Προοδευτικός ή συντηρητικός; Ιδού η απορία…

Μιαν φορά κι έναν καιρό, ήταν θυμάμαι ένα σχολικό βιβλίο Έκφρασης-Έκθεσης (τρομάρα τους), όπου εντός του φιγουράριζε μια ευφάνταστη γελοιογραφία. Στην γελοιογραφία αυτή απεικονιζόταν ένας σαστισμένος καθηγητής σε μια σχολική αίθουσα γεμάτη μαθητές, στα θρανία των οποίων, όμως, δεν ήταν ακουμπισμένα βιβλία, τετράδια, γόμες ή στυλό, αλλά οθόνες και πληκτρολόγια.

Οι οθόνες ήταν, ας πούμε, «παλαιού τύπου» (μιας κι όταν ο Πόντικας βολόδερνε στους σχολικούς αυλόγυρους, επίπεδες οθόνες ούτε η NASA διέθετε) και μαζί με τα πληκτρολόγια «καταλάμβαναν» την συνολική επιφάνεια των θρανίων. Ο σκιτσογράφος αφήνει αφαιρετικά να εννοηθεί πως ο καθηγητής τούς ζήτησε να βγάλουν τα μολύβια τους και μια κόλλα χαρτί, προφανώς για να γράψουν κάποιο διαγώνισμα, βάζοντας έναν από τους μαθητές των πρώτων θρανίων να λέει, «τί είναι χαρτί και μολύβι κύριε;».

Θυμάμαι πόσο εξωφρενική φαινόταν όλη αυτή η σκηνή τότε. Ασφαλώς, το ίδιο θα φάνταζε και στο νου του γελοιογράφου που την εμπνεύστηκε, για αυτό εξάλλου η σκέψη αυτή μετασχηματίστηκε σε μια τόσο εύστοχη γελοιογραφία, ακριβώς γιατί στην εποχή της ήταν σαφέστατα αυτό που λένε «τραβηγμένη από τα μαλλιά». Το «τότε» βρίσκεται πλέον ένα τέταρτο του αιώνα μακριά και στο «αυλάκι» της τεχνολογίας έχουν κυλήσει ωκεανοί.

Τώρα δεν βρίσκω τίποτε το αστείο σε εκείνο το σκίτσο. Προκαλούσε γέλιο, γιατί αυτό που απεικόνιζε έμοιαζε τόσο χάρτινο, όσο και το υλικό στο οποίο σχεδιάστηκε το πρωτότυπό του. Έλεγε ο μπάρμπας μου, «πρόσεχε τι εύχεσαι» και είχε δίκιο. Θα προσέθετα πως τελικά πρέπει να είσαι υποψιασμένος ακόμη και με όσα αστειεύεσαι. Δεν ξέρεις, τελικά, «από πού θα σου έρθει». Οι γελοιογραφίες τού τότε έγιναν οι βιωμένες δυστοπίες τού σήμερα.

Κι όλο τρέχουμε, καλπάζουμε προς το τίποτα, προοδεύουμε διαρκώς απεκδυόμενοι ό,τι το ουσιαστικό, ό,τι το αυθόρμητο κι απροσχημάτιστο έχουμε μέσα μας. Απλώς γιατί το «καινούριο» ταυτίστηκε με το «καλύτερο». Και κάπου σε αυτό το σημείο την πατήσαμε· αγρίως μάλιστα. Το παλιό άρχισε να σημαίνει «συντηρητικό» και το καινούριο «προοδευτικό». Και πλην ελαχίστων, ουδείς διερωτήθηκε αν τα πράγματα είναι όντως έτσι, ουδείς διερωτήθηκε μήπως το λεγόμενο συντηρητικό και το λεγόμενο προοδευτικό, λειτουργώντας αλληλοσυμπληρωματικά, μπορούν κάλλιστα να συνυπάρξουν αρμονικά. Φυσικά, όλο αυτό ήταν άριστα οργανωμένο από την εξουσία.

Το λεγόμενο «προοδευτικό», λοιπόν, έπρεπε να ταυτιστεί με το «ρηξικέλευθο», με το «επαναστατικό». Έτσι η φράση, «αυτός είναι προοδευτικός», έφθασε να λειτουργεί ως κομπλιμέντο, ενώ, αντιθέτως, το να αποκαλέσεις κάποιον «συντηρητικό», ακόμη και σήμερα, είναι ουδόλως κολακευτικό. Οπότε, το ενδεχόμενο να χαρακτηριστεί κάποιος «συντηρητικός» λειτούργησε (και λειτουργεί ακόμη) ως ένα είδος φοβήτρου, για όσους προσπαθούν να παραμένουν ιδιότροποι και ιδιόρρυθμοι, δίχως να πειθαρχούν στα κελεύσματα της όποιας προόδου.

Οι περισσότεροι πειθάρχησαν και πειθαρχούν, έγιναν «μοντέρνοι», καλοδέχθηκαν κάθε νεωτερικότητα άκριτα, για να μην φανούν αρτηριοσκληρωτικοί κι αποσυνάγωγοι για τους «άλλους». Ωστόσο, πάντοτε θα υπάρχουν εκείνες οι «αποκλίνουσες μειοψηφίες», αποκλίνουσες για τα μάτια των «πολλών», που «βλέπουν» μόνον το λευκό σκοτάδι εκατομμυρίων watt. Κι αυτοί θα κατανοούν πως ο αγώνας δεν χρειάζεται μόνον τόλμη, αλλά και αρετή, συνείδηση, εσωτερική αρμονία.

Πόντιξ ο Σισύφειος

Both comments and trackbacks are currently closed.