθρωπο και διαφορετική για τα μέλη της πόλης (εξειδικευμένων κοινωνικών αρετών).

Τίποτα δεν εμποδίζει, σύμφωνα με τους Στωικούς ένα δούλο να παραμείνει δούλος και ταυτόχρονα να είναι σοφός, ελεύθερος και ευδαίμων. Η μόνη προϋπόθεση είναι να θέλει αυτό που συμβαίνει, χωρίς να επιτρέπει στον εαυτό του να διαταράσσεται από πάθη.

Η οδός προς τη σοφία, δεν περνά από τη μεσολάβηση της πολιτικής, αλλά ριζώνει στη φύση του ανθρώπου. Ο στωικός σοφός, αισθάνεται πως έχει μια φυσική ομοιότητα με τους συνανθρώπους τους.

Αν και θεωρητικά δεν είχε ξεκινήσει ακριβώς έτσι, επικράτησε ως ο τύπος του ανθρώπου, που βρίσκει μέσα στον ίδιο του τον εαυτό, μέσα στη σφαίρα της προσωπικής του ζωής τη ρίζα της ελευθερίας και της αυτονομίας του, και που εφοδιασμένος με την αυτονομία αυτή έχει πρόσβαση στη σφαίρα της πολιτικής, όπου θα λειτουργήσει διεκδικώντας κατά πρώτο λόγο αυτή την αυτονομία και, επομένως, κρίνοντας κάθε φορά τους πολιτικούς θεσμούς, ανάλογα με το βαθμό συμβατότητας με αυτή του τη διεκδίκηση.

Για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, ο στωικισμός αποτέλεσε και την ιδεολογία της άρχουσας τάξης της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, κυρίως από Συγκλητικούς που αντιτίθονταν με την αυτοκρατορία (εξουσία που ηρνείτο την ατομική ελευθερία). Σε σημείο μάλιστα, που ακόμη και ένας αυτοκράτορας, ο Μάρκος Αυρήλιος να είναι Στωικός.

Ο Στωικισμός, αποτέλεσε κυρίαρχη φιλοσοφία της ελληνιστικής εποχής, γιατί η απεύθυνση δεν ήταν σε φιλοσόφους αλλά σε πολίτες των ελληνιστικών αυτοκρατοριών και αργότερα του Ρωμαϊκού κράτους. Αυτό που ζητούσαν (και πρόσφερε ο Στωικισμός) ήταν όχι ένα «θεωρητικό σύστημα στερεό σε όλους τους αρμούς» αλλά ένα «γενικό πλαίσιο, εντός του οποίου α διάφορα στοιχεία των εμπειριών τους (οι γνώσεις και οι πολιτιστικές και θρησκευτικές παραδόσεις αφενός και τα φυσικά χαρακτηριστικά της ζωής τους αφετέρου) να οργανώνονται κα να αποκτούν νόημα».

Εν­δει­κτι­κή βι­βλιο­γρα­φί­α
Αρ­χαί­α Ελ­λά­δα και Α­ναρ­χι­σμός – Ferrero / Nevinson / Small / Burton / Morgan / Marshal
Γραμ­μα­τι­κή των Πο­λι­τι­σμών – Fernand Braudel
Η Γέν­νη­ση της Ι­στο­ρί­ας – Francois Chatelet
Ι­στο­ρί­α της Α­ναρ­χί­ας – Max Nettlau
Ιστορία της Αρχαίας Φιλοσοφίας – Mario Veggeti
Φιλοσοφική Προπαίδεια – Γρηγ. Φ. Κωσταρά
Ι­στο­ρί­α της Αν­θρώ­πι­νης Κοι­νω­νί­ας – William H. McNeil
Ι­στο­ρί­α της Φι­λο­σο­φί­ας – Ν. Ι. Λου­βα­ρι
Λε­ξι­κό των Θρη­σκειών – Eliade / Couliano
Ο Τα­ξι­κός Α­γώ­νας στον Αρ­χαί­ο Ελ­λη­νι­κό Κό­σμο – G. E. M. de Ste. Croix
«Πα­γκό­σμια Ι­στο­ρί­α» με δυο λό­για – Β. Κυ­ρια­κί­δης
Δια­δί­κτυο

Από την ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ. 28, Σεπτέμβριος 2004
Both comments and trackbacks are currently closed.