ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΚΑΙ ΚΑΘΥΠΟΤΑΞΗ: ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ ΔΙΧΩΣ ΤΕΛΟΣ…

«Η δη­μο­κρα­τί­α μέ­σα στο σχο­λεί­ο, οι ε­κλο­γές, η φαι­νο­με­νι­κή συμ­με­το­χή των μα­θη­τών, ό­λες αυ­τές οι έκ­δη­λα φι­λε­λεύ­θε­ρες πτυ­χές που συ­να­ντώ­νται στη σχο­λι­κή δια­δι­κα­σί­α, δεν α­πει­λούν διό­λου την τή­ρη­ση της τά­ξης ού­τε α­ντι­στρέ­φουν τα α­πο­τε­λέ­σμα­τά της, ί­σως μά­λι­στα την κα­θι­στούν πιο α­πο­τε­λε­σμα­τι­κή, κα­θώς οι μα­θη­τές γί­νο­νται οι φο­ρείς της και εν μέ­ρει οι πα­ρά­γο­ντές της.» Ιω­σήφ Σο­λο­μών, Ε­ξου­σί­α και Τά­ξη στο Νε­ο­ελ­λη­νι­κό Σχο­λεί­ο.

Δεν εί­ναι λί­γοι αυ­τοί που δη­λώ­νουν την ι­κα­νο­ποί­η­σή τους για τον χα­ρα­κτή­ρα της δη­μό­σιας εκ­παί­δευ­σης.

Δεν εί­ναι λί­γοι και ε­κεί­νοι που εί­τε και­ρο­σκο­πι­κά εί­τε ι­δε­ο­λη­πτι­κά ε­πι­μέ­νουν να μι­λούν για έ­να δη­μο­κρα­τι­κό δη­μό­σιο σχο­λειό με ί­σες ευ­και­ρί­ες για ό­λους.

Άλ­λοι τό­σοι μι­λούν για το νε­ρό που έ­χει μπει στο αυ­λά­κι, με τις αλ­λα­γές που κα­τα­κτή­θη­καν με­τά α­πό τό­σους δη­μο­κρα­τι­κούς α­γώ­νες και πρέ­πει να δια­φυ­λα­χτούν, για τα δι­καιώ­μα­τα δα­σκά­λων και μα­θη­τών και άλ­λα πα­ρό­μοια.

Μια συ­νη­θι­σμέ­νη φρά­ση α­πό πα­λαιό­τε­ρους για να δι­καιο­λο­γή­σουν τις βελ­τιώ­σεις εί­ναι: «Ε, ρε βούρ­δου­λας που έ­πε­φτε πα­λαιό­τε­ρα, τώ­ρα σας έ­χουν α­σύ­δο­τους και να τα α­πο­τε­λέ­σμα­τα». Πράγ­μα­τι έ­πε­φτε κυ­ριο­λε­κτι­κά βούρ­δου­λας. Με έ­να διά­ταγ­μα της 18ης Δε­κεμ­βρί­ου 1884 α­πο­λυό­ταν έ­νας δά­σκα­λος επειδή «[…] έπέ­βαλ­λε τρι­σί τῶν μα­θη­τῶν τῆς τά­ξε­ως, έν ἥ δι­δά­σκει, τήν ποι­νήν τοῦ ἐμπτυ­σμοῦ ὑπό τῶν μα­θη­τῶν αὐτῶν». Μια ε­γκύ­κλιος της ί­διας χρο­νιάς «α­πα­γό­ρευ­σε» τις πρα­κτι­κές αυ­τές και προ­έ­βλε­ψε σο­βα­ρές κυ­ρώ­σεις. Στα σχο­λεί­α, παρ’ ό­λα αυ­τά, ε­πι­κρα­τού­σε το ξύ­λο με την βέρ­γα, αλ­λά α­κό­μα και με το μα­στί­γιο. Άλ­λες ποι­νές που ε­πι­βάλ­λο­νταν μέ­χρι και το 1940 ή­ταν η υ­πο­χρε­ω­τι­κή νη­στεί­α, η α­πλή γο­νυ­κλι­σί­α ή αυ­τή με τα χέ­ρια ψη­λά, η κρά­τη­ση στην αί­θου­σα ή το σχο­λεί­ο με­τά το σχό­λα­σμα κλπ.

Και ό­μως σε πό­σα και πό­σα πράγ­μα­τα, α­κό­μα και σε ε­πί­πε­δο α­πλών αλ­λα­γών, α­κό­μα και σε μια ε­πι­δερ­μι­κά προ­ο­δευ­τι­κή κα­τεύ­θυν­ση, τό­σο η πρω­το­βάθ­μια ό­σο και η δευ­τε­ρο­βάθ­μια εκ­παί­δευ­ση βρί­σκο­νται στο ί­διο ση­μεί­ο που ή­ταν το 1930 και σε πολ­λά θέ­μα­τα ε­κεί που ή­ταν το 1880.

Κα­ταρ­χήν οι λέ­ξεις «Έ­θνος», «Πα­τρί­δα», «Ε­λευ­θε­ρί­α», «Α­νε­ξαρ­τη­σί­α», αλ­λά και «Πε­φω­τι­σμέ­νη Ευ­ρώ­πη» ή­ταν αλ­λη­λέν­δε­τες με την λέ­ξη εκ­παί­δευ­ση σ’ ό­λα σχε­δόν τα κεί­με­να της δε­κα­ε­τί­ας του 1820.

«Ἡ ἀμά­θεια ἐπε­ρι­κρά­τει τὸ γέ­νος εἰς τὰ δε­σμά τῆς δου­λεί­ας, […] ἡ ἀμά­θεια μᾶς κα­τέ­στη­σεν εἰς ἐκεί­νην τὴν φρι­κιώ­δη κτη­νω­δί­αν καὶ βαρ­βα­ρό­τη­τα, ἐξ αἰτί­ας τῆς ὁποί­ας ἐδο­κι­μά­σα­μεν το­σαύ­τας δυ­στυ­χί­ας καὶ ἀθλιό­τη­τας […]. Μό­λις δε ἔλαμ­ψαν ὁπω­σοῦν τὰ φῶτα εἰς τὴν πα­τρί­δαν μας, […] ἀρ­χί­σα­μεν νὰ κά­μω­μεν χρῆσιν τοῦ λο­γι­κοῦ […] ἐγνω­ρί­σα­μεν τὴν ἀξί­αν μας, ἐκα­τα­λά­βα­μεν τὰ δί­καιά μας, ὑψώ­θη­μεν εἰς τὴν ἀλη­θῆ κα­τά­στα­σιν ποὺ ἀπε­φα­σί­σα­μεν νὰ ἀπο­θά­νω­μεν ἤ νὰ ζή­σω­μεν ἐλεύ­θε­ροι καὶ αὐτό­νο­μοι […]. Ἀλ­λά πό­σον δυ­σκο­λώ­τε­ρον εἶναι ἀγα­πη­τοί ἀδελ­φοί, τὸ νὰ φυ­λά­ξω­μεν τὴν ἀνε­ξαρ­τη­σίαν μας! […] χρειά­ζε­ται σχο­λεῖ­ον, δι­δα­σκά­λους, βι­βλί­α, ἐκ τού­των δε πη­γά­ζουν τὰ φῶτα καὶ ἀπο­λαμ­βά­νο­ντες τὰ φῶ­τα ἠμπο­ροῦμεν νὰ εὐδω­κι­μή­σω­μεν, καὶ νὰ δια­τη­ρή­σω­μεν τὴν ἀνε­ξαρ­τη­σί­αν τῆς ἑλ­λη­νι­κῆς ἐπι­κρά­τειας μας…».1

Tα στοι­χεί­α α­κό­μη, που φαί­νε­ται φυ­λά­γο­νται ως κό­ρην ο­φθαλ­μού α­νά τους αιώ­νες, εί­ναι το μο­να­δι­κό βι­βλί­ο, οι σχο­λι­κές ιε­ραρ­χι­κές δια­κρί­σεις και διαι­ρέ­σεις, οι πει­θαρ­χι­κές κυ­ρώ­σεις, η εν σει­ρά και με­τω­πι­κή διά­τα­ξη των θρα­νί­ων, οι με­γά­λοι διά­δρο­μοι, το βά­θρο του δά­σκα­λου-ε­πό­πτη, η πλέ­ον πρό­σφο­ρη για την ε­πο­πτεί­α θέ­ση του γρα­φεί­ου του διευ­θυ­ντή και των δι­δα­σκό­ντων κ.ο.κ. Ποιος μπο­ρεί να ξε­χά­σει τις ά­πει­ρες προ­σπά­θειες που, ό­πως οι πε­ρισ­σό­τε­ροι, θα έ­χει κά­νει για να κρυ­φθεί πί­σω α­πό τον μπρο­στι­νό του, να ευ­θυ­γραμ­μι­στεί με ό­λη του τη σει­ρά, για να χα­θεί α­πό τα μά­τια του δα­σκά­λου, για να μι­λή­σει, να α­ντι­γρά­ψει, να δια­σκε­δά­σει την α­νί­α του, να δώ­σει έ­να μή­νυ­μα α-τα­ξί­ας στους υ­πό­λοι­πους…

Ας ε­πι­μεί­νου­με ό­μως στην σχο­λι­κή αρ­χι­τε­κτο­νι­κή, για­τί και η ε­ξου­σί­α δεν ε­πέ­μει­νε τυ­χαί­α. Και η ε­ξή­γη­ση εί­ναι α­πλή.

Ο σχο­λι­κός χώ­ρος εί­ναι πο­λύ πιο ζω­τι­κός α­πό έ­να α­πλό «φυ­σι­κό κά­δρο», δεν διευ­κο­λύ­νει α­πλά την ε­πι­βο­λή της τά­ξης μέ­σα στο σχο­λεί­ο, αλ­λά τη συ­γκρο­τεί.

Ας δού­με έ­να πα­ρά­δειγ­μα.

Ο βαθ­μός ε­γκλει­σμού σε κά­θε σχο­λεί­ο θα μπο­ρού­σε να υ­πο­λο­γι­στεί λό­γου χά­ρη α­πό το αν εί­ναι υ­ψη­λοί ή χα­μη­λοί οι τοί­χοι που το πε­ρι­βάλ­λουν, α­πό τις συν­θή­κες ο­ρα­τό­τη­τας και ε­πι­τή­ρη­σης των εκ­παι­δευό­με­νων. Αν έ­χει μια ή πε­ρισ­σό­τε­ρες πόρ­τες ή κά­γκε­λα που προσ­διο­ρί­ζουν έ­να «σύ­νο­ρο», λι­γό­τε­ρο ή πε­ρισ­σό­τε­ρο α­ξε­πέ­ρα­στο…

Το «σύ­νο­ρο» ό­μως αυ­τό εί­ναι διαρ­κώς πα­ρόν και οι α­σκή­σεις πει­θαρ­χί­ας ε­κτε­λού­νται ε­ξί­σου και με την ο­ριο­θέ­τη­ση ζω­νών-πε­ριο­χών στο ε­σω­τε­ρι­κό του σχο­λι­κού χώ­ρου, οι ο­ποί­ες ει­σά­γουν και συ­νη­θί­ζουν τους εκ­παι­δευό­με­νους για τις με­τέ­πει­τα κα­τη­γο­ριο­ποι­ή­σεις, δια­κρί­σεις και α­πα­γο­ρεύ­σεις.

Ο ε­γκλει­σμός των παι­διών έ­χει δι­πλό στό­χο: να «προ­φυ­λά­ξει» τα παι­διά α­πό τους κιν­δύ­νους κά­θε ε­ξω­σχο­λι­κής δρα­στη­ριό­τη­τας που κρύ­βει την α­νη­θι­κό­τη­τα και α­φ’ ε­τέ­ρου να προ­φυ­λά­ξει τον υ­πό­λοι­πο κό­σμο α­πό την «α­τα­ξί­α» και την «κα­τα­στρο­φή» που θα προ­έ­κυ­πτε α­πό την «α­πε­λευ­θέ­ρω­ση στους δρό­μους μιας μά­ζας παι­διών». Άλ­λω­στε την ί­δια πε­ρί­ο­δο, δη­λα­δή κα­τά τον 18ο και 19ο αιώ­να, η πρα­κτι­κή του ε­γκλει­σμού γε­νι­κεύ­ε­ται στην Ευ­ρώ­πη για ό­σους α­πο­τε­λούν «κίν­δυ­νο»: οι τρε­λοί στα ά­συ­λα, οι α­σθε­νείς στα νο­σο­κο­μεί­α, οι ε­γκλη­μα­τί­ες στις φυ­λα­κές.

Έ­νας ε­πί­σης χρή­σι­μος μύ­θος για την κυ­ριαρ­χί­α υ­πο­στη­ρί­ζει ό­τι το σχο­λεί­ο α­πλά με­τα­βι­βά­ζει «γνώ­ση». Έ­νας μύ­θος που ε­πι­βε­βαιώ­νε­ται και α­πό μια φτη­νή ε­πί­δει­ξη προ­ο­δευ­τι­κό­τη­τας που «α­ντι­πα­ρα­θέ­τει» ό­τι η «γνώ­ση» αυ­τή εί­ναι λί­γη ή κα­κή.

Η ου­σί­α, ό­μως, εί­ναι ό­τι δεν νο­εί­ται στο σχο­λεί­ο ε­ξου­σί­α δί­χως «γνώ­ση» και «γνώ­ση» δί­χως ε­ξου­σί­α.

Ο δια­χω­ρι­σμός υ­πά­κουων και α­νυ­πά­κουων, η διευ­θέ­τη­ση του σχο­λι­κού χρό­νου, οι ε­ξε­τα­ζό­με­νοι που α­πο­σπώ­νται α­πό τους υ­πό­λοι­πους εκ­παι­δευό­με­νους κα­τά την ε­ξέ­τα­σή τους και την ε­ξα­να­γκα­στι­κή με­τα­κί­νη­σή τους στο ε­δώ­λιο ε­μπρός στον πί­να­κα ή­ταν, εί­ναι και θα εί­ναι α­να­πό­σπα­στο μέ­ρος της εκ­παί­δευ­σης.

————————————-

  1. Νε­ό­φυ­τος Νι­κη­τό­πλος (1795-1846), δά­σκα­λος στην Τρι­πο­λι­τσά, φο­βε­ρός και τρο­με­ρός παι­δο­νό­μος, εί­χε ε­φαρ­μό­σει το 1825 σε σχο­λεί­ο θη­λέ­ων που γί­νο­νταν δε­κτά και μι­κρά α­γό­ρια έ­να σύ­στη­μα που φόρ­τω­νε με χρέ­η και υ­πη­ρε­σί­ες τους μα­θη­τές, λει­τουρ­γώ­ντας ως έ­νας μη­χα­νι­σμός γε­νι­κευ­μέ­νης ε­πι­τή­ρη­σης γρα­νά­ζια του ο­ποί­ου ή­ταν οι ί­διοι οι μα­θη­τές, που συμ­με­τεί­χαν στην ε­πι­βο­λή της σχο­λι­κής ε­ξου­σί­ας, υ­πο­τάσ­σο­ντας τους ε­αυ­τούς τους σ’ αυ­τή… π.χ. κα­θή­κον του «Γε­νι­κού Παι­δο­νό­μου» ή­ταν να φυ­σά την σφυ­ρί­χτρα για να αρ­χί­σει η προ­σευ­χή, ε­νώ χρέ­ος του «Γε­νι­κού Ευ­τα­ξί­α» κά­τι σαν υ­πουρ­γεί­ο Δη­μό­σιας τά­ξης ή­ταν να φρο­ντί­ζει για την κα­θα­ριό­τη­τα του σχο­λεί­ου, ε­νώ φρό­ντι­ζε κά­θε η­μέ­ρα δύ­ο ή τρί­α φρό­νι­μα παι­διά για να τη­ρεί­ται η «ευ­τα­ξί­α», ε­νώ ο «Γε­νι­κός Ε­πι­θε­ω­ρη­τής» και ο «Γε­νι­κός Ε­πι­στά­της» εί­χαν το α­πο­κλει­στι­κό δι­καί­ω­μα να κρε­μούν στο λαι­μό των ε­νό­χων τα «πα­ρά­ση­μα» (σύμ­βο­λα της ποι­νής), αλ­λά μό­νο με την συμ­φω­νί­α των συμ­μα­θη­τών του «ε­νό­χου»…
Δημοσιεύθηκε στην ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ. 65, Οκτώβριος 2007
Both comments and trackbacks are currently closed.