Αριστερά, Πολιτική Διαμεσολάβηση και «αντιεξουσία»

[Το κάτωθι κείμενο είδε το φώς της δημοσιότητος πριν από 10 χρόνια. Το παρουσιάζουμε επειδή είναι κατατοπιστικό και συμβάλλει στην κατανόηση διαδικασιών, οι οποίες προηγήθηκαν της παρούσης καταστάσεως και οι οποίες δεν είναι άμοιρες των όσων υφίσταται σημαντικό τμήμα του πληθυσμού του ελλαδικού χώρου.]

«Η πολιτική για μας σημαίνει την επιδίωξη να συμμετέχει κανείς στην άσκηση δύναμης (macht) ή να επηρεάσει την κατανομή της δύναμης, είτε μεταξύ κρατών, είτε μεταξύ κοινωνικών ομάδων εντός ενός κράτους […] Όταν λέμε ότι ένα ερώτημα είναι πολιτικό… ή ότι μια απόφαση καθορίζεται «πολιτικά», αυτό που εννοούμε είναι ότι συμφέροντα που αφορούν στην κατανομή, στη διατήρηση ή στη μεταβίβαση της δύναμης είναι αυτά που αποφασίζουν τί απάντηση θα δοθεί στο ερώτημα αυτό ή που καθορίζουν τη συγκεκριμένη απόφαση». Max Weber

Η μαρξιστική υλιστική αντίληψη της ιστορίας και η προσπάθεια περιγραφής της πολιτικής με επιστημονικούς όρους έφερε στο προσκήνιο ενθουσιώδεις θιασώτες της επιστημονικής ανάλυσής της, προσηλωμένους στα στατιστικά στοιχεία, στις εκλογικές μελέτες που εξοβέλιζαν ο,τιδήποτε (όπως λ.χ. την ελευθερία, την ισότητα, την δικαιοσύνη) θεωρούσαν μη «εμπειρικά» επαληθεύσιμο.

Και πάλι, άλλα θεωρητικά ρεύματα, μοντέλα «αξιολογικά ουδέτερα», αναλυτικά εργαλεία ήρθαν να αμφισβητήσουν την «λειτουργικότητα», να εμπεδώσουν θεσμικές θεωρίες και θεωρίες του λόγου. Νέοι προφήτες υποσχέθηκαν και συνεχίζουν να υπόσχονται έναν «αμερόληπτο και αξιόπιστο» τρόπο της διάκρισης της «αλήθειας από την πλάνη» ως επιστήμονες της πολιτικής, κομίζοντας το «κλειδί» που θα ανοίξει τις πόρτες της διάκρισης μεταξύ «γεγονότων» και «αξιών».

Δεν είναι σκοπός μας, επί του παρόντος να επεκταθούμε περισσότερο, ούτε να αναφερθούμε διεξοδικότερα στις σταχυολογημένες αναφορές που προηγήθηκαν.

Μόνο θα επισημάνουμε ότι δύσκολα μπορεί κάποιος να αποφύγει την παραδοχή ότι η λέξη πολιτική στο πέρασμα του χρόνου ταυτίστηκε, από πολλούς και διαφορετικούς ανθρώπους, κοινωνικές ομάδες αλλά και ολόκληρους πληθυσμούς, με την χειραγώγηση, το ψέμμα, την επιβολή, την διαμεσολάβηση, την κυριαρχία.

Τις περισσότερες φορές η κοινωνική αποστροφή για την πολιτική προσδιοριζόταν και προσδιορίζεται από ένα πηγαίο χαρακτήρα που αντλείται ξανά και ξανά από κάθε κοινωνική εμπειρία εναντίωσης σε εξουσιαστικές επιλογές και τη γεύση κάθε «μικρής» ή «μεγάλης» κοινωνικής αυτάρκειας. Ο Επίκουρος θεωρούσε —και όχι άδικα— ότι «η αυτάρκεια είναι ο μεγαλύτερος πλούτος» (Επικ. Προσφ. 44) και ότι «μέγιστος καρπός της αυτάρκειας είναι η ελευθερία» (Επικ. Προσφ. 77).

Η οποιαδήποτε, όμως, προοπτική κοινωνικής αυτάρκειας και ελευθερίας δεν απεμπολείται μόνο όταν κάποιος εξουσιοδοτεί, συνηγορεί, συναινεί ή συμβιβάζεται με τη δυνατότητα να διαχειρίζονται την ζωή και τις υποθέσεις του και να επιβάλλουν την θέληση τους οι πολιτικοί, τα κόμματα, οι θεσμοί και οι μηχανισμοί του κράτους και του κεφαλαίου.

Αναμφίβολα εξαρτόμαστε από αυτούς και από την στιγμή που παραχωρούμε την εξουσία σε κάποιον ή σε κάποιους, να επιβάλλουν μια συγκεκριμένη κατάσταση πραγμάτων σύμφωνα με την θέλησή μας. Κάθε πολιτικό σύστημα, κάθε εξουσία, από την πιο «σκληρή» μέχρι την πιο «διαλλακτική», ανανεώνεται την κρίσιμη στιγμή αποσυμφορίζοντας τα «εισερχόμενα» αιτήματα και πιέσεις για υψηλότερο βιοτικό επίπεδο, παροχές κοινωνικής πρόνοιας, κρατικής προστασίας των μειονοτήτων και των πολιτικών και κοινωνικών δικαιωμάτων, αλλά και πρόληψης – ενσωμάτωσης και όχι καταστολής της «πολιτικής εγκληματικότητας»[1].

Σ’ αυτό το επίπεδο η Αριστερά εγκαλεί το «πολιτικό σύστημα» όσον αναφορά δηλαδή την αντοχή – ανοχή των θεσμών, δηλαδή της προσμέτρησης της δυνατότητάς του να εμπερικλείει, ειδικότερα στις περιόδους της λεγόμενης πολιτικής και οικονομικής κρίσης ή ύφεσης, τα αιτήματα εκδημοκρατισμού, μετασχηματισμού του, αλλά και τις προσδιορισμένες ως αποκλίνουσες πολιτικές συμπεριφορές (πολύ συχνά η επιχειρηματολογία υπερασπιστών κατηγορουμένων στις δίκες για 17Ν και ΕΛΑ υπενθύμιζε ότι «πολιτικοί σχηματισμοί, που μπορεί κατά καιρούς να αποτελούσαν τρομοκρατικές ομάδες, υπήρξαν φορές που βρέθηκαν αργότερα στην εξουσία»).

Είναι χαρακτηριστική η διαμάχη που εντείνεται αυτήν την περίοδο για τους τρόπους διαμεσολάβησης ανάμεσα σ’ εκείνους που προκρίνουν μια Αριστερά της «αντιεξουσίας»[2], σε εκείνους που προσβλέπουν σε μια Αριστερά της διακυβέρησης[3] και σε εκείνους που προσπαθούν να ταιριάξουν και τα δύο μοντέλα.

Φυσικά είναι μια διαμάχη[4] στην οποία ως αναρχικοί ρητά δεν συμμετέχουμε, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι δεν παρακολουθούμε με μεγάλο ενδιαφέρον τόσο τα κλιμακούμενα «επεισόδιά» της, όσο και τις προσεγγίσεις κάθε εμφανιζόμενης ως αντιπαρατιθέμενης πλευράς σε «αντιεξουσιαστές» συμμάχους και εταίρους[5].

Έχουμε και στο παρελθόν επισημάνει, όσο μας ήταν δυνατόν, ότι προνομιακό πεδίο της κολεγιάς αριστεράς και «αντιεξουσίας» έχει αναδειχτεί επανειλημμένα η βολική για την αριστερά προβολή του αντιφασιστικού «ζητήματος». Στο ίδιο προνομιακό πεδίο εντάσσεται και η αντιμετώπιση της καταστολής, με την ανάδειξη της συμπαράστασης σε φυλακισμένους, στη βάση μιας προκατασκευασμένης συμφωνίας: αφού παρουσιάζεται σαν δεδομένη μια έλλειψη επίγνωσης των «πολιτικών συσχετισμών» ή του ενδιαφέροντος για την πειθώ τμημάτων της κοινωνίας από την πλευρά των αναρχικών, στοιχειοθετείται η «βεβαιότητα» περί ανεπιτυχούς αντίστασης από μέρους τους και η ανάγκη περίθαλψής τους από τους ειδικούς της αριστερής μεσολάβησης.

Με το αζημίωτο πάντα.

Αλλά ας δούμε και ορισμένα ζητήματα γενικά για την πολιτική μεσολάβηση.

Κάθε μεσολάβηση αποσκοπεί στην επίλυση διαφορών. Σε γενικές γραμμές η μεσολάβηση είναι προαιρετική και αυτή καθαυτή δεν είναι δεσμευτική για τα αντιτιθέμενα μέρη, αφού δεν αποτελεί κάποια διαδικασία λήψης αποφάσεων.

Ο ρόλος του πολιτικού μεσολαβητή αποσκοπεί κατ’ αρχάς στην διευκόλυνση της επικοινωνίας ανάμεσά σε δύο ή και περισσότερα μέρη, με άλλα λόγια να διαμορφωθούν οι συνθήκες διαλόγου. Να το πούμε αλλιώς, να βρεθεί ο τρόπος να αρχίζουν να μιλούν «κάπου-κάπου» την ίδια «γλώσσα».

Η διαμεσολάβηση δεν ταυτίζεται με την διαπραγμάτευση, παρ’ ότι έχει σημαντικά χαρακτηριστικά της. Πολλές φορές βασίζεται στην ύπαρξη ή στα αποτελέσματα μιας προηγούμενης διαπραγμάτευσης και άλλες τόσες φορές μπορεί να δίνει την θέση της στην έναρξη νέων διαπραγματεύσεων.

Ο πολιτικός διαμεσολαβητής άλλοτε εμφανίζεται ως ένας ουδέτερος ή ανεξάρτητος παράγοντας, που δεν έχει κανένα προσωπικό συμφέρον ως προς το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα.

Άλλοτε, όμως, εμφανίζεται με τα εχέγγυα της «ειδικής γνώσης» ή «ανάλυσης», τόσο του προβλήματος, όσο και θέσεων των αντιπαρατιθέμενων πλευρών. Ως εκ τούτου, η συνδρομή του στην κατανοητή παράθεση των πολιτικών τους θέσεων προβάλει ως ανεκτίμητη για έναν πιθανό διακανονισμό.

Η «βαρύνουσα» θέση ενός πολιτικού διαμεσολαβητή κατοχυρώνεται τις περισσότερες φορές με την προσκόμιση των διαπιστευτηρίων ενός νομικού, ενός καθηγητή πανεπιστημίου[6], ενός διανοούμενου, ενός κομματικού στελέχους ή εν γένει μιας θεσμικής ιδιότητας που κουβαλάει οποιοδήποτε αξίωμα. Διαπιστευτήρια αναγκαία, τόσο απέναντι στους κρατικούς φορείς, όσο και απέναντι στην κοινωνία η οποία εμφανίζεται ωσεί παρούσα, λόγω της δήθεν εκπροσώπησής της από ανθρώπους με «δημόσιο» κύρος.

Μια συνήθης έκκληση πολιτικών διαμεσολαβητών που καλούνται σε δικαστήρια είναι η ανάγκη «να ρυθμιστούν πραγματικές καταστάσεις».

Ως «πραγματικές καταστάσεις» προβάλλεται το κοινό πεδίο, που θα οριστεί βασικά από την πολιτική αναγνώριση του αντιπάλου. Μια πολιτική αναγνώριση, βέβαια, μπορεί να επιτευχθεί με πολλούς τρόπους. Πολλές φορές εξασφαλίζεται μέσα από μια δήλωση του τύπου «υπάρχουν δικαστές που έμειναν στην ιστορία, για την τόλμη τους απέναντι στο κατεστημένο». Είναι μια χαρακτηριστική δήλωση επίδειξης πολιτικής «ωριμότητας», ένα σινιάλο ότι η πολιτική προσέγγιση είναι δυνατή όσο και επιθυμητή.

Και πάλι η απεύθυνση είναι διττή. Απευθύνεται τόσο στους εκπρόσωπους των θεσμών όσο και στην κοινωνία, γενικότερα, που αφουγκράζεται και παρακολουθεί την ένταση μιας κοινωνικής σύγκρουσης, και τα προτάγματα της ανυποταξίας ή τα σημάδια της συναίνεσης που μπορεί να μεταδοθούν.

Κλείνοντας θα τονίσουμε ότι η ένταση του κοινωνικού ανταγωνισμού, η λεγόμενη ρευστότητα του πολιτικού κλίματος μεγαλώνουν κάθε φορά την στήριξη κάθε κοινωνικής διαμαρτυρίας από τα αριστερά κόμματα, εφ’ όσον θεωρούν ότι αποτελούν κατά περίπτωση τον εγγύτερο ιδεολογικό κομματικό σχηματισμό, που οφείλει να επιδείξει στους διαμαρτυρόμενους τις πολιτικές ευκαιρίες προσβασιμότητας στο πολιτικό σύστημα.

Έτσι, οι κινηματικές δράσεις καλύπτονται πολιτικά και ως προς την κλιμάκωσή τους, αφού η «απειλή» που δέχονται, είτε καταστολής, είτε περαιτέρω οικονομικής επιδείνωσης είναι τέτοια που αντικατοπτρίζει και το κόστος αδράνειας τους.

Οι κινηματικές προσδοκίες μ’ αυτό τον τρόπο πολλαπλασιάζονται, όσο μάλιστα αυξάνεται η υποστήριξη και ο ορίζοντας μιας «αναπάντεχης» πρόσβασης στην εξουσία.

Ενίοτε αριστερής.

Συσπείρωση Αναρχικών

Από την ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ. 76, Οκτώβριος 2008

[1] Ιωάννα Κούρτοβικ, συνήγορος του Δ. Κουφοντίνα, στην γνωστή πρόσφατη συνέντευξή της στην ειδική έκδοση της εφημερίδας τα ΝΕΑ: «Και η πρόσφατη ιστορία κομμάτων που δεν γίνονταν αποδεκτά ως φορείς πολιτικής βούλησης, αλλά αντίθετα η συμμετοχή ή η προπαγάνδιση των απόψεών τους σήμαινε παραβίαση της ισχύουσας νομοθεσίας –και που σήμερα δεν νοείται στην Ευρώπη πολιτικό σύστημα χωρίς την ύπαρξή τους– στερεί από εγκυρότητα εκείνες τις απόψεις που θεμελιώνουν τη διάγνωση του πολιτικού ή όχι χαρακτήρα ενός σχηματισμού στη στάση του τελευταίου απέναντι στο λειτουργούν πολιτικό σύστημα».

[2] Γιάννης Μηλιός: «Η Αριστερά ως «αντιεξουσία» είναι η μόνη εφικτή πολιτική στρατηγική μεταρρύθμισης του συστήματος επιβολής μέτρων που βελτιώνουν τις συνθήκες διαβίωσης των υπό εκμετάλλευση τάξεων και διευρύνουν τη δημοκρατία. Ταυτόχρονα, είναι η πολιτική στρατηγική που υποδεικνύει ότι «ένας άλλος (σοσιαλιστικός) κόσμος είναι εφικτός […] Η στρατηγική της «αντιεξουσίας» εκφράστηκε και στις πρόσφατες Δημοτικές και Νομαρχιακές Εκλογές: Όσοι και όσες στρατευθήκαμε στο συνδυασμό της «Ανοιχτής Πόλης» (και πιστεύω ότι το ίδιο ισχύει επίσης για όλα τα ενωτικά ψηφοδέλτια της ριζοσπαστικής και οικολογικής Αριστεράς) θεωρούμε ότι η εκλογική επιτυχία πηγάζει αποκλειστικά από το ότι μπορέσαμε, σε έναν βαθμό, να εκφράσουμε αυτή τη λογική αμφισβήτησης του συστήματος και του νεοφιλελευθερισμού, που εδώ περιέγραψα με τον όρο η Αριστερά ως «αντιεξουσία». Σε αυτή την κατεύθυνση θα συνεχίσουμε».

[3] «Έτσι η «Αριστερά» ως επίδοξο κόμμα εξουσίας είναι απολύτως αναποτελεσματική, είναι η «Αριστερά της ήττας», η υπό εξαφάνιση «Αριστερά». Όχι μόνο διότι φέρει στον πυρήνα της τη ροπή προς τη μετάλλαξη (σε ΠΑΣΟΚ και ΝΔ), αλλά και διότι η «κοινωνία των εργαζομένων», οι φορείς των κοινωνικών αντιφάσεων και αντιστάσεων, τα κινήματα διαθέτουν και γνώση και πείρα και αυξημένο κοινωνικό ένστικτο: αποστασιοποιούνται από την «Αριστερά» της ήττας, δεν χρειάζονται τη «μεσολάβησή» της, όποια στάση κι αν (ωθηθούν να) ακολουθήσουν», ό.π.

[4] Από κείμενο της Εργατικής Εξουσίας: «Από την άλλη όμως η αριστερά δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι δεν είναι απλώς ο πόλος της διαμαρτυρίας, ούτε απλώς το κόμμα των θυμάτων. Είναι πολιτικό κίνημα και ως εκ τούτου επιδιώκει να κυβερνήσει για να εφαρμόσει το δικό της πρόγραμμα. Επιδιώκει με άλλα λόγια την ανύψωση του προλεταριάτου σε κυβερνώσα τάξη. Επομένως δεν έχει κανένα λόγο να σταυροκοπιέται, όταν μπαίνει το ζήτημα της κυβέρνησης. Και όσο η συζήτηση αυτή αναβάλλεται, για να μην σπάσουν προφανώς τα αυγά, τόσο οι διάφοροι Κωνσταντόπουλοι θα προετοιμάζουν το έδαφος σε μια κεντροαριστερή διακυβέρνηση, επιφυλάσσοντας για την αριστερά για ακόμα μια φορά το ρόλο της τσόντας στη σοσιαλδημοκρατία. Όταν έλθει εκείνη η ώρα η λύση αυτή θα είναι μονόδρομος. Ε, τι να κάνουμε για να φύγει ο Καραμανλής, για να μην ξαναβγεί ο Μπερλουσκόνι κ.ο.κ.

Κι όμως μπορεί να υπάρχει άλλος δρόμος. Αρκεί η αριστερά να τον δείξει στα ίσα, χωρίς να μασάει τη γλώσσα της και να θέλει να ανοίξει η γη και να την καταπιεί. Και η λύση δεν είναι να βρίσκεται μονίμως στην αντιπολίτευση, ούτε φυσικά οι γενικολογίες ότι η ελπίδα βρίσκεται στους λαϊκούς μαζικούς αγώνες. Αυτή είναι η εύκολη απάντηση, για να αποποιηθεί η αριστερά τις ευθύνες της και να τις φορτώνει στον κόκορα».

[5] Ελευθεροτυπία 30-1-2007: «Τάσεις για γέφυρες επικοινωνίας και συνεργασίας χώρων που βάλλονται από την κρατική καταστολή εκφράστηκαν χθες σε συνέντευξη Τύπου (ΕΣΗΕΑ) του Δικτύου για τα Κοινωνικά και Πολιτικά Δικαιώματα, με αφορμή διαρροές από αστυνομικές πηγές ότι το Δίκτυο αποτελεί στόχο των διωκτικών αρχών. Μίλησαν οι Ν. Γιαννόπουλος, Ι. Κούρτοβικ και συμμετείχαν εκπρόσωποι του ΣΥΝ, της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς, αλλά και του αντιεξουσιαστικού χώρου».

[6] «Σε ορισμένες περιπτώσεις τα κράτη διαπραγματεύονται με αντιπροσώπους πολιτικών ομάδων με ένοπλη δράση οι οποίες χαρακτηρίζονται και ως τρομοκρατικές, στο πλαίσιο ενός πνεύματος αναγνώρισης της ύπαρξης τέτοιων ομάδων (συνήθως για πολιτικούς λόγους) οδηγώντας συχνά σε νομιμοποίηση αυτών, κάτι το οποίο δεν θα μπορούσε να συμβεί στις περιπτώσεις του οργανωμένου εγκλήματος» (Γ. Χλούπης Διδάκτωρ Νομικής, Οργανωμένο έγκλημα και Τρομοκρατία).

 

Both comments and trackbacks are currently closed.