Περί κοινωνικού ανταγωνισμού, καταστολής και ΑΡΙΣΤΕΡΗΣ «ΟΣΜΩΣΗΣ» μετά των «κοινωνικών κινημάτων»

«Τα πάντα πράξε και τα πάντα φτύσε
μονάχα, Μαύρε, Κόκκινος μην είσαι».
Κώστας Βάρναλης

Έχουμε και στο παρελθόν καταθέσει διεξοδικά την πεποίθηση της ύπαρξης σαφούς διαφοράς ανάμεσα σ’ όσους αναφέρονται γενικά σε «αγώνες» και σ’ όσους μιλούν για κοινωνικούς αγώνες, αφού στην τελευταία περίπτωση, ακόμα και αν δεν προβάλλεται μια συνολική απελευθερωτική αντίληψη και πρακτική, εκφράζονται με συγκεκριμένους τρόπους σημαντικά στοιχεία της.

Δυστυχώς για κάποιους και ευτυχώς, βέβαια, για κάποιους άλλους, στον κοινωνικό ανταγωνισμό δεν υπάρχουν ευθύγραμμες καταστάσεις.

Μ’ άλλα λόγια, το κράτος δεν μπορεί να ταυτιστεί με την κοινωνία, αλλά μπορεί και επιβάλλεται και μέσω της διάχυσης εξουσιαστικών σχέσεων, συμπεριφορών και ιδεολογιών, αλλά και της απορρόφησης των πιο ζωντανών και δημιουργικών ικανοτήτων των ανθρώπων.[1]

Η κατακτητική τάση κάθε μορφής εξουσίας έχει ως αποτέλεσμα την πρόσδεση, τόσο τμημάτων της κοινωνίας, όσο και προσώπων, που μπορεί μέχρι πρότινος να βρίσκονταν ακόμα και σε ανταγωνιστική θέση και στάση.

Το ίδιο πραγματικές, όμως, είναι —εντονότερες, μάλιστα, σε περιόδους όξυνσης του κοινωνικού ανταγωνισμού— και οι φυγόκεντρες διαθέσεις πολλών ανθρώπων που είναι προσδεμένοι από την εξουσία με διάφορους τρόπους. Οι φυγόκεντρες, όμως, αυτές διαθέσεις δεν εκδηλώνονται ούτε αναπτύσσονται μέσα σε κάποιο κοινωνικό «εργαστήριο», δεν αποτελούν κάποιο αποστειρωμένο προϊόν, που έχει παραχθεί σε συγκεκριμένη ημερομηνία με εξ ίσου συγκεκριμένη ημερομηνία λήξεως.

Έρχονται και συναντιούνται κάθε φορά με όλα τα ζωντανά κοινωνικά κομμάτια που αντιμάχονται την εξουσία και κάθε μορφή ανελευθερίας. Μ’ ανθρώπους και συλλογικότητες με ξεχωριστές και κοινές εμπειρίες και διαδρομές. Συναντιούνται, μ’ άλλα λόγια, οι κοινωνικοί αγώνες του χθες και του σήμερα, που θα γεννήσουν μέσα στην φωτιά του κοινωνικού πολέμου τις προϋποθέσεις των κοινωνικών συγκρούσεων του αύριο.

Αυτό ακριβώς το γεγονός, όχι μόνο δεν παραβλέπουν οι κρατικοί σχεδιασμοί, αλλά αντίθετα στοχεύουν στην αντιμετώπισή του.

Από την πλευρά τους, οι αγωνιζόμενοι άνθρωποι προετοιμάζονται γι’ αυτές ακριβώς τις «συναντήσεις», όχι βέβαια λίγο πριν αυτές πάρουν μια εντυπωσιακή διάσταση εξ αιτίας μιας συνήθως ασήμαντης αφορμής, αλλά καθημερινά, καταγράφοντας, αναλύοντας, συνθέτοντας απόψεις και πρακτικές.

Ειδικότερα η άρνηση, ή η αδυναμία συνεπούς και συνεχούς καταγραφής απόψεων και πρακτικών είτε των αναρχικών, είτε γενικότερα αγωνιζόμενων ανθρώπων αποτελεί μια ανεκτίμητη παραχώρηση στους εξουσιαστές και ενισχύει τις κατασταλτικές τους δυνατότητες.

Σ’ αυτές τις περιπτώσεις συνήθως ο κενός χώρος αναπληρώνεται (με ή χωρίς προηγούμενη συμφωνία) από τις «φίλιες» δυνάμεις του «κινήματος», που σπεύδουν να καλύψουν πολιτικά και ιδεολογικά ακόμα και τις όποιες δυναμικές «παρεκκλίσεις».

Η όποια «δυναμικότητα», όμως, πλέον δεν μπαίνει απλά υπό συζήτηση.

Για την ακρίβεια, η μόνη δυναμικότητα που υφίσταται σ’ αυτές τις περιπτώσεις είναι αυτή των «φίλιων» δυνάμεων του «κινήματος», που αυξάνουν την διαπραγματευτική τους ικανότητα με κομμάτια της εξουσίας, με τα οποία ποτέ δεν έκρυψαν ότι συνδιαλέγονται.

Και τί πειράζει, θα πει κανείς, να πριμοδοτηθεί, λόγου χάρη, ο ΣΥΝ και να μπει δυναμωμένος στο Κοινοβούλιο;

Φυσικά κανείς αναρχικός δεν έχει συμφέρον να μπει ή να μην μπει ο ΣΥΝ στην βουλή. Αλλά αποτελεί, τουλάχιστον, υποκρισία να καμώνεται κανείς ότι δεν κατανοεί γιατί προβλήθηκε ο ΣΥΝ ως ο μόνος αντιπολιτευτικός πόλος από τα ΜΜΕ, αλλά και από εκείνους (ΝΔ) που διαχειρίζονταν τις κρατικές υποθέσεις, για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα πριν από τις εκλογές. Είναι εξ ίσου υποκρισία να μην κατανοεί κάποιος ότι η επίδειξη και η ποικιλώνυμη στήριξη της «όσμωσης», στην οποία λέει βρίσκεται ο ΣΥΝ με τα κοινωνικά κινήματα, γίνεται στην κατεύθυνση απορρόφησης μιας όλο και διογκούμενης κοινωνικής δυσαρέσκειας, που ακόμα δεν μπορούν να καλύψουν, ούτε βέβαια και να διαχειριστούν όπως θα ήθελαν, τα λεγόμενα μικρά κόμματα.

Και είναι εξ ίσου προβληματικό να μην καταγράφονται ή να μην συζητιούνται και να αναλύονται απόψεις και θέσεις, που, είτε προβάλλονται από το ίδιο το κράτος, είτε από τους διάφορους καλλιεργητές κλίματος «καλής γειτονίας» με τον ΣΥΝ.

Αλλά ας ξέρουν, οι «απλοί» παρατρεχάμενοι, ότι οι πολιτικές συμφωνίες και τα ανταλλάγματα δίνονται με φειδώ από τους εξουσιαστές και δη τους αριστερούς. Και πάντα με πάσα επιφύλαξη…

Από την πλευρά μας, κατανοούμε πολύ καλά την ανασύνταξη της αριστεράς, κοινοβουλευτικής ή μη, αφ’ ενός στην κατεύθυνση μεγαλύτερου μεριδίου της εξουσιαστικής πίττας, αφ’ ετέρου απορρόφησης των κοινωνικών κραδασμών και καταστολής κάθε ανέλεγκτης κοινωνικής εξεγερτικής δραστηριοποίησης.[2]

Ας δούμε ένα παράδειγμα από το παρελθόν.

Το 1990 ο Μητσοτάκης δήλωνε ότι «δεν υπάρχουν κεκτημένα», για να επαναλάβει ακριβώς το ίδιο πράγμα λίγο αργότερα και ο Γιάνναρος του ΣΥΝ. Θα ξεσπάσουν τα εξεγερτικά γεγονότα μετά την δολοφονία του Τεμπονέρα στις 10 και 11 Γενάρη του 1991. Έντρομοι, λίγες ημέρες αργότερα, διανοούμενοι, όπως ο Μ. Αναγνωστάκης, μέσα από τις στήλες της Αυγής θα καλέσουν τον ΣΥΝ να αποτρέψει την επανάληψη διαδηλώσεων, όπως αυτή που είχε οριστεί για τις 15 Γενάρη μπρος στον φόβο ανεξέλεγκτων καταστάσεων.

Η καταστολή, λοιπόν, δεν έχει μόνο ένα πρόσωπο και το ξέρουν καλά οι παροικούντες την Ιερουσαλήμ.

Βέβαια, κάθε κατασταλτική κίνηση από την πλευρά του κράτους έχει ως στόχο αφ’ ενός τον περιορισμό ανεξέλεγκτων κοινωνικών δραστηριοποιήσεων, την αιχμαλωσία ενός ή περισσότερων αγωνιστών και την τρομοκράτηση όσον το δυνατόν περισσότερων ανθρώπων. Αφ’ ετέρου, η καταστολή έρχεται να στρέψει ένα σημαντικό κομμάτι των κοινωνικά δραστηριοποιούμενων στους μηχανισμούς και τις διαδικασίες αφομοίωσης και υποταγής.

Είναι σημαντικό να επισημανθεί ότι οι διαδικασίες αφομοίωσης που αναφέρονται, εξελίσσονται σε βάθος χρόνου, και πολλές φορές μάλιστα, είναι δύσκολο, όχι βέβαια και αδύνατο, να εξηγήσει κάποιος καταστάσεις, στάσεις και συμπεριφορές μην έχοντας μια συνολικότερη εικόνα.

Το χειρότερο, βέβαια, όπως προαναφέρθηκε, είναι να απαξιώνει κανείς να έχει αυτή την δυνατότητα.

Αλλά, ακόμα και έτσι, αν κανείς ανατρέξει στο άμεσο χρονικό διάστημα, που προηγείται κατασταλτικών κινήσεων, θα διακρίνει εύκολα τις προπαρασκευαστικές ενέργειες, τόσο σε πολιτικό, όσο και ιδεολογικό επίπεδο.

Οι κινήσεις που προηγούνται, εκτός των άλλων, δίνουν μεγάλη βαρύτητα στην εξασφάλιση εκείνων των συνθηκών, που θα ελαχιστοποιήσουν τις δυνατότητες κοινωνικών συνθέσεων, και θα προκρίνουν την «αυτάρκεια», τον αυτοπεριορισμό και την αναζήτηση πολιτικής κάλυψης κάθε «παρεκκλίνουσας» πολιτικά δράσης.

Σ’ αυτή την κατεύθυνση, η παραποίηση της πραγματικότητας πολλές φορές θεωρείται ενδεδειγμένη «λύση».

Οι «σκευωρίες» ή οι σκευωρίες θεωρούνται πιο εύπεπτες ή τέλος πάντων καταλληλότερες για να ενεργοποιήσουν δημοκρατικά ανακλαστικά, μιας —κατ’ αυτή την άποψη— ανίκανης κοινωνίας να εντρυφήσει στα «περί» αναρχικών απόψεων και πρακτικών.

Η κοινωνική απεύθυνση, σ’ αυτή την περίπτωση, είναι του είδους να «πιαστεί κορόιδο ο πελάτης».

Την ίδια στιγμή προσπερνιέται με βολικό τρόπο η όποια συζήτηση και ανταλλαγή απόψεων για τα προβλήματα, τις λογικές, τα λάθη που επαναλαμβάνονται, τις καταστάσεις που προκύπτουν ως αναμασημένη τροφή ενώ «εννοείται» ότι υπήρχε και υπάρχει η συλλογική δυνατότητα άντλησης συμπερασμάτων[3] για επικείμενες ή παρούσες τραυματικές καταστάσεις που δύσκολα επουλώνονται.

Στην ίδια ακριβώς βάση γίνεται αποδεκτή και η προσφυγή σε μια αιτηματολογία σχετικά με το ζήτημα των φυλακών και των φυλακισμένων που μάλιστα περιστρέφεται γύρω από μια θεματολογία αποδεκτή διεθνώς εδώ και δεκαετίες από την αριστερά, ένοπλη[4] ή μη.

Σ’ αυτή την περίπτωση τα αιτήματα αυτά, όταν προβάλλονται με αναρχικό προσωπείο, εκφράζουν είτε την σύγχυση του φορέα τους, είτε απλά τη διάθεση παραχώρησης, όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, εδάφους στην αριστερά.

Συσπείρωση Αναρχικών

  1. Αναρχική Θεώρηση, τεύχος 7, Κοινωνικός ανταγωνισμός και σύγκρουση.
  2. Συγκρούσεις και αριστερή καταστολή κατά την διάρκεια των κοινωνικών συγκρούσεων στην πορεία της 6ης Μάη που διοργάνωσε το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Φόρουμ.
  3. Σάντε Νοταρνικόλα 1971 απόσπασμα από την «απολογία» του στο δικαστήριο: «Δεν βρίσκομαι εδώ για να μου αναγνωρίσετε ελαφρυντικά, δεν ήρθα εδώ ενώπιον σας για τον λόγο που ωθεί τον κοινό εγκληματία να παρευρίσκεται στις δίκες, δηλαδή να υπερασπίσω τον εαυτό μου σε νομικό επίπεδο ώστε να πετύχω την μείωση της ποινής μου. […] Εάν λήστεψα τράπεζες, εάν πέθαναν άνθρωποι όχι από το χέρι μου ή λόγω της θέλησής μου, σίγουρα δεν πρέπει να απολογηθώ ενώπιον μιας κοινωνίας που βασίζεται στη ληστεία, στην απάτη και τη βία. Έχω μπροστά μου μια μεροληπτική αστυνομία και ένα φασιστικό νόμο. Έκανα λάθος, δε μπορώ να το αρνηθώ… Η κρίση επαφίεται στο προλεταριάτο, στις μάζες των εκμεταλλευόμενων, στην τάξη μου και από αυτούς ζητώ να κατανοήσουν ότι οι πράξεις μας ήθελαν να είναι μια απάντηση (και αντίθετα ήταν μια απλή αντίδραση) σε μια ανυπόφορη κατάσταση για την ανθρώπινη αξιοπρέπεια… Σε κάποια στιγμή της ζωής μου έδωσα σε αυτή την εξέγερση μια τελείως λανθασμένη διέξοδο όταν δέχθηκα να γίνω ληστής. […] Άλλοι καλύτεροι από εμένα που θα έχουν διδαχθεί από τα λάθη μας, θα έρθουν και θα συλλέξουν τη θετική πλευρά της εμπειρίας μας».
  4. Κείμενα και Ντοκουμέντα των Ένοπλων Προλεταριακών Πυρήνων, Ιταλία 1974-1978, εκδ. Parabellum: «Εξ άλλου, είναι σημαντικό το γεγονός ότι το σύνθημα «να καταστραφούν οι φυλακές» δεν θα υιοθετηθεί από τους ΝΑΡ οι οποίοι υποδεικνύουν ως στόχους τους την κατάργηση των φασιστικών σωφρονιστικών κωδίκων και τον «εκδημοκρατισμό των φυλακών», ενώ έθεσαν το αίτημα της άμεσης κατάργησης μόνο των αναμορφωτηρίων ανηλίκων και των δικαστικών ψυχιατρείων»

Από την ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ. 68, Ιανουάριος 2008

Both comments and trackbacks are currently closed.