ΑΣΚΗΣΕΙΣ ΕΘΝΙΚΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΛΑΤΡΕΙΑ ΤΗΣ ΠΟΛΥΠΟΛΙΤΙΣΜΙΚΟΤΗΤΑΣ: Η ΚΥΡΙΑΡΧΙΑ ΕΠΕΛΑΥΝΕΙ…

«Οι ειρηνιστές και οικουμενιστές ή «ευρωπαϊστές» έχουν τον δικό τους τρόπο για να παρακάμπτουν τις οδυνηρές πραγματικότητες. Φαντάζονται ότι είναι πιο ρεαλιστές, αφού ξεπέρασαν τους «εθνικούς αταβισμούς» και συμπορεύονται με τη νέα παγκόσμια κατάσταση, όπου τάχα το εμπόριο και ο διάλογος θα αντικαταστήσουν τον πόλεμο. Οι θέσεις, όμως, αυτές διόλου δεν είναι ρεαλιστικότερες από τις πομφόλυγες του εθνικισμού, συνιστούν απλώς την αντίστροφη ιδεολογία, και μάλιστα μιαν ιδεολογία διόλου πρωτότυπη, αφού δεν περιέχει παρά κοινοτοπίες του καπιταλιστικού φιλελευθερισμού διατυπωμένες πριν από 300 χρόνια και διαψευσμένες επανειλημμένα έκτοτε. Όντας ιδεολογία, εκπληρώνουν και τις ψυχολογικές λειτουργίες της ιδεολογίας, δηλαδή επιτρέπουν σε «προοδευτικούς» διανοούμενους ελαφρών βαρών και σε αστείους δημοσιογραφίσκους να αναβαθμίζουν το μικρό τους εγώ εμφανιζόμενοι ως εκπρόσωποι υψηλών ιδεωδών· συνάμα υποθάλπουν σε μικρομεσαίους πολιτικούς την ανακουφιστική ψευδαίσθηση ότι μπορούν να συρρικνώσουν την πολιτική σε διαχείριση και διάλογο, αποτινάζοντας από τους ισχνούς ώμους τους το βάρος έσχατων ιστορικών ευθυνών». (Π. Κονδύλης)

Η αρχική σημασία της λέξης «πατρίδα» σε αρκετές γλώσσες (Heimat, Homeland, Patrie, Patria), αφορούσε αποκλειστικά την αρχική καταγωγή. Η αναφορά στην «πατρίδα», έκφραζε μια θεμελιώδη ανθρώπινη προτίμηση για το οικείο, μια βαθύτερη πίστη στην πατρική γη, στους ισχυρούς δεσμούς μ’ αυτή και σ’ όσα δημιουργήθηκαν σε συνθήκες ελευθερίας από μια φυλή, ένα γένος ή μια κοινότητα ανθρώπων. Ο βίαιος ξεριζωμός, επειδή ακριβώς έτεινε στην καταστροφή της συλλογικής μνήμης, της δημιουργικής παράδοσης σ’ όλες της εκφράσεις, θεωρούνταν –και δικαίως– ότι έτεινε στην καταστροφή των ισχυρών δεσμών μεταξύ των ανθρώπων, που διαβίωναν από κοινού σ’ έναν τόπο.

Εύκολα, λοιπόν, μπορούμε να καταλάβουμε την διαφορά που έφερε η επέκταση της σημασίας της «πατρίδας» από τον πατρογονικό τόπο καταγωγής, σε ένα ευρύτερο τμήμα της περιοχής, ή ακόμα σε μια ολόκληρη χώρα, όπου το «έθνος» θεωρείται ότι ασκεί κυριαρχία ή επιδιώκει να ασκήσει κυριαρχία.

Εδώ ο εθνικισμός έχει σαν αφετηρία ένα αφηρημένο πατριωτισμό, αφού είναι δεδομένη η πλήρης απώλεια των κοινών σχέσεων των, «πρόσωπο με πρόσωπο», καθημερινών επαφών, η καταστροφή των οποίων έρχεται να αντικατασταθεί με την σύνδεση των ανθρώπων με σημαίες, ύμνους και κάθε είδους σύμβολα.

Σύμφωνα με τον Μπένεκτιτ Άντερσον, συγγραφέα του βιβλίου Φαντασιακές Κοινότητες, Στοχασμοί για τις Απαρχές και την Διάδοση του Εθνικισμού, ο αιώνας του Διαφωτισμού, της ορθολογιστικής εκκοσμίκευσης, δεν διέλυσε παντοτινά κάθε είδους σκιά, αλλά έφερε μαζί του το δικό του σκοτάδι, καθώς με την υποχώρηση της θρησκευτικής πίστης, ο πόνος δεν χάθηκε· με την αποσύνθεση του «παραδείσου» το «μοιραίο» έγινε όλο και πιο αυθαίρετο: «Αυτό που επομένως χρειαζόταν ήταν ένας εκκοσμικευμένος μετασχηματισμός του μοιραίου σε συνέχεια, του τυχαίου σε σημασία. Όπως θα δούμε, η ιδέα του έθνους ανταποκρινόταν (ανταποκρίνεται) σ’ αυτόν τον στόχο περισσότερο απ’ οτιδήποτε άλλο. Εάν είναι γενικά παραδεκτό ότι τα εθνικά κράτη αποτελούν φαινόμενο «νέο» και «ιστορικό», τα έθνη στα οποία τα εθνικά κράτη δίνουν πολιτική υπόσταση ξεπροβάλλουν από ένα πανάρχαιο παρελθόν και, ακόμα πιο σημαντικό, κινούνται σ’ ένα απεριόριστο μέλλον. Ο εθνικισμός έχει την μαγική ικανότητα να μετατρέπει το τυχαίο σε πεπρωμένο».

Ο Άντερσον δεν ισχυρίζεται ότι η εμφάνιση του εθνικισμού στα τέλη του 18ου αιώνα είναι προϊόν αποκλειστικά της διάβρωσης των θρησκευτικών βεβαιοτήτων, ούτε ότι ο εθνικισμός ιστορικά αντικαθιστά την θρησκεία, αλλά προτείνει την εξέταση του φαινομένου του εθνικισμού δια της εξετάσεως των δύο πολιτισμικών συστημάτων μέσα από τα οποία ή σε αντιδιαστολή μαζί τους, κατασκευάστηκε: το δυναστικό καθεστώς και οι θρησκευτικές κοινότητες.

Προτού προχωρήσουμε έχει ενδιαφέρον να δούμε ορισμένες πολιτικές αφομοίωσης στις αρχές του 19ου αιώνα που αφορούσαν τους «βάρβαρους», έτσι όπως εκφράζονται δια στόματος ενός φιλελεύθερου Κολομβιανού του Πέδρο Φερμίν ντε Βάργκας.

«Για να αναπτυχθεί η γεωργία μας είναι απαραίτητο να εξισπανίσουμε τους Ινδιάνους μας. Η οκνηρία τους, η ηλιθιότητά τους και η απάθειά τους προς οτιδήποτε έχει σχέση με φυσιολογικές ανθρώπινες επιδιώξεις οδηγούν κάποιον στην σκέψη ότι προέρχονται από μια εκφυλισμένη ράτσα, που ξεπέφτει ολοένα και περισσότερο όσο απομακρύνεται από την αρχή της δημιουργίας της… Θα ήταν ευχής έργο να εξαλειφθούν οι Ινδιάνοι μέσω της επιμειξίας με τους λευκούς, την απαλλαγή τους από τον φόρο υποτέλειας και άλλες επιβαρύνσεις και τέλος μέσω της παροχής έγγειας ιδιοκτησίας».

Εδώ, ο δρόμος της εξάλειψης είναι «πρωτοποριακός», αφού τα μέσα που επιλέγονται δεν είναι ούτε τα μικρόβια, ούτε τα όπλα, ενώ η φυλετική καθαρότητα όχι μόνο δεν αποτελεί τα «ιερά και τα όσια», αλλά αντίθετα είναι η επιμειξία που προτείνεται ως η δέουσα λύση για το «πρόβλημα».

Αλλά, παρ’ όλα αυτά, η ωμότητα του φιλελευθέρου είναι ιδιαιτέρως διδακτική και εδώ, καθώς εισάγει ουσιαστικά έστω και με λανθάνοντα για πολλούς τρόπο στην «νέα» πολύ-πολιτισμικότητα της εποχής μας. Οι «άγριοι» πρέπει να εξαλειφθούν, το «παλιό» να γίνεται αποδεκτό μόνο ως γραφικότητα, το πολύ-πολύ σαν διακοσμητικό στοιχείο, που δίνει την απαραίτητη πολυχρωμία σ’ ένα παγκοσμιοποιημένο ντεκόρ, η ζώσα παράδοση (ό,τι έχει απομείνει απ’ αυτήν) να προβάλλεται σε στιγμιότυπα φολκλορικού τύπου και ο νέος δια-δικτυωμένος άνθρωπος, άοσμος, άχρωμος αδιαπραγμάτευτα κοσμοπολίτης, να βρίσκεται σύμφωνα και με την διαφήμιση του CNN το πρωί στην Μόσχα, το μεσημέρι στη Ν. Υόρκη και το βραδάκι στο Παρίσι.

Και ο εθνικισμός; Πετάχτηκε δια παντός στο καλάθι των αχρήστων; Όχι βέβαια. Όπου οι ανάγκες το απαιτούν όχι μόνο ανασύρεται, αλλά αποτελεί εκ νέου πολλές φορές το κατάλληλο όχημα μετάβασης στην «νέα εποχή». Παράδοξη αντίφαση των καιρών, πισωγύρισμα, αιτία καθυστέρησης; Σε καμμία περίπτωση. Το αντίθετο μάλιστα. Η σύγχυση, άλλωστε, εξασφαλίζει με τον καλύτερο τρόπο την ακινητοποίηση των κυριαρχούμενων. Το ίδιο και οι μύθοι, όσο και αν φαντάζει εύκολο να διαλυθούν.

Τα γεγονότα, όπως έχουμε ξαναγράψει, της διάλυσης της Γιουγκοσλαβίας είναι χαρακτηριστικά. Μήπως δεν διαλύθηκε με τον πλέον περίτρανο τρόπο ο μύθος της διάκρισης του εθνικισμού σε «καλό πατριωτισμό» και «επεκτατικό εθνικισμό»; Ή μήπως διέφερε και πολύ ο αλυτρωτικός εθνικισμός του UCK από τον ολοκληρωτικό εθνικισμό του Μιλόσεβιτς, που επιχειρηματολογούσε υπέρ της υπεράσπισης της (εδαφικής-ιστορικής) πατρίδας; Όσο για τους παγκόσμιους σωτήρες και διαπρύσιους υπερασπιστές της πολύ-πολιτισμικότητας και του ανθρωπισμού, Νατοϊκούς και λοιπούς συγγενείς, διανοούμενους, κοσμοπολίτες – νεόπλουτους και μη, επενδυτές τύπου Σόρος και κάθε τέτοιου είδους καρυδιάς καρύδι, τα επιχειρήματά τους για την επέμβαση του ΝΑΤΟ δεν διέφεραν σε τίποτε πράγματι με εκείνη την δασκάλα, η οποία στην τελική σκηνή της ταινίας «Δαντών» του Αντρέι Βάιντα αναγκάζει τον μαθητή της να απαγγείλει τα δικαιώματα του ανθρώπου με σκληρά, βάναυσα χτυπήματα.

«Δεν είμαι “εθνικιστής” και δεν θα στενοχωριόμουν καθόλου αν με τη συναίνεση όλων καταλύονταν τα εθνικά σύνορα και οι εθνικοί στρατοί. Όμως είναι δύο πολύ διαφορετικά πράγματα η κατάργηση ενός εθνικού κράτους μαζί με όλα τα άλλα και η διάλυση ή ο ακρωτηριασμός του γιατί ένα γειτονικό κράτος είναι ισχυρότερο και επιθετικότερο», υποστήριζε ο Π. Κονδύλης.

Σίγουρα είναι δύο διαφορετικά πράγματα, και σίγουρα η διαπίστωση είναι απλή και καίρια. Και όμως, η κατανόηση ή έστω και η επισήμανση μιας τόσο καίριας διαπίστωσης δεν είναι διόλου δεδομένη, αν και στις περισσότερες περιπτώσεις η σύγχυση καλλιεργείται σκοπίμως και βασίζεται πάλι και πάλι σε ιδεολογικές αγκυλώσεις ιδιαίτερα χρήσιμες στην πολιτική. Εδώ θα πει κάποιος υπάρχουν άνθρωποι που ακόμη και τώρα μετά από έναν αιώνα επικαλούνται την διατύπωση του Μαρξ, ο οποίος στο 1848 καλούσε το προλεταριάτο κάθε χώρας πριν απ’ όλα «να ξεκαθαρίσει τους λογαριασμούς του με τη δική του αστική τάξη» και ας προειδοποιούσε ο Έρικ Χόμπσμπαουμ ήδη από το 1977 ότι «τα μαρξιστικά κινήματα και κράτη τείνουν να γίνουν εθνικά όχι μόνο στη μορφή, αλλά και στην ουσία, που σημαίνει εθνικιστικά. Δεν υπάρχει καμμία ένδειξη ότι η τάση αυτή δεν θα συνεχιστεί». (Eric Hobsbawm, «Some Reflektions on The Break-up of Britain, New Left Review 105).

Υπάρχουν, όμως, μαρξιστές και μαρξιστές.

Η δική μας κομμουνιστική κυβέρνηση διαφέρει. Το καθεστώς Τσίπρα σε μια υποδειγματικά υπεύθυνη μαρξιστική θέση θέτει ως προτεραιότητα την «ευρωατλαντική ολοκλήρωση» στην περιοχή των Βαλκανίων ως «απάντηση» και «αντίβαρο» στον εθνικισμό και τον αλυτρωτισμό μεταξύ άλλων και των «Σκοπίων», ενώ κατηγορείται από το ΚΚΕ ότι ακούει με ιδιαίτερη προσοχή τα «παράπονα» μιας μερίδας της «εθνικής αστικής τάξης», επειδή, λέει, οι κυβερνητικοί χειρισμοί οφείλουν να της εξασφαλίζουν επαρκή ανταλλάγματα.

Όσο για το Κίνημα, εδώ η επιστήμη πραγματικά σηκώνει τα χέρια ψηλά.

Δυστυχώς για μιαν ακόμη φορά η φάρσα βρίσκεται ανησυχητικά κοντά στην τραγωδία. Η δήθεν αντιπαράθεση με τον «εθνικό κορμό» μέσω αντι-συγκέντρωσης στην Θεσσαλονίκη που στην πράξη προστατεύθηκε από τις κατασταλτικές δυνάμεις απέναντι σε ένα εθνικιστικό συλλαλητήριο, που ήταν άκρως ανεπιθύμητο από το καθεστώς Τσίπρα, και άλλο τόσο από την ΝΔ, το Ποτάμι και το Πασοκ, δείχνει περισσότερο το μέγεθος της πλήρους αφομοίωσης στο πολιτικό σκηνικό παρά την ένδεια ανατρεπτικών ιδεών, ανάλυσης ή σχεδίου.

Παρ’ όλα αυτά, κλείνοντας, θα τονίσουμε ότι σε σχετικά «καθυστερημένα» σημεία, όπως ο ελλαδικός χώρος, που βρίσκονται σε μια σχεδόν δεκαετή διαδικασία ιδιαίτερα βίαιης ένταξης στους κυριαρχικούς σχεδιασμούς με πρόσχημα την οικονομική «κρίση», ο κίνδυνος να ξεφύγει το «πράγμα» συνεχίζει να υφίσταται και αυτή τη φορά με αφορμή τα λεγόμενα εθνικά ζητήματα όσο και αν αυτή η διαπίστωση φαίνεται να ενοχλεί, είτε τους περιώνυμους εθνικιστές είτε το αντίπαλο «δέος» των αντιεθνικιστών.

Οι ντόπιοι εξουσιαστές το γνωρίζουν καλά. Παρ’ όλα αυτά μοιάζουν να βιάζονται να τελειώσουν την παρτίδα, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, προσπαθώντας ταυτόχρονα να σταθεροποιήσουν πολιτικά την θέση τους παζαρεύοντας τους νέους συσχετισμούς μεταξύ τους. Σ’ αυτήν ή σε οποιαδήποτε παρόμοια κατάσταση η άμεση ή έμμεση ενίσχυση οποιασδήποτε μερίδας, θα το επαναλάβουμε, ωφελεί το εξουσιαστικό μπλοκ στο σύνολό του όσο και αν προσπαθούν να πείσουν για το αντίθετο διάφοροι επιτήδειοι κινηματίες.

Οι χρήσιμοι ηλίθιοι, άλλωστε, φαίνεται όλο και περισσότερο να λιγοστεύουν. Οι υπόλοιποι έχουν προ καιρού πετάξει τις μάσκες…

Συσπείρωση Αναρχικών

Από την ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ. 179, Φεβρουάριος 2018
Both comments and trackbacks are currently closed.