Η Εκπαίδευση του Μικρού Δέντρου

Συγγραφέας: Φόρεστ Κάρτερ

Μετάφραση: Δημήτρης Μιχαήλ

Έκδοση: ΚΕΔΡΟΣ, 2008

Ο Φόρεστ Κάρτερ, είναι ο συγγραφέας του βιβλίου «Η εκπαίδευση του Μικρού Δέντρου», που αποτελεί αυτοβιογραφική αφήγηση. Με γλαφυρό τρόπο περιγράφει τη ζωή του, όταν πέντε χρονών, ανεβαίνει, [την εποχή της Μεγάλης Κρίσης του 1930], στα ανατολικά βουνά, για να ζήσει με τον παππού και την γιαγιά του, που ήταν Τσεροκί.

Στις σελίδες του βιβλίου παρουσιάζεται η απέχθεια των Τσεροκί για την πολιτική και τους πολιτικούς, και περιγράφεται ο τρόπος ζωής τους που απέκλειε την εκμετάλλευση ανθρώπου από «άνθρωπο», ενώ, αντίθετα, προβάλλεται η τάση να προστατεύουν ο ένας την ελευθερία του άλλου, χωρίς να διεκδικούν αξιώματα.

Ο Κάρτερ, «Το Μικρό Δέντρο», μαθαίνει -μέσα από το παράδειγμα αλλά και τα λόγια των ηλικιωμένων Τσεροκί- να σέβεται και να φροντίζει τη φύση ενώ σιγά σιγά αποκτά τη γνώση να ζει αρμονικά μ’ αυτήν, αποτελώντας μέρος της.

Η απλότητα, η ολιγάρκεια, η άρνηση της άχρηστης υπερβολής, η εναρμόνιση με την ικανοποίηση των αναγκών, η χαρακτηριστική περηφάνια των Ινδιάνων αλλά και η σοφία τους, –που δεν είναι παρά άγγιγμα του αυτονόητου–, που έχει χαθεί στις μέρες μας, σχεδόν ξαφνιάζουν.

«Να παίρνεις μόνο ό,τι χρειάζεσαι. Όταν παίρνεις το ελάφι, να μην παίρνεις το καλύτερο. Να παίρνεις το μικρότερο και το πιο αργό. Έτσι, τα ελάφια θα γίνουν πιο δυνατά και θα σου χαρίζουν πάντα κρέας. Αυτό το ξέρει ο Πα-κο, ο πάνθηρας, και πρέπει να το μάθεις και εσύ».

«Όταν βρίσκεις κάτι που αξίζει, το πρώτο που πρέπει να κάνεις είναι να το μοιράζεσαι με όποιον βρεις.  Έτσι, το καλό εξαπλώνεται και δεν ξέρεις που μπορεί να φτάσει. Και αυτό είναι σωστό».

Στις σελίδες του βιβλίου υπάρχει και η ιστορία των Τσεροκί. Μιλά για τότε, το 1835, που  βρέθηκε χρυσός στα εδάφη της Γεωργίας, που ζούσαν οι Τσεροκί. Η περιοχή ανατολικά του Μισισιπή πουλήθηκε από μια μικρή μειοψηφία και το 1838 οδηγήθηκαν δια της βίας στην Οκλαχόμα. Η πορεία προς την εξορία κράτησε 116 μέρες και μέτρησε 4.000 νεκρούς (περίπου το 1/3 του πληθυσμού)

[…] Οι δύο γέροντες έλεγαν στο Μικρό Δέντρο: «Αν δεν γνωρίζεις το παρελθόν, δεν θα έχεις μέλλον. Αν δεν γνωρίζεις που ήταν ο λαός σου, δε γνωρίζεις και πού πηγαίνεις»

και του εξιστορούσαν:

«…Πώς ήρθαν οι στρατιώτες της κυβέρνησης και τους ζήτησαν να υπογράψουν το χαρτί. Τους είπαν ότι οι νέοι έποικοι θα ήξεραν που να εγκατασταθούν και έτσι δεν θα έπαιρναν τη γη του Τσεροκί. Και, αφού το υπέγραψαν, ήρθαν και άλλοι στρατιώτες με τουφέκια και μακριά μαχαίρια στα τουφέκια τους. Οι στρατιώτες είπαν ότι τα λόγια στο χαρτί είχαν αλλάξει. Τώρα τα λόγια έλεγαν ότι ο Τσεροκί έπρεπε να αφήσει τις κοιλάδες, τα σπίτια και τα βουνά του, […] εκεί που η κυβέρνηση είχε ετοιμάσει μια άλλη γη για τον Τσεροκί, γη που δεν ήθελε ο λευκός.

Πώς ήρθαν οι στρατιώτες της κυβέρνησης και περικύκλωσαν όλη την κοιλάδα με τα όπλα τους και τη νύχτα με τις φωτιές τους. Έβαλαν τους Τσεροκί μέσα στον κύκλο. Έφεραν Τσεροκί και από άλλα βουνά και κοιλάδες, σε κοπάδια, λες κι ήταν αγελάδες, και τους έβαλαν μέσα στον κύκλο.

Αφού γινόταν αυτό για καιρό, όταν πια είχαν φέρει τους περισσότερους Τσεροκί, έφεραν άμαξες και μουλάρια και είπαν στους Τσεροκί ότι μπορούσαν να φύγουν για τη γη του ήλιου που δύει. Στους Τσεροκί δεν είχε απομείνει τίποτα. Μα δεν ήθελαν να φύγουν με τις άμαξες και έτσι έσωσαν κάτι. Δεν μπορούσες να το δεις, να το φορέσεις ή να το φας, μα έσωσαν κάτι. Αρνήθηκαν να φύγουν με τις άμαξες. Έφυγαν περπατώντας.

Οι στρατιώτες της Κυβέρνησης προχωρούσαν με άλογα μπροστά τους, στα πλευρά τους και από πίσω τους. Οι άντρες Τσεροκί περπατούσαν και κοιτούσαν ίσια μπροστά. Δεν κοιτούσαν κάτω, ούτε προς τους στρατιώτες. Οι γυναίκες και τα παιδιά τούς ακολουθούσαν από πίσω και δεν κοιτούσαν τους στρατιώτες.

Πίσω τους, μακριά, οι άδειες άμαξες έτριζαν και κροτάλιζαν, ήταν άχρηστες. Οι άμαξες δεν μπορούσαν να κλέψουν την ψυχή του Τσεροκί. Του έκλεψαν τη γη του, το σπίτι του. Μα ο Τσεροκί δε θα άφηνε τις άμαξες να του κλέψουν την ψυχή.

Καθώς περνούσαν από τα χωριά του λευκού, οι άνθρωποι μαζεύονταν για να τους δουν να περνούν. Στην αρχή γελούσαν με τον χαζό Τσεροκί που περπατούσε ενώ οι άδειες άμαξες έτριζαν πίσω του. Ο Τσεροκί δε γυρνούσε το κεφάλι του για να τους κοιτάξει, και σύντομα τους κόπηκαν τα γέλια.

Καθώς ο Τσεροκί απομακρυνόταν από τα βουνά, άρχισε να πεθαίνει. Η ψυχή του δεν πέθαινε, ούτε γινόταν πιο αδύναμη. Πέθαιναν οι πολύ νέοι, οι πολύ γέροι και οι άρρωστοι.

Στην αρχή οι στρατιώτες τούς άφηναν να σταματούν, για να θάβουν τους νεκρούς τους. Μα πέθαιναν όλο και περισσότεροι – κατά εκατοντάδες, κατά χιλιάδες. Περισσότεροι από το ένα τρίτο θα πέθαιναν στο Μονοπάτι. Οι στρατιώτες είπαν ότι θα μπορούσαν να θάβουν τους νεκρούς μόνο κάθε τρεις μέρες, γιατί οι στρατιώτες βιάζονταν και ήθελαν να τελειώνουν με τον Τσεροκί. Οι στρατιώτες είπαν ότι οι άμαξες θα κουβαλούσαν τους νεκρούς, μα ο Τσεροκί αρνήθηκε να βάλει τους νεκρούς του στις άμαξες. Τους μετέφερε ο ίδιος. Περπατώντας.

Το μικρό αγόρι κουβαλούσε τη νεκρή αδελφούλα του και κοιμόταν δίπλα της τη νύχτα στο χώμα. Τη σήκωνε στα χέρια του το πρωί και συνέχιζε.

Ο σύζυγος κουβαλούσε τη νεκρή γυναίκα του. Ο γιος τη νεκρή μητέρα του, τον νεκρό πατέρα του. Η μητέρα το νεκρό μωρό της. Τα μετέφεραν στα χέρια τους. Και περπατούσαν. Και δε γυρνούσαν το κεφάλι τους για να κοιτάξουν τους στρατιώτες, ούτε τους ανθρώπους που τους παρακολουθούσαν να περνούν κατά μήκος του Μονοπατιού. Κάποιοι από εκείνους έκλαιγαν. Μα ο Τσεροκί δεν έκλαιγε. Δεν έβλεπες δάκρυα στο πρόσωπο του, γιατί ο Τσεροκί δεν τους άφηνε να δουν την ψυχή του· όπως δεν ανέβαινε και στις άμαξες» […].

***

Θα κλείσουμε με κάτι που δεν έχει σχέση με το συγκεκριμένο βιβλίο αλλά με τους Τσεροκί.

Κάποιο βράδυ, ένας παππούς της φυλής των Τσεροκί, έλεγε στον εγγονό του για μια μάχη που γίνεται μέσα μας.

«Γιέ μου, Η μάχη αυτή, γίνεται ανάμεσα σε δυο λύκους. Ο ένας είναι κακός. Είναι θυμός, ζήλεια, θλίψη, λύπη, πλεονεξία, αλαζονεία, αυτολύπηση, ενοχή, μνησικακία, κατωτερότητα, ψευτιά, ψευτο-υπερηφάνεια, υπεροψία και εγώ.

Ο άλλος είναι καλός. Είναι χαρά, ειρήνη, αγάπη, ελπίδα, γαλήνη, ταπεινοφροσύνη, καλοσύνη, φιλανθρωπία, κατανόηση, μεγαλοψυχία, αλήθεια, ευσπλαχνία και πίστη».

Ο εγγονός σκέφτηκε για μερικά λεπτά και μετά ρώτησε τον παππού του. «Και Ποιός λύκος νικάει παππού;»

Και ο γέρο Τσεροκί απλά απάντησε:

«Αυτός που ταΐζουμε… παιδί μου…»

Α. Μ.

Από την ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ. 75, Σεπτέμβριος 2008
Both comments and trackbacks are currently closed.