Σχετικά με τη «γέννηση» της φιλοσοφίας και όχι μόνο… (Δ΄)

Η ελληνική φιλοσοφία είναι σίγουρα ζήτημα ενδιαφέρον και ανεξάντλητο, πλην όμως αδύνατο να εξεταστεί ενδελεχώς μέσα από αυτές τις σελίδες. Έτσι, σκοπός του κειμένου αυτού, δεν είναι η αναλυτική παρουσίαση, σύγκριση ή κριτική στις τάσεις, τις θεωρίες και τα πρόσωπα που την χαρακτηρίζουν.

Αυτό που θα επιχειρηθεί να γίνει, είναι μια όσο το δυνατόν περιεκτικότερη αναφορά, στη σχέση κάποιων από τις σημαντικότερες παραμέτρους, μερικών από των πιο γνωστών φιλοσοφικών συστημάτων και θεωριών, με την κοινωνική πραγματικότητα της εποχής.

Μέσα από την αναφορά αυτή, σε αρκετές περιπτώσεις μπορεί κάποιος να διακρίνει θέσεις και θεωρίες, που θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ακόμη και αντί – εξουσιαστικές. Η πραγματικότητα όμως είναι, πως μέσα από την χρήση τους και μέσα από την ανάπτυξη της Φιλοσοφίας, μεταρρυθμίζεται και αναπτύσσεται συνεχώς η δημοκρατία αλλά και άλλα μοντέλα επιβολής.

Η φιλοσοφία λοιπόν, αρχίζει να επινοείται στην περιοχή της Ιωνίας, λειτουργώντας στην κατεύθυνση της ανάδειξης της «υπεροχής» της πόλης – κράτους, ως μορφή (εξουσιαστικά δομημένης) κοινωνικής οργάνωσης. Στο πρώιμο αυτό στάδιο, το περιεχόμενο του λόγου των σοφών (και όχι ακόμη των φιλόσοφων), που εμφανίζονται αρχικά στην Ιωνία και στη συνέχεια στη μεγάλη Ελλάδα και την Σικελία, δεν έχει πολλές διαφορές από τον μύθο. Τη στιγμή μάλιστα, που «αυτό που γεννήθηκε στη Μίλητο τον 6ο αιώνα δεν είναι ακριβώς ‘‘φιλοσοφία’’, αλλά μια ευφυής και απροκάλυπτη μορφή ορθολογικής σκέψης, η οποία φιλοδοξούσε να βάλει σε τάξη ένα νέο κόσμο και να εξεύρει τρόπους ελέγχου των πραγμάτων, στηριζόμενη σε μια στενή συνεργασία των τεχνικών-πρακτικών δυνατοτήτων της εποχής, με τη θεωρητική επεξεργασία των φυσικών και κοινωνικών προβλημάτων».

Στη συνέχεια, η σοφία, (πλήρης κατοχή και ανέλιξη της γνώσης) «μετεξελίσσεται» σε φίλο-σοφία, σε αγάπη, σε κίνηση προς τη γνώση, σε διαδικασία «αναζήτησης των κανόνων εκείνων που θα σηματοδοτήσουν τον οριστικό θρίαμβο της φιλοσοφικής σκέψης έναντι της μυθικό-ποιητικής παράδοσης».

Η βασική ιδέα που καλλιεργείται από την ελληνική φιλοσοφία, είναι πως θα μπορούσε να «εκτοπίσει πλήρως την μυθικό – ποιητική παράδοση από το ρόλο της ως κιβωτού συλλογικών γνώσεων και των παραδεδεγμένων αξιών της κοινωνίας και να αποτελέσει η ίδια τη νέα «εγκυκλοπαίδεια», η οποία θα στηρίζεται αποκλειστικά σε φιλοσοφικά θεμέλια».

Από τη στιγμή που η φιλοσοφία αντικαθιστά την θρησκεία, (και σταδιακά αντικαθίσταται με τη σειρά της από την επιστήμη), ένα από τα βασικότερα ζητήματα, το οποίο καλείται να απαντήσει αρχικά, έχει να κάνει με την αναζήτηση της αλήθειας. Τη στιγμή μάλιστα, που αμφισβητείται η ιδέα της αρχαϊκής εποχής, δηλαδή πως «εκείνο που καθιστά αληθή μια πρόταση είναι η θεία έμπνευση και το κύρος της παράδοσης στην οποία ανήκε».

Οι απαντήσεις που δίνονται από τα διάφορα φιλοσοφικά ρεύματα και τάσεις, είναι μεν αρκετά ενδιαφέρουσες, αρκετά όμως εκτενείς και ίσως κουραστικές. Γι’ αυτό, θα προτιμήσουμε να ασχοληθούμε με το ουσιαστικότερο ίσως «πρόβλημα», στο οποίο καλείται να δώσει απάντηση η Φιλοσοφία. Και αυτό, είναι η πρακτική εφαρμογή των όσων «ασχολείται».

Πώς θα οργανώσει ο άνθρωπος τη ζωή του; Ποιες είναι οι αξίες που θα πρέπει να ακολουθηθούν προκειμένου να είναι δίκαιος ενώπιον των θεών, του εαυτού του και των συνανθρώπων; Και πως χάρη στις αξίες αυτές και στη δικαιοσύνη θα κατακτήσει την ευτυχία;

Απέναντι σε αυτό το ερώτημα…

…η Φιλοσοφία του 6ου και 5ου π.χ. αιώνα, διαιρείται σε δύο αντιμαχόμενα ρεύματα. Τα οποία ουσιαστικά έχουν να κάνουν με τις δύο κατευθύνσεις που αναφέρθηκαν προηγουμένως.

Το πρώτο ρεύμα, με κύριους εκφραστές τους Πυθαγόρειους και τον Εμπεδοκλή, προσέγγιζαν το όλο θέμα βασισμένοι σε μία μυθικό-θρησκευτική παράδοση, («μεταρρυθμιστικό κίνημα μέσα στους κόλπους της Ορφικής λατρείας»), όπου η βασική θέση είναι πως στον άνθρωπο υπάρχει στοιχείο θεϊκής προέλευσης, η ψυχή, η οποία καταδικάστηκε να συνυπάρχει με το σώμα. Άρα «η ζωή θα πρέπει να είναι μια θρησκευτική άσκηση κάθαρσης, η οποία θα επιτρέψει στην ψυχή (που είναι αθάνατη), μετά το θάνατο του σώματος να απελευθερωθεί από αυτό, να προσεγγίσει τον κόσμο του θείου (στο οποίο ανήκει εκ φύσεως) και με τον τρόπο αυτό να κατακτήσει την αιώνια ευτυχία. Άρα, αυτό που έχει πραγματική αξία είναι ο σεβασμός των θεϊκών κανόνων». Συνιστάται η παραίτηση από τις απολαύσεις και τους πειρασμούς του σώματος, τη στιγμή που «η γνήσια ευτυχία είναι εκείνη που αναμένει, μετά θάνατον, όποιον έζησε βίο θρησκευτικό και ενάρετο».

Το δεύτερο ρεύμα, με το οποίο θα ασχοληθούμε και εκτενέστερα, αντιπαρατίθεται στο παραπάνω, ξεκινά «από το Σόλωνα και καταλήγει στον Σωκράτη». Πρόκειται και για το ιδεολογικό υπόβαθρο πάνω στο οποίο θα στηθεί η σύγχρονη πόλη- ράτος, η συνέχεια της φιλοσοφίας της Ιωνίας (της «ορθολογικής μεταρρύθμισης της Ολύμπιας θεολογίας») και όπου «η δικαιοσύνη και η αρετή συνίσταται κυρίως στην ικανότητα του ατόμου να συνεργάζεται αρμονικά με τους άλλους, να συγκρατεί τον εγωισμό του, να περιστέλλει την τάση του να εξουσιάζει, αποβλέποντας στο κοινό όφελος».

Το πλαίσιο για τη συνεργασία αυτή, είναι ο Νόμος και άρα «ο σεβασμός του νόμου είναι το βασικό κριτήριο για το τι είναι δίκαιο και τι όχι». Εμφανίζεται η εικόνα του καλού πολίτη, η ευτυχία του οποίου εξαρτάται από την κοινή ευημερία.

Το πρόσφορο έδαφος για την ανάπτυξη του δευτέρου αυτού ρεύματος, εντοπίζεται κυρίως στην Αθήνα, όπου το δημοκρατικό πολίτευμα αφήνει μεγάλα περιθώρια για σύγκρουση και σύγκριση ανάμεσα «σε ποικίλες μορφές αντιμαχομένων τρόπων σκέψης». Έτσι, και μέσα από την φιλοσοφία δεν διαμορφώνεται απλά το ιδεολογικό υπόβαθρο της υπεροχής της πόλης – κράτους, αλλά και του δημοκρατικού πολιτεύματος, που με τη σειρά του επινοείται και αναπτύσσεται συνεχώς στην Αθήνα.

Ταυτόχρονα με την Δημοκρατία, η πολιτική, ένα νέο μέσο, ένας χώρος «για την ύφεση των κοινωνικών συγκρούσεων». Ως τέτοια, ορίζεται η συμμετοχή στις διαδικασίες διαμόρφωσης συλλογικών αποφάσεων και εκτέλεση τους.

Στη νέα λοιπόν πραγματικότητα και μέσα πάντα στα πλαίσια της πολιτικής, παρουσιάζεται η ανάγκη να αναπτυχθούν οι τεχνικές και οι μηχανισμοί εκείνοι, που θα καθιστούν εφικτή την διακυβέρνηση. Και ειδικότερα, «η ικανότητα της πειστικής χρήσης της γλώσσας: να ξέρεις δηλαδή πώς να πείθεις μια λαϊκή συνέλευση, ένα συμβούλιο, ένα δικαστήριο, για την ορθότητα μιας πρότασης. Για τα πλεονεκτήματα μιας διαδικασίας, για την εγκυρότητα μιας υποψηφιότητας. Η αριστοκρατία έπρεπε επομένως να αποκτήσει αυτή την πειστική, ρητορική χρήση της γλώσσας και τη σχετική τέχνη, την ρητορική».

Σοφιστές

Στα μέσα του 5ου αιώνα, εμφανίζονται οι Σοφιστές. Πρόκειται για μια «ομάδα διανοούμενων, πολύ διαφορετικής φιλοσοφικής κατάρτισης μεταξύ τους, οι οποίοι αφοσιώθηκαν επαγγελματικά στην προετοιμασία της διοικητικής κοινωνικής τάξης και ιδιαίτερα στην διδασκαλία της ρητορικής». Σημειώνεται πως όλοι τους ήταν μη Αθηναίοι, τη στιγμή που κανένας πολίτης δεν θα καταδεχόταν να προσφέρει επαγγελματικές υπηρεσίες έπ’ αμοιβή. Η διδασκαλία τους θεωρούνταν εξαιρετικά χρήσιμη για την πολιτική επιτυχία, γι’ αυτό άλλωστε αμείβονταν και με υπέρογκα ποσά, (από αυτούς φυσικά που είχαν τη δυνατότητα αυτή).

Για να γίνει κατανοητό το γιατί οι θεωρίες και διδασκαλίες τους θεωρούνται τόσο σημαντικές, τόσο ως προς την «ομαλή λειτουργία» όσο κυρίως την περαιτέρω ανάπτυξη της δημοκρατίας, θα ξεκινήσουμε αναφέροντας πως τα κύρια μέρη της διδασκαλίας τους ήταν η Ρητορική και η Διαλεκτική.

Η ρητορική, μπορεί να ειδωθεί και ως συνέχεια της ποιητικής παράδοσης. Χωρίς να γίνεται δεκτή η «αλήθεια και εγκυρότητα της ποιητικής σοφίας, εν τούτοις δίδασκαν τη δύναμη της πειθούς στα υφολογικά και ρυθμικά χαρακτηριστικά» που υπήρχε στην ποίηση, προκειμένου να «πετυχαίνουν και αυτοί την πλήρη και άνευ όρων συναισθηματική συναίνεση που πετύχαιναν οι ποιητικές συνθέσεις».

Εδώ εμφανίζεται ο Γοργίας, (ο Λεοντίνος, 483 – 375), ο οποίος «ζυγίζει τις ψυχικές παρενέργειες και θεμελιώνει την ψυχολογία, ειδικότερα την ψυχολογία των μαζών». Σύμφωνα με τον Πλάτωνα, «η ρητορική του ικανότητα εκπορθεί και αιχμαλωτίζει τις συνειδήσεις, παραλύει και νεκρώνει την κριτική ικανότητα, ανατρέπει και αφανίζει τις αξίες, ταυτίζει την αλήθεια με το ψεύδος, νομιμοποιεί τον ισχυρότερο και το «δίκαιό» του, παρασημοφορεί τον οπαδό του φυσικού δικαίου και επαναστάτη κατά των ηθικών αξιών και της έννομης πολιτείας». Μεταξύ των μαθητών του, είναι ο Θρασύβουλος και ο Κριτίας.

Από την άλλη, η Διαλεκτική, ήταν ακριβώς η τεχνική της συζήτησης επί οιασδήποτε θέσης. Η ικανότητα να μπορεί κάποιος να υποστηρίζει επιτυχώς τόσο μια θέση όσο και ακριβώς την αντίθετή της.

Χωρίς να υπάρχει κάποιος σαφής ιδεολογικός προσανατολισμός, αυτό που δίδασκαν ήταν ο εντοπισμός απλών ιδεών που ήταν λίγο πολύ κοινές παντού, προκειμένου να χρησιμοποιηθούν ως βάση για την συγκρότηση πειστικών επιχειρημάτων. Χωρίς να εξετάζεται αν ήταν αλήθεια ή ψέματα, το ζητούμενο ήταν να πεισθεί ο συνομιλητής/ακροατής, για την ορθότητα των επιχειρημάτων. Τα όποια ηθικά ζητήματα, αφήνουν αδιάφορο και ουδέτερο τον ομιλητή, ο οποίος, σύμφωνα με τον Πρωταγόρα, (ο Αβδηρίτης, 480 – 411), να είναι ικανός «τον ήττω λόγον κρείττω ποιείν», (δηλ. να καταστήσει το ανίσχυρο επιχείρημα ισχυρό).

Ο ίδιος, επιχείρησε να αναπτύξει μια ορθοέπεια (ορθότητα του λόγου), μια δηλαδή στοιχειώδη γραμματική (γένη, συντακτικό, χρόνοι ρημάτων κ.λπ.), η οποία προσπαθούσε να περάσει από τον προφορικό στον γραπτό λόγο. Η σημασία του εγχειρήματος αυτού, αρκετά σημαντική, τη στιγμή που η γλώσσα «νοείται ως σώμα αυτόνομο και προικισμένο με τους δικούς του κανόνες», οι οποίοι «είναι ανεξάρτητοι από τη χρήση και αυτά που καλείται να σημαίνει».

Σε συνδυασμό με τις έρευνες του Πρόδικου (από την Κέα, γύρω στο 400 π.χ.) η ακμή του οποίου, η εμπειρία για τα πολιτικά είχε ως συνέπεια να του ανατεθούν διπλωματικά καθήκοντα αποστολών σε διάφορες πόλεις) για την ετυμολογία των ονομάτων (μελέτη εσωτερικής ιστορίας των λέξεων), αυτό που επιχειρείται να επιτευχθεί, είναι η διαμόρφωση των όρων για μια ορθότερη χρήση της γλώσσας. Ο στόχος ήταν να εξαλειφθούν οι όποιες παρεξηγήσεις και συγχύσεις σχετικά με τη χρήση της γλώσσας, και η ευκολότερη επικοινωνία μέσα στα πλαίσια της πολιτικής. Με βάση πάντα τις ανάγκες της Δημοκρατίας, η ανάπτυξη της πολιτικής, τόσον εις ό,τι αφορά την διαμόρφωση των κανόνων εκείνων που αυτή θα στηριζόταν, όσον και των τεχνικών πάνω στις οποίες θα διεξάγεται.

Η Συνέχεια…

…έρχεται με την «αναμέτρηση» των διδαχών τους με ζητήματα που άνηκαν στον «παραδοσιακό πνευματικό πολιτισμό», όπως η θρησκεία και οι ηθικές αξίες.

Όσον αφορά την θρησκεία, η θέση είναι δεδομένη, τη στιγμή μάλιστα που όπως έχουμε προαναφέρει αυτή δεν αποτελεί πλέον αναγκαιότητα για την ομαλή λειτουργία της πόλης-κράτους, πόσο μάλλον της Αθηναϊκής Δημοκρατίας, όπου η πολιτική στηρίζεται στον ορθολογισμό και σε κανόνες επιχειρηματολογίας. Έτσι, και σύμφωνα με τον Πρωταγόρα, «περί μεν θεών ουκ έχω ειδέναι, ουδ’ ως εισίν, ουδ’ ως ουκ εισίν, ουδ’ οποιοί τινές εισίν ιδέαν· πολλά γαρ τα κωλύοντα ειδέναι, ή τ’ αδηλότης και βραχύς ων ο βίος του ανθρώπου», (δηλ. «για τους θεούς δεν μπορώ να ξέρω ούτε ότι υπάρχουν ούτε ότι δεν υπάρχουν ούτε ποια είναι η μορφή τους· διότι πολλά είναι αυτά που μας εμποδίζουν να μάθουμε, η ασάφεια του ζητήματος και η συντομία της ανθρώπινης ζωής»). Ο καθένας μπορεί να πιστεύει και να έχει την υποκειμενική του γνώμη για τους θεούς, η οποία μέσα στο πλαίσιο αυτό είναι έγκυρη.

Για τις ηθικές αξίες, σύμφωνα πάλι με τον Πρωταγόρα, δεν υπάρχει απόλυτο καλό και απόλυτη δικαιοσύνη που μπορούν να έχουν ισχύ κανόνα. Από τη άλλη όμως, ο «κριτής», το «μέτρο» του δίκαιου και του καλού δεν είναι το άτομο, όπως στην περίπτωση της θρησκείας, αλλά η κοινότητα στην οποία αυτή ανήκει. Με άλλα λόγια, δίκαιο «είναι ό,τι φαίνεται δίκαιο στην πόλη – κράτος ή στην πλειοψηφία της. Σε πολιτικό πλαίσιο, δίκαιο είναι ό,τι ωφελεί την πόλη και αποσπά την ευρύτερη δυνατή συναίνεση των κυβερνωμένων».

Και μέσα σε όλα αυτά, η θέση του Σοφιστή, του πολιτικού, του ρήτορα, είναι ακριβώς να εξασφαλίσει την συναίνεση αυτή. Τα πράγματα όμως έχουν αρχίσει να γίνονται ακόμη πιο περίπλοκα, ακριβώς λόγω των προβλημάτων που τίθενται μέσα από αυτά τα σκεπτικά και φιλοσοφίες.

Έτσι λοιπόν, τίθεται το ερώτημα, πως αν το δίκιο είναι ό,τι φαίνεται δίκαιο στην πόλη, τότε η δικαιοσύνη συμπίπτει με τα συμφέροντα αυτού που εξουσιάζει την πόλη. Ο σοφιστής Θρασύμαχος (μαθητής του Γοργία) είναι και αυτός που διατυπώνει τη θέση πως η δικαιοσύνη είναι το συμφέρον των ισχυρών και όπου (σύμφωνα με τον Πλάτωνα), διατυπώνει και τη θεωρία, πως η δικαιοσύνη, είναι «ο σεβασμός απέναντι στους νόμους». Υποστηρίζει πως «ο κάθε άνθρωπος επιδιώκει εκ φύσεως να επιβληθεί στους άλλους και ότι οι νόμοι και η δικαστική εξουσία δεν είναι παρά μορφές καταπίεσης των ισχυρών απέναντι στους αδύνατους». Οι νόμοι τώρα, προέρχονται από αυτούς που ασκούν εξουσία, ανεξάρτητα από πού προέρχονται. Και λειτουργούν στην κατεύθυνση αυτοσυντήρησης της εξουσίας. Άρα, η δικαιοσύνη είναι το ηθικό όργανο της εξουσίας, όπως οι νόμοι το πολιτικό.

Η «παλαιά αριστοκρατική φιλοσοφία» υποστήριζε πως οι νόμοι ήταν έκφραση θείας βούλησης, σχέδιο θείας πρόνοιας. Έτσι, στην δημοκρατική Αθήνα του 5ου αιώνα, επικρατούσε η αντίληψη πως ο νόμος ήταν απαραίτητος για την εύρυθμη ζωή της πόλης-κράτους αλλά οριζόταν από ομάδα ανθρώπων, που ασκούσε την εξουσία με ή χωρίς την συγκατάθεση της κοινωνίας. Οπότε, το επόμενο πρόβλημα, ήταν…

…η εγκυρότητα των νόμων

Ο Πρωταγόρας, πιστεύει πως ο άνθρωπος είναι ζώο από τη φύση του. Προκειμένου να γίνει άνθρωπος, είναι απαραίτητος ο θεσμός της πόλης. Και πόλη δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς πολιτική. Και πολιτική δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς κανόνες, τους οποίους ορίζει ο νόμος. Ο νόμος από την άλλη δεν είναι θεϊκός, αλλά δεν «στερείται κύρους». Και το κύρος προέρχεται από το γεγονός του ότι προέρχεται από μια αρχική συμφωνία μεταξύ των ανθρώπων, η οποία επιτρέπει την ίδρυση της πόλης – κράτους και η οποία συμφωνία εξακολουθεί να τους δεσμεύει. Οι νόμοι μπορούν να αλλαχθούν, (συνάπτοντας νέες συμφωνίες) αλλά δεν μπορούμε να τους παραβιάσουμε.

Απέναντι σε αυτή τη θέση, αντιπαρατίθενται δύο άλλες.

Η πρώτη, αυτή που εκφράστηκε από τον Θρασύμαχο, πως δηλαδή «ο νόμος δεν είναι τίποτε άλλο από τα δεσμά που επιβάλλουν οι ισχυροί στους υπηκόους τους». Όπως επίσης και από τον Κριτία (θείο του Πλάτωνα), σύμφωνα με τον οποίο, «η αντίληψη για το δίκαιο του ισχυρότερου είναι η υιοθέτηση της ανενδοίαστης βουλήσεως για πλεονεξία και επικράτηση, εμπόδιο στην οποια ίστανται οι νόμοι και οι θεσμοί ως εκφοβιστικά μέσα και μάλιστα εναντιον των ισχυρών. Επειδή όμως αυτοί δεν επαρκούν ως ανασχετικοί φραγμοί, επινοήθηκε η θρησκεία και το θεϊκό δέος, για να δαμασθούν οι ρωμαλέοι κα να αρθούν δια του φόβου οι όποιες αντιρρήσεις τους». Οι θεοί ήταν επινόηση των κυβερνώντων, μια αόρατη δύναμη που τιμωρεί τις πράξεις που απαγορεύονται από τους νόμους. Ένα είδος «μυστικής αστυνομίας» που επινοήθηκε από τους άρχοντες για τον έλεγχο των συνειδήσεων και οι νόμοι σε καμία περίπτωση δεν δεσμεύουν τους ισχυρούς.

Ο Κριτίας καταλαμβάνει την εξουσία καταλύοντας το δημοκρατικό πολίτευμα το 404, (που οδηγεί στην επιβολή του καθεστώτος των Τριάκοντα Τυράννων).

Η δεύτερη έχει να κάνει με τη θέση κάποιων άλλων Σοφιστών, όπως ο Ιππίας, (ο Ηλείος, ακμή του γύρω στο 400π.χ.) και ο Αντιφώντας, (ο Αθηναίος), σύμφωνα με τους οποίους, «αν ο νόμος προέρχεται από τη βούληση ομάδων που βρίσκονται στην εξουσία, τότε δεν θα πρέπει να προσφύγουμε σε αυτόν ούτε στον πολιτικό χώρο που διέπει ο νόμος για να βρούμε ένα σωστό κανόνα ζωής, για να βρούμε κυριολεκτικά μια ανθρώπινη συμπεριφορά. Ο κανόνας αυτός είναι εγγεγραμμένος στην φύση του ανθρώπου, όλων των ανθρώπων, πέρα από κάθε πολιτική συμφωνία. Μας επιβάλλει την αγάπη προς τους ομοίους μας, την καθολική ομόνοια, το σεβασμό απέναντι στους ηλικιωμένους, τη λατρεία των θεών καθώς και μια υγιή ικανοποίηση των αναγκών μας και λελογισμένη απόλαυση των σωματικών ηδονών».

Έτσι, εδώ πρωτοεμφανίζεται και σταδιακά εδραιώνεται η θέση σύμφωνα με την οποία, η πραγματική πατρίδα του σοφού δεν είναι η πόλη, αλλά ο κόσμος και συμπολίτες του όλοι οι άνθρωποι και όχι αυτοί που ανήκουν στην κοινότητα που έτυχε να ανήκει, όπως και ο νόμος του είναι και ο νόμος της φύσης και όχι αυτός που συμβαίνει να ισχύει στην πόλη του.

Οι θεωρίες αυτές, αναπτύσσονται παραπέρα από τους Κυνικούς και τους Στωικούς και αποτελούν την απαρχή των ιδεολογιών που θα στηρίξουν τα μετέπειτα μοντέλα των ελληνιστικών βασιλείων, όπου οι πολίτες πλέον, «αποδιωγμένοι από την σφαίρα της εξουσίας, ενσωματωμένοι σε μεγάλα πολυεθνικά βασίλεια, αναζητούσαν ορίζοντες και κανόνες διαφορετικούς από εκείνους που χαρακτήριζαν τις φθαρμένες πλέον δομές της αυτάρκους κοινότητας της πόλης-κράτους… […] …καθησυχασμένοι, μέσα στην υποτέλεια τους, από τη βεβαιότητα ότι θα μπορούσαν να ζήσουν σύμφωνα με έναν «φυσικό νόμο», που ήταν ισχυρότερος από τους πολιτικούς νόμους, με την ελπίδα να δουν να εμφανίζεται κάποτε μια ομόφωνη οικουμενική κοινότητα».

(Συνεχίζεται…)

Από την ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ. 24, Απρίλιος 2004
Advertisements
Both comments and trackbacks are currently closed.