Η «ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΕΞΑΙΡΕΣΗΣ», ΤΑ ΜΝΗΜΟΝΙΑ ΚΑΙ ΤΑ ΜΟΝΤΕΛΑ ΠΑΓΚΟΣΜΙΑΣ ΔΙΑΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ…

«Αυτό που χρειάζεται να υπογραμμιστεί, ωστόσο, είναι ότι ο διοικητικό-αστυνομικός αυτός έλεγχος δεν είναι, αν και εμφανίζεται ως τέτοιος, μέτρο εξαιρετικού ή προσωρινού και άρα παροδικού χαρακτήρα, όπως πιστεύουν ορισμένοι. Πρόκειται, αντίθετα, για μια κατάσταση που εμφανίζεται, αρχικά μεν, ως εξαιρετική, που δικαιολογεί, βέβαια, τη λήψη μέτρων κατάστασης ανάγκης και εξαιρετικών, αλλά στην ουσία τα μέτρα που επιβάλλονται καθιερώνουν μια «επιτήρηση» ή μια «οικονομική διακυβέρνηση» απεριόριστης διάρκειας https://www.constitutionalism.gr/2319-to-adoxo-telos-tis-metapoliteysis-kai-oi-oroi-anad/ – _edn22 και για ορισμένους ένα είδος «καταναγκαστικής πειθάρχησης» των λαών. Η πλανητική κυριαρχία της «Αυτοκρατορίας» μετατρέπει την παγκόσμια οικονομική κρίση μέσω των διεθνών οργανισμών και των άλλων μηχανισμών ελέγχου και επιτήρησης σε μια διαρκή-μόνιμη κηδεμόνευση ή πειθάρχηση της οικονομικής και κοινωνικής ζωής και τελικά του τρόπου εργασίας και διαβίωσης των λαών και τον ατόμων. Η κρίση γίνεται τελικά η αφορμή και τα εξαιρετικά μέτρα μετατρέπονται από προσωρινά σε διαρκή. Παίρνουν σταδιακά τα χαρακτηριστικά μιας μονιμότητας και μιας κανονικότητας». Αν. Μανιτάκης, συνταγματολόγος

«Κυρίαρχος είναι όποιος αποφασίζει για την κατάσταση έκτακτης ανάγκης». Καρλ Σμιτ, Πολιτική Θεολογία

Η ιστορία του όρου «κατάσταση πλασματικής ή πολιτικής πολιορκίας» ανάγεται στην γαλλική θεωρία και σχετίζεται με το ναπολεόντειο διάταγμα της 24ης Δεκεμβρίου 1811, που προέβλεπε την δυνατότητα επιβολής κατάστασης πολιορκίας, την οποία μπορούσε να κηρύξει ο αυτοκράτορας πέρα και ανεξάρτητα από την πραγματική κατάσταση μιας πόλης, που είτε απειλείται είτε δέχεται ευθέως επίθεση από εχθρικές δυνάμεις.

Ο Giorgio Agamben στο δοκίμιο του Κατάσταση Εξαίρεσης (Stato di ecceziome) παρατηρεί ότι «η κατοπινή ιστορία της κατάστασης πολιορκίας δεν είναι παρά η ιστορία της προοδευτικής αποδέσμευσής της από την εμπόλεμη κατάσταση με την οποία ήταν αρχικά συνδεδεμένη, για να χρησιμοποιηθεί ως έκτακτο μέτρο αστυνόμευσης ενώπιον εσωτερικών ταραχών και εξεγέρσεων και να μετατραπεί έτσι, από πραγματική ή στρατιωτική, σε πλασματική ή πολιτική».

Ο Giorgio Agamben τονίζει, επίσης, ότι δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι σε κάθε περίπτωση η σύγχρονη κατάσταση εξαίρεσης αποτελεί δημιούργημα της δημοκρατικο-επαναστατικής παράδοσης και όχι της απολυταρχικής. Αναφέρεται χαρακτηριστικά μάλιστα στην περίπτωση του ναζιστικού κράτους, όταν την παράδοση της εξουσίας στον Χίτλερ ακολούθησε η έκδοση του Διατάγματος για την προστασία του Λαού και του Κράτους, το οποίο ανέστελλε τα άρθρα του Συντάγματος της Βαϊμάρης. Το διάταγμα αυτό δεν ανακλήθηκε ποτέ με αποτέλεσμα όλο το Γ΄ Ράιχ να μπορεί να θεωρηθεί, από νομικής άποψης, ως μια κατάσταση εξαίρεσης, που διήρκεσε δώδεκα ολόκληρα χρόνια.

Ο Giorgio Agamben συμπεραίνει ότι υπό αυτή την έννοια, ο σύγχρονος ολοκληρωτισμός «μπορεί να οριστεί ως η θέσμιση, μέσω της κατάστασης εξαίρεσης, ενός κατά νόμον εμφυλίου πολέμου, που επιτρέπει τη φυσική εξόντωση, όχι μόνο των πολιτικών αντιπάλων, αλλά και ολόκληρων κατηγοριών πολιτών, που για κάποιο λόγο δίνουν την εντύπωση ότι δεν μπορούν να ενσωματωθούν στο πολιτικό σύστημα».

Ο συγγραφέας του δοκιμίου Κατάσταση Εξαίρεσης καταλήγει ότι «έκτοτε, η σκόπιμη διαμόρφωση μιας διαρκούς κατάστασης εκτάκτου ανάγκης (παρ’ ότι, ενδεχομένως, δεν κηρύσσεται με την τεχνική έννοια του όρου) αναδείχθηκε σε μια από τις βασικότερες πρακτικές των σύγχρονων κρατών, ακόμα και των λεγόμενων δημοκρατικών. Ενώπιον της προϊούσης εξέλιξης εκείνου που ορίστηκε ως “παγκόσμιος εμφύλιος πόλεμος„, η κατάσταση εξαίρεσης τείνει όλο και περισσότερο να παρουσιάζεται ως το κυρίαρχο παράδειγμα διακυβέρνησης στη σύγχρονη πολιτική». Η έκφραση πάντως «παγκόσμιος εμφύλιος πόλεμος» κάνει την εμφάνισή της ήδη από το 1961 τόσο στο βιβλίο της Hanna Arendt Για την επανάσταση όσο και στο Η θεωρία του αντάρτη του Carl Schmitt.

Τα χνάρια αυτού του μετασχηματισμού, που περιγράφεται από τον Agamben, ενός προσωρινού μέτρου σε τεχνική διακυβέρνηση, έχουν ήδη καταγραφεί από τον σουηδό νομικό Herbert Tingsten στο βιβλίο του Les Pleins pouvoirs. L’expansion des pouvoirs gouvernementaux pendant et après la Grande Guerre (1934), [Οι ολοκληρωτικές εξουσίες. Η επέκταση των κυβερνητικών εξουσιών κατά τη διάρκεια και μετά τον Μεγάλο Πόλεμο, 1934] όπου εξετάζει την κατάσταση που προέκυψε σε μια σειρά κρατών –Γαλλία, Ελβετία, Βέλγιο, Ηνωμένες Πολιτείες, Αγγλία, Ιταλία, Αυστρία και Γερμανία– από τη συστηματική διεύρυνση των κυβερνητικών εξουσιών κατά τη διάρκεια του Α′ Παγκοσμίου πολέμου, όταν σε πολλά εμπόλεμα κράτη (ακόμα και η Ελβετία που κράτησε «ουδέτερη» στάση) κηρύχθηκε κατάσταση πολιορκίας ή εκδόθηκαν εξουσιοδοτικοί νόμοι. Μ’ άλλα λόγια στο βιβλίο τού Tingsten ο A’ Παγκόσμιος πόλεμος –και τα χρόνια που ακολούθησαν– περιγράφονται ως το εργαστήριο στο οποίο δοκιμάστηκαν και ρυθμίστηκαν οι μηχανισμοί και τα λειτουργικά συστήματα της κατάστασης εξαίρεσης ως παράδειγμα διακυβέρνησης.

Τα ίδια, ακριβώς, ίχνη ακολούθησε και η έκδοση της Πατριωτικής Νομοθετικής Πράξης, που ψηφίστηκε από την Αμερικανική Γερουσία στις 26 Οκτωβρίου 2001, επιτρέποντας στον Γενικό Εισαγγελέα να «θέτει υπό κράτηση» όποιον αλλοδαπό θεωρούσε απλά «ύποπτο» για ενέργειες που έθεταν σε κίνδυνο «την εθνική ασφάλεια των Ηνωμένων Πολιτειών». Ο «ύποπτος» μέσα σε επτά ημέρες θα έπρεπε είτε να απελαθεί είτε να κατηγορηθεί για παράβαση του νόμου περί μετανάστευσης ή για κάποιο άλλο αδίκημα.

Στις 13 Νοεμβρίου 2001 ο πρόεδρος των ΗΠΑ Τζορτζ Μπους εκδίδει ως αρχηγός των αμερικανικών ένοπλων δυνάμεων στρατιωτική διαταγή σύμφωνα με την οποία νομιμοποιείται η «αόριστη κράτηση» και η παραπομπή σε δίκη από «στρατιωτικές επιτροπές» των μη πολιτών, οι οποίοι θεωρούνται ύποπτοι για συμμετοχή σε τρομοκρατικές ενέργειες. Οι «ύποπτοι» κρατούμενοι, πλέον, δεν θεωρούνται ούτε αιχμάλωτοι ούτε κατηγορούμενοι.

Η «κατάσταση εξαίρεσης» στα πλαίσια της έννομης τάξης του ελλαδικού κράτους ονομάζεται «δίκαιο της έκτακτης ανάγκης» ή απλώς «δίκαιο της ανάγκης» και αποτελεί, θα μπορούσαμε να πούμε, μια πρόδρομη εκδοχή της «κατάσταση εξαίρεσης» η οποία διαμορφώθηκε, όπως περιγράφεται πιο πάνω, από την ευρωπαϊκή και αμερικανική θεωρία και νομολογία μετά τον Α΄ παγκόσμιο πόλεμο.

Αυτήν ακριβώς την κατασκευή επικαλέστηκε το Ελληνικό Δημόσιο στις δίκες που άνοιξαν με αντικείμενο τα Μνημόνια, προκειμένου να αποκρούσει τις αιτιάσεις περί αντισυνταγματικότητας των μνημονιακών νομοθετημάτων. Οι διαχειριστές των κρατικών υποθέσεων από το 2010 μέχρι σήμερα προέβαλλαν την οικονομική «κρίση» ως εξαιρετική περίσταση, που εγκυμονεί άμεσο κίνδυνο για την υπόσταση του κράτους και, χωρίς να προσφύγουν στην συνταγματικά προβλεπόμενη διαδικασία για την κήρυξη της χώρας σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης, επικαλέστηκαν την λεγόμενη συνταγματική παράδοση για να εξασφαλιστεί «η εφαρμογή ρυθμίσεων που αναπτύσσουν σοβαρές συνέπειες όχι μόνον στην απόλαυση των δικαιωμάτων, αλλά και στην λειτουργία του πολιτεύματος».

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον, λοιπόν, έχει η απόφαση 668/2012 του Συμβουλίου της Επικρατείας η οποία μεταξύ άλλων αναφέρει:

«Επειδή, … με τους νόμους 3833 και 3845/2010 ελήφθησαν διάφορα μέτρα, … αφ` ενός μεν για την άμεση αντιμετώπιση της διαπιστωθείσης από το νομοθέτη οξείας δημοσιονομικής κρίσεως, η οποία, κατ` αυτόν, είχε καταστήσει αδύνατη την εξυπηρέτηση των δανειακών αναγκών της χώρας μέσω των διεθνών αγορών και πιθανό το ενδεχόμενο χρεοκοπίας της, και αφ` ετέρου για την εξυγίανση των δημοσίων οικονομικών με τη μείωση του δημοσιονομικού ελλείμματος κατά τρόπο δυνάμενο να διατηρηθεί και μετά την τριετή περίοδο, στην οποία κατ` αρχήν απέβλεπαν τα λαμβανόμενα μέτρα. Ειδικώς δε η λήψη των μέτρων του ν. 3845/2010, …, κρίθηκε αναγκαία από τον νομοθέτη εν όψει του ότι, κατά την εκτίμηση του, τα προγενεστέρως θεσπισθέντα με τις διατάξεις του ν. 3833/2010 μέτρα απεδείχθησαν ανεπαρκή για την αντιμετώπιση της δυσμενούς οικονομικής καταστάσεως της χώρας, με συνέπεια να καταστεί αναγκαία η προσφυγή στον αποφασισθέντα από τα λοιπά, πλην της Ελλάδας, κράτη μέλη της Ευρωζώνης ευρωπαϊκό μηχανισμό στήριξης της ελληνικής οικονομίας. Με τα δεδομένα αυτά, η θεσπισθείσα με τους νόμους 3833/2010 και 3845/2010 περικοπή αποδοχών και επιδομάτων εργαζομένων στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα και συνταξιοδοτικών παροχών αποτελεί τμήμα ενός ευρύτερου, προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής και προωθήσεως διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων της ελληνικής οικονομίας, το οποίο, συνολικώς εφαρμοζόμενο, αποσκοπεί τόσο στην αντιμετώπιση της κατά την εκτίμηση του νομοθέτη άμεσης ανάγκης καλύψεως οικονομικών αναγκών της χώρας όσο και στη βελτίωση της μελλοντικής δημοσιονομικής και οικονομικής της καταστάσεως, δηλαδή στην εξυπηρέτηση σκοπών, που συνιστούν κατ` αρχήν σοβαρούς λόγους δημοσίου συμφέροντος και αποτελούν, ταυτοχρόνως, και σκοπούς κοινού ενδιαφέροντος των κρατών μελών της Ευρωζώνης, εν όψει της καθιερουμένης από τη νομοθεσία της Ευρωπαϊκής Ενώσεως υποχρεώσεως δημοσιονομικής πειθαρχίας και διασφαλίσεως της σταθερότητας της ζώνης του ευρώ στο σύνολο της

Ας προσέξουμε τα κείμενα των τριών «Μνημονίων Συνεννόησης» (Memorandum of Understanding), που υπογράφηκαν με αφορμή τη Δανειακή Σύμβαση Διευκόλυνσης της Ελλάδος με τα κράτη της Ευρωζώνης, καθώς και την ταυτόχρονη «Συμφωνία» μεταξύ Ελληνικής Δημοκρατίας και Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (ΔΝΤ) με την οποία εγκρίθηκε στις 9 Μαΐου 2010 από το ΔΝΤ ο «Διακανονισμός Χρηματοδότησης» της Ελλάδος. Πρόκειται για μια διεθνή συμφωνία, που ενσωματώνει ένα ολοκληρωμένο πρόγραμμα δημοσιονομικής και οικονομικής πολιτικής. Πρόκειται για ιδιότυπες διεθνείς συμφωνίες, ανάμεσα σε κράτη, διεθνείς οργανισμούς, (Ευρωπαϊκή Ένωση και Διεθνές Νομισματικό Ταμείο) ή με χρηματοπιστωτικά ιδρύματα (ΕΚΤ), που εμπλέκονται, με τη ρητή αναφορά που γίνεται στις αγορές, τους πρωτότυπους διεθνείς μηχανισμούς που εγκαθιδρύονται, και εντάσσονται σ’ ένα σύνθετο, πολύπλοκο και εξελισσόμενο παγκοσμιοποιημένο σύστημα διακυβέρνησης.

Σύμφωνα με τον συνταγματολόγο Αντώνη Μανιτάκη η περίπτωση του ελλαδικού κράτους αντιπροσωπεύει ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα του νέου αυτού προτύπου «αυτοκρατορικής» διακυβέρνησης, όπως περιγράφεται και αποτυπώνεται στον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Στήριξης της «ελληνικής» οικονομίας:

«Ο Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Στήριξης συγκροτείται από ένα χρηματοπιστωτικό πλέγμα σχέσεων, που αδράχνει και σφίγγει ασφυκτικά την ελληνική οικονομία. Συμμετέχουν ως μέτοχοι και οικονομικά υποκείμενα οι δανείστριες χώρες της Ευρωζώνης, το ΔΝΤ, η ΕΚΤ και οι «αγορές», μέσω του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου, που εκπροσωπούνταν από τις Τράπεζες και τους κατόχους holders ελληνικών ομολόγων. Ο Μηχανισμός αυτός χρησιμοποίησε για να επιβληθεί όλα τα υπάρχοντα νομικά μέσα και τις νομικές θεωρήσεις του σύγχρονου νομικού πολιτισμού: το θετό δίκαιο, γραπτά κείμενα του εθνικού και διεθνούς δικαίου, (νόμους και διεθνείς συμφωνίες), καθώς και τις αξίες ή τις αρχές του εθνικού ή διεθνούς δικαίου και βέβαια την σύμβαση και την αυτοδέσμευση ή αυτορρύθμιση. Το πολυσύνθετο αυτό σύμπλεγμα χρηματοπιστωτικής ιδιωτικής και δημόσιας εξουσίας μεταχειρίζεται τη συναίνεση και τη συγκατάθεση των κρατών των διεθνών οργανισμών και των χρηματοπιστωτικών holding, ως βασικό εργαλείο νομιμοποίησης των διεθνών αποφάσεων, χωρίς να απορρίπτει βέβαια τη νομιμοποιημένη βία ή τη σκέτη βία όταν χρειαστεί».

Είναι ενδεικτικό ότι με αφορμή την παγκόσμια χρηματοπιστωτική «κρίση» ενισχύθηκαν οι θεσμοί της άτυπης παγκόσμιας διακυβέρνησης, καθώς η συγκρότηση των G20 σε επίπεδο κορυφής ήταν η πρώτη (χρονολογικά) γεωπολιτική συνέπεια της, με τις συναντήσεις να πραγματοποιούνται σχεδόν ανά εξάμηνο τα δύο πρώτα χρόνια της «κρίσης» και μετά –από το 2011– ανά έτος, (Νοέμβριος 2008, Ουάσινγκτων- Απρίλιος 2009, Λονδίνο – Σεπτέμβριος 2009, Πίτσμπουργκ – Ιούνιος 2010, Muskoka (Καναδάς) – Νοέμβριος 2010, Κορέα – 2011, υπό την Γαλλική προεδρία).

Είναι φανερό, λοιπόν, ότι η «κατάσταση ανάγκης ή εξαιρετική κατάσταση» δεν αφορά μια περίοδο προσωρινής αναστολής της νομιμότητας, ούτε αφορά φυσικά μια κατάσταση «ανομίας ή κενής δικαίου» ή έστω «παράφορης παραβίασης του Συντάγματος».

Αυτή ακριβώς η αντιμετώπισή της δεν είναι απλά αποπροσανατολιστική, αλλά ενδυναμώνει κάθε προσπάθεια εξαπάτησης την οποία υποτίθεται αντιπολιτεύεται. Οι τωρινοί διαχειριστές της το γνωρίζουν πολύ καλά και για αυτόν ακριβώς τον λόγο επιμένουν να ψευδολογούν και να προπαγανδίζουν περί του πρόσκαιρου χαρακτήρα της «κρίσης» και της σύντομης απεμπλοκής από τις «μνημονιακές υποχρεώσεις».

Ο χρόνος που προσπαθούν διαρκώς να κερδίσουν εκτός των άλλων αποσκοπεί σ’ αυτήν ακριβώς την εμπέδωση της «εξαιρετικής κατάστασης», την επιβολή της ως «νέα κανονικότητα».

Και δυστυχώς όσο επιτυγχάνουν σ’ αυτόν τον στόχο τους ο βρόγχος ολοένα και θα γίνεται ασφυκτικότερος…

Συσπείρωση Αναρχικών

Από την ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ. 178, Ιανουάριος 2018
Both comments and trackbacks are currently closed.