Σχετικά με τη «γέννηση» της φιλοσοφίας και όχι μόνο… (Α΄)

Το πα­ρα­κά­τω κεί­με­νο, δεν α­πο­τε­λεί σε κα­μμί­α πε­ρί­πτω­ση μια, ού­τως ή άλ­λως, α­νύ­παρ­κτη ι­στο­ρι­κή α­λή­θεια. Εί­ναι α­δύ­να­το να γί­νει α­να­φο­ρά σε ό­λες τις πα­ρα­μέ­τρους των ζη­τη­μά­των, που το κεί­με­νο πραγ­μα­τεύ­ε­ται, που ου­σια­στι­κά δια­μόρ­φω­σαν μια συ­γκε­κρι­μέ­νη μορ­φή κρα­τι­σμού στον ελ­λα­δι­κό χώ­ρο. Εί­ναι μια α­πό­πει­ρα προ­σέγ­γι­σης μιας πραγ­μα­τι­κό­τη­τας, κά­τω α­πό έ­να συ­γκε­κρι­μέ­νο πρί­σμα. Με, ό­σο το δυ­να­τό, πε­ριε­κτι­κό­τε­ρες και α­πλού­στε­ρες α­να­φο­ρές, σε ε­ρω­τή­μα­τα σχε­τι­κά με τη σύ­στα­ση των πό­λε­ων-κρα­τών, την Δη­μο­κρα­τί­α, το ρό­λο της Φι­λο­σο­φί­ας κ.λπ.

Τα στοι­χεί­α έ­χουν παρ­θεί κα­τά κύ­ριο λό­γο α­πό βι­βλί­α, που κα­τα­γρά­φουν –ό­σο το δυ­να­τόν α­ντι­κει­με­νι­κό­τε­ρα– το πα­ρελ­θόν και τα ό­ποια «ι­στο­ρι­κά στοι­χεί­α» έ­χουν δια­σταυ­ρω­θεί στην κα­τεύ­θυν­ση της ό­σο το δυ­να­τόν κοι­νής α­πο­δο­χής τους. Έν­νοιες, ό­πως «Μυ­κη­να­ϊ­κός πο­λι­τι­σμός», χρη­σι­μο­ποιού­νται για να γί­νει πιο κα­τα­νο­η­τό σε τι γί­νε­ται α­να­φο­ρά ε­νώ το ν.χ. και π.χ., με­τα­φρά­ζε­ται σε νέ­α χρο­νο­λο­γί­α και πα­λιά χρο­νο­λο­γί­α.

Τα πρώ­τα ελ­λη­νό­φω­να φύ­λα, άρ­χι­σαν να κα­τα­φθά­νουν στην βαλ­κα­νι­κή χερ­σό­νη­σο γύ­ρω στο 2000 π.χ., σε μια ε­πο­χή ό­που πα­ρα­τη­ρεί­ται μια γε­νι­κό­τε­ρη με­τα­κί­νη­ση με­γά­λων πλη­θυ­σμια­κών κομ­μα­τιών, προς τον ευ­ρω­πα­ϊ­κό χώ­ρο. Ταυ­τό­χρο­να, αρ­χί­ζει να δια­δί­δε­ται και η ε­πε­ξερ­γα­σί­α και χρή­ση ο­ρεί­χαλ­κου κα­θώς και οι λε­γό­με­νες Ιν­δό-Ευ­ρω­πα­ϊ­κές γλώσ­σες.

Πε­ρί­που στα 1600 π.χ., ι­σχυ­ρο­ποιεί­ται στην κυ­ρί­ως Ελ­λά­δα έ­νας συ­γκε­κρι­μέ­νος τρό­πος ζω­ής, προ­ηγ­μέ­νος σε σχέ­ση με τα μέ­χρι τό­τε δε­δο­μέ­να, που α­να­φέ­ρε­ται ως Μυ­κη­να­ϊ­κός πο­λι­τι­σμός. Ι­σχυ­ρά ο­χυ­ρά δε­σπό­ζουν σε στρα­τη­γι­κές θέ­σεις, (με τις Μυ­κή­νες να δί­νουν και την ο­νο­μα­σί­α στην πε­ρί­ο­δο αυ­τή), σε κά­ποιον λό­φο για πα­ρά­δειγ­μα, ό­που στην πε­ριο­χή γύ­ρω α­πό αυ­τό να συ­γκε­ντρώ­νο­νται πλη­θυ­σμια­κά κομ­μά­τια, μια πρώ­ι­μη μορ­φή των με­τέ­πει­τα γνω­στών πό­λε­ων-κρα­τών, (στις ο­ποί­ες θα γί­νει α­να­φο­ρά πα­ρα­κά­τω).

Κα­τά κά­ποιο τρό­πο, οι άρ­χο­ντες που ζού­σαν στα ο­χυ­ρά αυ­τά εί­χαν υ­πό την κυ­ριαρ­χί­α τους και τις γύ­ρω πε­ριο­χές, (με τους ό­ποιους κα­τοί­κους αυ­τών), μια μορ­φή «φέ­ου­δων». Στα­δια­κά, σχη­μα­τί­ζε­ται μια κά­ποια μορ­φή α­στα­θούς η­γε­μο­νί­ας, με κο­ρυ­φή τους άρ­χο­ντες των Μυ­κη­νών. Η α­νά­πτυ­ξη εί­ναι πα­ράλ­λη­λη με α­νά­λο­γους με­σα­να­το­λι­κούς, (Κασ­σί­τες, Χετ­ταί­οι, Υ­ξώς κ.ά.), με αρ­κε­τές ο­μοιό­τη­τες αλ­λά και βα­σι­κές δια­φο­ρές. Και στις δύ­ο πε­ρι­πτώ­σεις, η στρα­τιω­τι­κή ι­σχύς προ­έρ­χε­ται α­πό μια «α­ρι­στο­κρα­τί­α αρ­μα­τη­λα­τών», τη στιγ­μή που το άρ­μα ή­ταν και η πο­λε­μι­κή τε­χνο­λο­γί­α αιχ­μής της ε­πο­χής ε­νώ ή­ταν πο­λύ λί­γοι αυ­τοί που μπο­ρού­σαν να το συ­ντη­ρούν – κα­τέ­χουν. Η βα­σι­κή δια­φο­ρά ή­ταν πως στην πε­ρί­πτω­ση του ελ­λα­δι­κού χώ­ρου, η θά­λασ­σα και γε­νι­κό­τε­ρα ο στό­λος, ή­ταν κομ­μά­τι του Μυ­κη­να­ϊ­κού πο­λι­τι­σμού, σε α­ντί­θε­ση με τους υ­πό­λοι­πους που χα­ρα­κτη­ρί­ζο­νται ως στε­ρια­νοί.

Αυ­τό ο­φεί­λε­ται και στην προ­η­γού­με­νη, (α­πό το 1600 π.χ.) ι­σχυ­ρή δύ­να­μη της πε­ριο­χής, τους Κρή­τες, (Μι­νω­ι­κός πο­λι­τι­σμός) οι ο­ποί­οι ή­ταν κατ’ ε­ξο­χήν ναυ­τι­κός λα­ός και στα κέ­ντρα των ο­ποί­ων ε­πέ­δρα­μαν και σι­γά σι­γά έ­θε­σαν υ­πό τον έ­λεγ­χο τους οι στό­λοι και οι στρα­τοί των Μυ­κη­να­ί­ων αρ­χό­ντων.

Γύ­ρω στο 1200 π.χ., νέ­α φύ­λα προ­ε­λαύ­νουν α­πό το βορ­ρά, οι Δω­ριείς. Μέ­χρι το 1000 π.χ., έ­χουν λε­η­λα­τή­σει και κα­τα­λά­βει τις με­γά­λες α­κρο­πό­λεις του Μυ­κη­να­ϊ­κού πο­λι­τι­σμού, ε­νώ «πα­ράλ­λη­λα ση­μειώ­νο­νταν ε­κτε­τα­μέ­νες α­να­μί­ξεις και πολ­λές δευ­τε­ρεύ­ου­σες και τρι­τεύ­ου­σες με­τα­το­πί­σεις πλη­θυ­σμών». Οι Δω­ριείς ε­γκα­θί­στα­νται στα κέ­ντρα των Μυ­κη­να­ΐ­ων αρ­χό­ντων, τα πιο γό­νι­μα και στρα­τη­γι­κά ε­δά­φη ε­νώ οι «λι­γό­τε­ρο ευ­νο­η­μέ­νες πε­ριο­χές», μέ­νουν στους πριν α­πό τους Δω­ριείς πλη­θυ­σμούς. Αυ­τές οι πε­ριο­χές χα­ρα­κτη­ρί­ζο­νται ως Ιω­νι­κές, (λ.χ. Ατ­τι­κή, α­κτές Μ. Α­σί­ας κ.α.) και εί­ναι ε­κεί που α­να­πτύσ­σε­ται και δια­μορ­φώ­νε­ται μια νέ­α μορ­φή ε­ξου­σια­σμού, αυ­τό που με­τέ­πει­τα θα γί­νει γνω­στό ως πό­λη-κρά­τος και που στα­δια­κά θα ε­πε­κτα­θεί σε ο­λό­κλη­ρο τον ελ­λα­δι­κό χώ­ρο.

Το Μυ­κη­να­ϊ­κό μο­ντέ­λο –ό­πως και τα προ­γε­νέ­στε­ρα– δο­μεί­ται πά­νω σε φυ­λε­τι­κούς και οι­κο­γε­νεια­κούς δε­σμούς. Τη στιγ­μή ό­μως που πρό­σφυ­γες α­πό δια­φο­ρε­τι­κούς τό­πους, με δια­φο­ρε­τι­κές πα­ρα­δό­σεις, α­πό διά­φο­ρες φυ­λές και οι­κο­γέ­νειες, βρί­σκο­νται σε έ­να ε­χθρι­κό γι’ αυ­τούς πε­ρι­βάλ­λον, έ­χο­ντας να α­ντι­με­τω­πί­σουν αυ­τό­χθο­νες λα­ούς, οι πα­ρα­δο­σια­κοί συγ­γε­νι­κοί δε­σμοί και σχέ­σεις, παύ­ουν να υ­φί­στα­νται.

Η πό­λη-κρά­τος, α­πό «φυ­σι­κή ά­πο­ψη, ή­ταν μια α­στι­κή συ­γκέ­ντρω­ση τρι­γυ­ρι­σμέ­νη α­πό α­γρούς και βο­σκο­τό­πια. Πο­λι­τι­κά, ή­ταν μια εκτεταμένη κοι­νό­τη­τα που την κυ­βερ­νού­σαν άρ­χο­ντες και νό­μοι. Ψυ­χο­λο­γι­κά, ή­ταν μια αυ­τάρ­κης ο­μά­δα στην ο­ποί­α α­νή­κε έ­να προ­νο­μιού­χο τμή­μα του συ­νο­λι­κού πλη­θυ­σμού –οι ά­ντρες πο­λί­τες– και α­πό την ο­ποί­α α­πο­κλεί­ο­νταν ό­χι μό­νο οι ξέ­νοι, αλ­λ’ α­κό­μη οι δού­λοι, οι γυ­ναί­κες και τα παι­διά».

Ε­ξ ί­σου ση­μα­ντι­κό, το ό­τι «η Ελ­λη­νι­κή πό­λη τρα­βού­σε πά­νω της την ο­λι­κή σχε­δόν α­φο­σί­ω­ση των πο­λι­τών της. Και οι ε­πι­διώ­ξεις που συν­δέ­ο­νταν με την οι­κο­νο­μί­α και την πο­λι­τι­κή, αλ­λά και με τη θρη­σκεί­α […] δια­γρά­φο­νταν κυ­ρί­ως μέ­σα στα πλαί­σια που αυ­τή ό­ρι­ζε». Με άλ­λα λό­για, η α­φο­σί­ω­ση και η εν­δυ­νά­μω­ση της πό­λης, α­πο­τε­λού­σε το κυ­ριό­τε­ρο κα­θή­κον των πο­λι­τών της, των ο­ποί­ων η κά­θε ε­νέρ­γεια κρί­νο­νταν α­πό την ε­πί­δρα­ση που θα εί­χε στην πό­λη. Έ­να α­κό­μη «προ­χώ­ρη­μα» της τό­τε κυ­ριαρ­χί­ας σε έ­να μο­ντέ­λο ε­πι­βο­λής, που με τα χρό­νια θα α­ντι­κα­τα­στή­σει τα μέ­χρι τό­τε δε­δο­μέ­να. Η φυ­λή που με­τα­κι­νεί­ται συ­νε­χώς α­ντι­κα­θί­στα­ται α­πό έ­να νέ­ο, στα­θε­ρό γε­ω­γρα­φι­κά θε­σμό.

Ταυ­τό­χρο­να, α­να­κύ­πτουν και έ­να σω­ρό άλ­λα προ­βλή­μα­τα, τα ο­ποί­α πη­γά­ζουν κυ­ρί­ως α­πό τις δια­φο­ρε­τι­κές α­νά­γκες της κυ­ριαρ­χί­ας. Ση­μα­ντι­κό­τε­ρο των ο­ποί­ων ί­σως, ή­ταν και ε­κεί­νο της α­δυ­να­μί­ας τής τό­τε θρη­σκεί­ας, να «α­κο­λου­θή­σει» τις α­νά­γκες της πό­λης-κρά­τους.

Αρ­χαιο­ελ­λη­νι­κή θρη­σκεί­α

Η θρη­σκεί­α (δο­ξα­σί­ες, λα­τρεί­ες κ.λπ.) της ε­πο­χής ή­ταν α­να­πό­σπα­στο κομ­μά­τι τού τό­τε μο­ντέ­λου ε­πι­βο­λής. Ει­δι­κό­τε­ρα πριν α­πό τη δια­μόρ­φω­ση των πό­λε­ων-κρα­τών, α­πο­τε­λού­σε δο­μι­κό στοι­χεί­ο ε­πι­βο­λής και συ­νο­χής, των πα­ρα­δό­σε­ων και των σχέ­σε­ων των με­λών της φυ­λής. Υ­πήρ­χε για πα­ρά­δειγ­μα ιε­ρό η­με­ρο­λό­γιο και οι κα­νό­νες και Νό­μοι που ί­σχυαν, εί­χαν ά­με­ση σχέ­ση με την πα­ρά­δο­ση, τις α­ξί­ες και τον τρό­πο λει­τουρ­γί­ας που πρέ­σβευε η θρη­σκεί­α.

Στην αρ­χαιο­ελ­λη­νι­κή θρη­σκεί­α, λοι­πόν, υ­πήρ­χαν δύ­ο βα­σι­κές κα­τευ­θύν­σεις. Οι θε­οί του Ο­λύ­μπου και τα διά­φο­ρα «μυ­στή­ρια». Οι μεν πρώ­τοι, έ­χουν τις ρί­ζες τους τό­σο στις Ιν­δο-ευ­ρω­πα­ϊ­κές θε­ό­τη­τες (πε­ριο­χές α­πό ό­που προ­ήλ­θαν τα πρώ­τα ελ­λη­νό­φω­να φύ­λα), ό­σο και στις αυ­τό­χθο­νες θε­ό­τη­τες, των προ-ελ­λη­νι­κών πλη­θυ­σμών. Μέ­σα α­πό τα έρ­γα του Ο­μή­ρου και του Η­σί­ο­δου, έ­γι­νε κα­τορ­θω­τό να υ­πάρ­ξει μια υ­πο­τυ­πώ­δης δο­μή και σύ­στα­ση, μια θε­ο­λο­γί­α.

Α­πό την άλ­λη, τα «μυ­στή­ρια» εί­χαν να κά­νουν με κά­ποιον ε­ντε­λώς δια­φο­ρε­τι­κό «κλά­δο» της θρη­σκεί­ας, σχε­τι­ζό­με­νες κυ­ρί­ως με λα­τρεί­ες γο­νι­μό­τη­τας πα­λαιο­τέ­ρων ε­πο­χών. Κά­ποια α­πό αυ­τά φαί­νε­ται να ή­ταν «ξε­νό­φερ­τα», ό­πως τα Ορ­φι­κά και τα Διο­νυ­σια­κά και άλ­λα «ντό­πια», ό­πως τα Ε­λευ­σί­νια.

Το σύ­νο­λο της ελ­λη­νι­κής θρη­σκεί­ας δεν ται­ριά­ζει με τα πλαί­σια της πό­λης, ό­που τα πά­ντα πρέ­πει να λει­τουρ­γούν και να ο­ρί­ζο­νται με βά­ση το «δη­μό­σιο συμ­φέ­ρον». Η Δη­μό­σια θρη­σκεί­α, δεν ε­κτο­πί­ζει τις οι­κο­γε­νεια­κές τε­λε­τουρ­γί­ες και ε­ξα­κο­λου­θεί να υ­πάρ­χει ι­διω­τι­κή πλευ­ρά στα μυ­στή­ρια. Αυ­τές οι «κραυ­γα­λέ­ες δυ­σαρ­μο­νί­ες», ε­πι­χει­ρεί­ται να «α­ντι­με­τω­πι­στούν α­πό την πό­λη […] ε­νώ­νο­ντας τους ο­λύ­μπιους με τα μυ­στή­ρια, ό­χι μέ­σα α­πό μια πνευ­μα­τι­κή σύν­θε­ση αλ­λ’ α­κο­λου­θώ­ντας έ­να μο­νο­πά­τι τε­λε­τουρ­γι­κών ε­πι­νο­ή­σε­ων».

Έ­τσι λοι­πόν, για πα­ρά­δειγ­μα, η πο­μπή των Πα­να­θη­ναί­ων προς τι­μή της θε­άς Α­θη­νάς, ξε­κι­νού­σε α­πό τον ιε­ρό χώ­ρο στην Ε­λευ­σί­να, (ό­που γιορ­τά­ζο­νταν «τα μυ­στή­ρια της Με­γά­λης Μη­τέ­ρας») και κα­τέ­λη­γαν στην καρ­διά του κρά­τους, την Α­κρό­πο­λη. Ή έρ­γα-κομ­μά­τια διο­νυ­σια­κών γιορ­τών, α­ντλού­σαν τη θε­μα­το­λο­γί­α α­πό τους μύ­θους και τις πα­ρα­δό­σεις, (εξ ο­ρι­σμού ά­σχε­τα με τη Διο­νυ­σια­κή λα­τρεί­α).

Βέ­βαια, οι α­ντι­φά­σεις και η α­να­κο­λου­θί­α που υ­πήρ­χε στην αρ­χαιο­ελ­λη­νι­κή θρη­σκεί­α, θα πρέ­πει να θε­ω­ρεί­ται δε­δο­μέ­νη. Αυ­τό, ο­φεί­λε­ται κυ­ρί­ως στην α­που­σί­α κά­ποιου κε­ντρι­κού ιε­ρα­τεί­ου, που θα α­να­λάμ­βα­νε να διορ­θώ­σει τέ­τοιου εί­δους α­τέ­λειες. Δεν υ­πήρ­χε κά­ποιος μη­χα­νι­σμός, έ­να κε­ντρι­κό δη­λα­δή ιε­ρα­τεί­ο, που εί­χε α­να­πτυ­χθεί στα ε­δά­φη που κυ­ριαρ­χού­σε η ορ­γα­νω­μέ­νη ε­ξου­σί­α της ε­πο­χής, (Α­να­το­λή – Με­σο­πο­τα­μί­α, Αί­γυ­πτος κ.λπ.). Το μα­ντεί­ο των Δελ­φών για πα­ρά­δειγ­μα, (και α­νά­λο­γοι θε­σμοί-μη­χα­νι­σμοί που σχε­τί­ζο­νταν με την θρη­σκεί­α), εί­χε έ­ναν αρ­κε­τά ση­μα­ντι­κό ρό­λο στη ρύθ­μι­ση ό­μως των σχέ­σε­ων με­τα­ξύ των πό­λε­ων, μέ­σα α­πό την «α­ντι­προ­σώ­πευ­ση» των θείων ε­πι­τα­γών, του­λά­χι­στον μέ­χρι την στιγ­μή που υ­πο­στή­ρι­ξε τους Πέρ­σες. Και οι Ο­λυ­μπια­κοί α­γώ­νες, τα  Ί­σθμια, τα Νέ­με­α κ.λπ., (πα­νελ­λη­νί­ου έ­κτα­σης γε­γο­νό­τα και με θρη­σκευ­τι­κές προ­ε­κτά­σεις, κά­θε τι άλ­λο πα­ρά το ρό­λο του «κε­ντρι­κού ιε­ρα­τεί­ου» εί­χαν).

Τον ρό­λο του «συν­θέ­τη» κα­τά κά­ποιο τρό­πο, πα­λαιο­τέ­ρων με νε­ώ­τε­ρες δο­ξα­σί­ες, λα­τρεί­ες και θε­ό­τη­τες, εί­χαν α­να­λά­βει οι ποι­η­τές, ό­που θε­ω­ρού­νταν πως «ε­μπνέ­ο­νταν α­πό κά­ποια θε­ϊ­κή δύ­να­μη». Η πα­ρά­δο­ση, πά­νω στην ο­ποί­α στη­ρί­ζο­νταν μο­ντέ­λα ό­πως το Μυ­κη­να­ϊ­κό, δια­μορ­φώ­νο­νταν μέ­σα α­πό τα έρ­γα του Ό­μη­ρου για πα­ρά­δειγ­μα, ό­που μέ­σα α­πό την ε­ξι­στό­ρη­ση πραγ­μα­τι­κών γε­γο­νό­των, (η Ι­λιά­δα, θε­ω­ρεί­ται πως κα­θρε­φτί­ζει την α­νά­μνη­ση τρί­της κα­τά σει­ρά ε­πι­δρο­μής –πραγ­μα­το­ποι­ή­θη­καν αρ­κε­τές– ε­νά­ντια στην Τροί­α, α­πό συ­να­σπι­σμό Μυ­κη­ναί­ων αρ­χό­ντων, γύ­ρω στο 1184 π.χ.) δια­μορ­φώ­νε­ται και αυ­τή, (η πα­ρά­δο­ση), συ­στή­μα­τα και κώ­δι­κες α­ξιών και η­θι­κής, ι­διό­τυ­πης λα­τρείας ό­χι μό­νο στους θε­ούς, αλ­λά και στους βα­σι­λιά­δες, εκ των ο­ποί­ων ο κα­θέ­νας εί­χε το δι­κό του χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό (η­μί­θε­ος τά­δε, πάν­σο­φος δεί­να, πα­νέ­ξυ­πνος τού­τος κ.λπ.) και ό­λοι ή­ταν μέ­γα – πο­λε­μι­στές και γε­νι­κά α­δύ­να­το να σκο­τω­θούν, (πέ­ρα α­πό τους «κα­κούς») κ.λπ.

Πα­ρά­δο­ση, που με­τα­φέ­ρο­νταν προ­φο­ρι­κά και που μέ­σα α­πό τις α­νά­γκες τις ε­κά­στο­τε ε­πο­χής, «προ­σθέ­το­νταν» ή «α­φαι­ρού­νταν» κομ­μά­τια. Στην μορ­φή που έ­χει «δια­σω­θεί» άλ­λω­στε, έ­νας προ­σε­χτι­κός με­λε­τη­τής μπο­ρεί να δια­κρί­νει πλη­θώ­ρα α­ντι­φά­σε­ων. Με άλ­λα λό­για, πα­ρα­τη­ρεί­ται δη­λα­δή, α­δυ­να­μί­α α­πό την κυ­ριαρ­χί­α, στο να «ε­ναρ­μο­νι­στούν» οι πα­ρα­δό­σεις του πα­ρελ­θό­ντος, να «τρο­πο­ποι­η­θούν» τα δε­δο­μέ­να που πή­γα­ζαν α­πό τις α­νά­γκες πα­λαιο­τέ­ρων, σύμ­φω­να με τις α­νά­γκες κα­το­πι­νών ε­πο­χών σε βα­τή και αρ­μο­νι­κή μορ­φή.

Η ι­διαι­τε­ρό­τη­τα της αρ­χαιο­ελ­λη­νι­κής θρη­σκεί­ας, εί­χε να κά­νει με το ό­τι προ­έρ­χο­νταν α­πό δια­φο­ρε­τι­κά μο­ντέ­λα ε­πι­βο­λής, (α­να­το­λί­τι­κη θρη­σκεί­α – ντό­πιες δο­ξα­σί­ες λα­τρεί­ες κ.λπ.) και ό­που το α­πο­τέ­λε­σμα της σύν­θε­σης και εν­σω­μά­τω­σης πα­λαιο­τέ­ρων και σε πολ­λές πε­ρι­πτώ­σεις α­ντι­φα­τι­κών μορ­φών λα­τρεί­ας και κο­σμο­θε­ω­ρί­ας, ή­ταν προ­βλη­μα­τι­κό ως προς τη χρή­ση του στις πό­λεις-κρά­τη.

Για πα­ρά­δειγ­μα, η α­σά­φεια στη σχέ­ση με­τα­ξύ των θε­ών και της Μοί­ρας, (μέ­σα στα ο­μη­ρι­κά έ­πη αλ­λού εμ­φα­νί­ζο­νται δέ­σμιοι της και αλ­λού την α­γνο­ούν), θα μπο­ρού­σε να έ­χει ως α­πο­τέ­λε­σμα την α­ντί­φα­ση σχε­τι­κά με την υ­πα­κο­ή στους νό­μους, τη στιγ­μή που η Μοί­ρα α­ντι­προ­σω­πεύ­ει κα­τά κά­ποιο τρό­πο τους νό­μους που α­κό­μη και οι θε­οί θα πρέ­πει να υ­πα­κούν.

Αλ­λά κυ­ρί­ως στα αν­θρώ­πι­να χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά και λει­τουρ­γί­α των θε­ών, ό­που πολ­λές φο­ρές δεν λει­τουρ­γού­σαν με βά­ση κά­ποιον «κώ­δι­κα α­ξιών», α­πο­τε­λώ­ντας πρό­τυ­πο λει­τουρ­γί­ας για τον κά­τοι­κο της πό­λης-κρά­τους, αλ­λά οι ε­νέρ­γειες τους πή­γα­ζαν α­πό προ­σω­πι­κές βλέ­ψεις, (ζή­λια, ε­γω­ι­σμός, εκ­δί­κη­ση, ε­ρω­τι­κά πά­θη κ.λπ.), δε­δο­μέ­να φύ­σει και θέ­ση α­ντι­θε­τι­κά με την υ­πα­κο­ή στους νό­μους και τους άρ­χο­ντες, με την «λει­τουρ­γί­α βά­σει του κα­λού της πό­λης». Η «α­το­μι­κή με­γα­λω­σύ­νη» που α­να­ζη­τεί­ται α­πό τους ο­μη­ρι­κούς ή­ρω­ες, πρέ­πει να α­ντι­κα­τα­στα­θεί α­πό την «συλ­λο­γι­κή με­γα­λω­σύ­νη».

Στοι­χεί­α λα­τρεί­ας που δεν έ­γι­νε κα­τορ­θω­τό να «α­φο­μοιω­θούν μέ­σα στα πλαί­σια της πό­λης». Έ­τσι, λοι­πόν, μέ­σα στα πολ­λά πα­ρου­σιά­ζε­ται η α­νά­γκη ε­πι­νό­η­σης ε­νός μη­χα­νι­σμού «ξε­πε­ρά­σμα­τος» αυ­τής της προ­βλη­μα­τι­κής κα­τά­στα­σης.

Γύ­ρω στον 6ο αιώ­να π.χ., ξε­κι­νά, η «προ­σπά­θεια να ε­πι­σκευα­στούν οι πνευ­μα­τι­κοί φρά­χτες των ποι­η­τών, με υ­λι­κά βο­η­θη­τι­κών υ­παι­νιγ­μών α­πό την α­να­το­λή…». Ο συ­στη­μα­τι­κός στο­χα­σμός γύ­ρω α­πό τη φύ­ση των πραγ­μά­των.

Από την ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ. 21, Ιανουάριος 2004

(Συνεχίζεται)

Both comments and trackbacks are currently closed.