Ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Χρόνος; (Μέρος 4ο)

Χρόνος και Ιστορία

Η δυτική αντίληψη μέσα στους τελευταίους αιώνες επινόησε τη μεθοδολογία της ιστορίας, δηλαδή τον τρόπο που πρέπει να βλέπουμε τον χρόνο ως εξέλιξη. Ο τρόπος θέασης της ιστορίας μάς έδωσε απλώς διαφορετικούς φακούς στα επιστημονικά γυαλιά που βάζουμε όλοι, άπαξ και περάσουμε το κατώφλι του σχολείου. Η ιστορία μάς επιβάλλει μία ερμηνεία του κόσμου. Η δυτική φιλοσοφία και πολιτική οικονομία προτίμησαν εγελιανούς και μαρξιστικούς φακούς ως επί το πλείστον. Και τα γυαλιά στις περιπτώσεις αυτές συνοδεύονται και από την ιστορική στολή. Φορώντας την, βλέπεις τον εαυτό σου ως ιστορικό άνθρωπο, που «ζει ιστορικές στιγμές».

Έτσι, αφού ο Μαρξ λέει ότι οι μορφές ιδιοκτησίας εξελίχθηκαν με αυτόν ή εκείνο τον τρόπο, είναι αλήθεια, κάτι θα ξέρει ο προφήτης. Αφού υποστηρίζει ότι η πρώτη μορφή ιδιοκτησίας είναι η φυλετική, όπου απλά είναι «μη αναπτυγμένο στάδιο παραγωγής, όπου ένας λαός ζει με το κυνήγι και το ψάρεμα, με την κτηνοτροφία ή στο ανώτερο στάδιο με τη γεωργία» (Γερμανική Ιδεολογία, τόμος 1, σελ. 63), τότε έτσι θα είναι. Μπορεί κανείς να μιλήσει για συνθήκες ελευθερίας, όπου η ιδιοκτησία δεν υπήρχε; Όχι, αφού ο πεφωτισμένος Μαρξ ταξίδεψε με το πολιτικό του ραβδί και τα μεταμόρφωσε όλα σε σχέσεις ιδιοκτησίας, δεν μπορούμε πια να πάμε πουθενά, παρά μόνο στο μέλλον που αργά ή γρήγορα θα γίνει ο παράδεισος του περιούσιου προλεταριάτου. Στη Δευτέρα μαρξιστική εξουσία, κατά τας Γραφάς του Κεφαλαίου.

Επίκαιρο και εφήμερο

Στον ψηφιακό κόσμο, που οι άβαταρ εαυτοί, οι μπλόγκερς και όλοι οι κοινωνικά δικτυωμένοι κυνηγούν την είδηση, το επίκαιρο και αυτό που σήμερα έχει σημασία, όλα μοιάζουν με το 1984 του Όργουελ. Όλοι ξεχνούν τι έγινε χθες, σα να μην έχουν μνήμη, το περασμένο μεταβάλλεται ανάλογα με τα προστάγματα τού σήμερα. Όλοι κυνηγούν αυτό που θα τους φέρει στο επίκεντρο, έστω και για λίγες στιγμές. Ποιά είδηση σήμερα κερδίζει; Πού έχουν όλοι στραμμένη την προσοχή; Να προλάβω να κάνω «like», πριν αλλάξουν πάλι τα πράγματα. Το επίκαιρο γίνεται τόσο εφήμερο, που αν κάτι ανήκει στην προηγούμενη μέρα, είναι πια ξεπερασμένο. Το γούστο, η επιθυμία, το αστείο, το σοβαρό διαρκούν όσο τα «ζητάει ο κόσμος», όσο ακόμη γίνεται ντόρος για αυτά. Η σοβαρότητα ενός γεγονότος εξαρτάται από το πόσοι τρέχουν από πίσω του. Στα εναλλακτικά μέσα ενημέρωσης οι συμμετέχοντες σε μια πορεία κονταροχτυπιούνται για το πόσες χιλιάδες κόσμου ήταν οι συγκεντρωμένοι, ώστε να επικυρώσουν την σοβαρότητα ή τη σπουδαιότητα του συμβάντος. Και αύριο πάλι κάτι άλλο πολύ σπουδαίο θα εμφανιστεί, αφήνοντας πίσω στη σκόνη του χρόνου το προηγούμενο σπουδαίο. Κι αν κάποιος, που θέλει στο μέλλον να μάθει όσα γίνονται σήμερα, κάτσει να τα διαβάσει στο διαδίκτυο, μάλλον θα μπερδευτεί για το τι έγινε τελικά. Η αλήθεια γίνεται κινούμενη άμμος και το δίκιο το παίρνουν οι δικτυωμένοι.

Όλοι παλεύουν για τις εντυπώσεις. Κι αν δεν τις κερδίσουν στο τώρα, που όλα είναι ακόμη ρευστά και ζεματάνε, έχασαν το παιχνίδι. Σε λίγο όλοι θα το ξεχάσουν, θα ασχοληθούν με κάτι καινούριο, δεν έχει σημασία η αποκατάσταση της αλήθειας, η μνήμη ή το άκουσμα μιας διαφορετικής άποψης. Ό,τι ήταν να γίνει έγινε. Όλα ήταν μια α-νόητη στιγμή. Με ένα «undo» νομίζουν ότι μπορούν να αναιρέσουν όσα συνέβησαν. Η ευθύνη έτσι μοιάζει μικρότερη. Όσο, όμως, ακόμη υπάρχουμε με σάρκα, οστά και ψυχή, όσο δεν έχουμε γίνει ακόμη εξ ολοκλήρου άβαταρ, για να επιβιώσουμε, θα υπάρχουν και κάποιοι που νοιάζονται να διατηρήσουν τη μνήμη ενάντια στη λήθη, που εξαπλώνεται σαν επιδημία.

Χρόνος και ηλικία

Ζώντας μέσα στα δεσμά του πολιτισμού, έχουμε φτάσει να θεωρούμε δεδομένο ότι μέσα μας χτυπάει ένα βιολογικό ρολόι, που μοιάζει με βόμβα έτοιμη να μας ανατινάξει, αν δεν κάνουμε όσα μας προστάζει. Έτσι, συνηθίσαμε τις ηλικιακές κατηγοριοποιήσεις, που μας διαχωρίζουν με βάση τις παραγωγικές μας ικανότητες. Αποκτήσαμε ρόλους, που μας φορέθηκαν ως βεβαιότητες. Αν είσαι 15, ζεις συνήθως με μια εγωσφαιρική αντίληψη για τα πράγματα και νιώθεις σαν το κέντρο που όλα περιστρέφονται γύρω του. Αν είσαι 30, βρίσκεσαι στην κορυφή των παραγωγικών σου δυνάμεων, που με την επαγγελματική σου πείρα θα πρέπει να έχεις κατασταλάξει, ώστε να κάνεις αποτελεσματικά τη δουλειά σου, πρέπει να κυνηγάς την επαγγελματική σου άνοδο και κάπου εκεί θα πρέπει να έχεις φροντίσει να είσαι ένας σωστός οικογενειάρχης ή μια καλή μαμά. Αν είσαι 40, θα πρέπει να έχεις ήδη «μεστώσει», δεν μπορείς πια να κάνεις πίσω, βαδίζεις από την ωριμότητα προς την απόσυρση από τις προηγούμενες «χαρές της ζωής» (συνήθως μια ηλίθια σπατάλη ενέργειας, ένα μίγμα κραιπάλης και σκορπίσματος), στα 50 αρχίζεις να γερνάς (ή θα έπρεπε) και στα 60 ετοιμάζεις την απόσυρσή σου. Και από κει και πέρα προσπαθείς να τερματίσεις την πίστα, νιώθοντας αδύναμος, άχρηστος, εν αποστρατεία, αφού δεν μπορείς να είσαι πια «χρήσιμος στην κοινωνία». Και από πάνω δεν πρέπει να ενοχλείς κιόλας και «να επιβαρύνεις το κράτος και τους δικούς σου ανθρώπους»…

Από την άλλη, υπάρχει η απεγνωσμένη μεν, γελοία δε, προσπάθεια να προσποιηθείς ότι αυτά δε συμβαίνουν και δε σε αφορούν και σαν άλλος Χαϊλάντερ προσπαθείς με διάφορες επεμβάσεις να ξεγελάσεις τον καθρέφτη και αυτό το υποτιθέμενο βιολογικό ρολόι. Προσπαθείς να φαίνεσαι «μάχιμος», υπερνικώντας ψεύτικες ανάγκες και εξασφαλίζοντας ψεύτικες διαβεβαιώσεις. Γιατί θέλεις να «κρατιέσαι καλά», να μοιάζεις για 20, ενώ είσαι 50. Και πράγματι, κρατιέσαι σαν εκείνα τα τεράστια χρυσελεφάντινα αγάλματα, τόσο εντυπωσιακά απ’ έξω, αλλά από μέσα μόνο ένας ξύλινος σκελετός και ιλιγγιώδες κενό.

Έχουμε πράγματι ηλικία; Η ζωή μας είναι κάθε στιγμή ένας αριθμός που λειτουργεί σαν ετήσια ταυτότητα; Πρέπει να ζούμε μέσα από μια μαθηματική πράξη, που λέει ότι «αφού είμαι τόσο, άρα κάνω τόσα». Αν δεν ξέραμε πόσων ετών είμαστε, μάλλον θα μεγαλώναμε διαφορετικά. Αυτό δεν είναι δύσκολο να το αντιληφθούμε. Αρκεί να κοιτάξουμε κοινότητες ανθρώπων απελευθερωμένες από τον χρόνο. Έχουν πράγματι ηλικιωμένους ανθρώπους, όπως θα τους λέγαμε εμείς. Δεν έχουν χάσει, όμως, την αξιοπρέπειά τους, ούτε ζητιανεύουν για φάρμακα και συντάξεις. Θα πρέπει, όμως, να νιώθουν πολύ δυστυχείς που μεγάλωσαν χωρίς τηλεόραση και μίξερ. Η ίδια η κυριαρχική λογική που συνηθίσαμε μάς έβαλε σε έναν αγώνα δρόμου, για να είναι ο καθένας απασχολημένος με το προσωπικό του κυνήγι του χρόνου, πέρα από τη συλλογική μάχη με αυτόν. Αν δεν υπήρχε αυτή η αντίληψη, δε θα ήταν σε θέση να μας αποδώσει τους ρόλους που μας ετοίμασε, σα να παίζουμε σε διαφημιστικό τράπεζας.

Ο καθένας μας έχει έναν δικό του εσωτερικό ρυθμό. Ακόμη και ο ρυθμός της αναπνοής μας, ο βιορυθμός του καθένα, οι αντιδράσεις μας είναι μοναδικά. Δεν είμαστε υποχρεωμένοι να τα συγχρονίσουμε σε ένα παγκόσμιο ρολόι, που θα μας λέει πόσες ώρες θα κοιμόμαστε και ποιες, πότε θα αναπαραχθούμε, πότε θα αποσυρθούμε, πότε θα αρρωστήσουμε. Άλλωστε, δεν αντιλαμβάνονται καν όλοι οι λαοί τον χρόνο με τον ίδιο τρόπο. Για παράδειγμα, οι βουδιστές πιστεύουν ότι ο χρόνος είναι μια ψευδαίσθηση, που στην πραγματικότητα παραμένει ακίνητος και αιώνιος. Πιστεύουν ότι το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον είναι μετρήσεις του ιστορικού χρόνου, που για αυτούς είναι μια ανθρώπινη επινόηση χωρίς ιδιαίτερη σημασία.

Ελεύθερος χρόνος;

Αν ο χρόνος είναι μία ψευδαίσθηση, τότε ο ελεύθερος χρόνος είναι το είδωλό της. Η αυταπάτη ότι έχουμε ελεύθερο χρόνο προϋποθέτει ότι έχουμε και δεσμευμένο. Μέσα του πρέπει να στριμωχτούν όλες οι επιθυμίες και οι διαθέσεις μας, που καταπιέζονται μέσα στα προκαθορισμένα πλαίσια της δουλειάς ή του σχολείου ή οποιασδήποτε άλλης υποχρέωσης και καθήκοντος. Έτσι, ο χρόνος όχι μόνο είναι κατακερματισμένος, αλλά και ελεγχόμενος. Η δουλειά είναι αυτή που καθορίζει όχι μόνο τον ρυθμό, αλλά και τον τρόπο ζωής μας, τόσο που μας κάνει αυτό που είμαστε. Άρα, με άλλα λόγια, αυτό που έχει σημασία για την κυριαρχία είναι ότι είμαστε η διάρκεια της δουλειάς μας. Ακόμη και όσα κάνουμε όταν δε δουλεύουμε, καθορίζονται συχνά από την ίδια τη δουλειά μας. Βέβαια, οι μηχανές μάς διευκολύνουν να κάνουμε τις οικιακές δουλειές γρήγορα και εύκολα, ενώ αφιερώνουμε την υπόλοιπη ζωή μας στο να βρούμε χρήματα να τις αγοράσουμε.

Έτσι, μπορούμε να φανταστούμε μια παρέα ανθρώπων γύρω στα πενήντα, από την οποία ο ένας δουλεύει σε εργοστάσιο που φτιάχνει οικιακές ηλεκτρικές συσκευές(καφετιέρες, τοστιέρες, φριτέζες και άλλα συναφή πολύτιμα αντικείμενα) και ένας άλλος σε εργοστάσιο που φτιάχνει το πλαστικό που χρειάζονται για να κατασκευαστούν. Υπάρχει ακόμη αυτός που δουλεύει στο ορυχείο, το οποίο θα βγάλει επίσης τις πρώτες ύλες για να φτιαχτούν όλοι αυτοί οι μηχανικοί υπηρέτες που μας βοηθούν «να γλιτώσουμε χρόνο». Κατάκοποι και κατακερματισμένοι θα επιστρέψουν στο καταφύγιο του «ελεύθερου χρόνου τους», για να φτιάξουν καφέ στην καφετιέρα τους, που με τα χρήματα από την κοπιαστική δουλειά τους απέκτησαν.

Η εστία μας μετατράπηκε στο σπίτι μας, την ιδιοκτησία και την περιουσία μας. Ανάμεσα σε αυτή την ιδιοκτησία και εμάς παρεμβάλλονται ένα σωρό διαμεσολαβήσεις. Μέχρι, λοιπόν, να φτάσω από το ένα μέρος του σπιτιού στο άλλο έχω κάνει ένα πλήθος από ενδιάμεσες περιττές ενέργειες, έχω αναμιχθεί με χίλια δυο εξαρτήματα και περιπλοκότητες, από τα οποία εξαρτώμαι, προκειμένου να ολοκληρώσω τις δουλειές του σπιτιού, για να τις επαναλάβω πάλι την επόμενη μέρα, την επόμενη βδομάδα, τον επόμενο μήνα και χρόνο. Και να τις αντικαταστήσω με άλλες «καλύτερες», που κάνουν περισσότερα, είτε προλάβουν είτε όχι να χαλάσουν. Και πάλι παραγωγή και πάλι κατανάλωση. Ένας ατελείωτος λαβύρινθος που φυλακίζει χρόνο και τόπο. Και ο χρόνος που απομένει, πού αφιερώνεται;

Ούτε σε ελεύθερες δυνατότητες ούτε σε ουσιαστικές και φυσικές σχέσεις. Δεν καταφέρνει να ξεφύγει από το τεχνολογικό πλέγμα, υποτάσσει το ανθρώπινο πνεύμα και τη θέληση για ελευθερία και ζωή. Η ελευθερία δεν είναι πολιτική ελευθερία. Και πώς θα μπορούσε να είναι άλλωστε; Η ελευθερία είναι το κεφαλαιώδες στοιχείο κάθε ύπαρξης, ενώ η πολιτική είναι το κλουβί που μας επιβάλανε για ζωή, είτε αυτό είναι από οξειδωμένο σίδερο είτε από ατόφιο χρυσάφι. Η ελευθερία, λοιπόν, δεν είναι ένας νόμος που σου ορίζει τον χρόνο και τη διάθεση, δεν είναι μια παραχώρηση από καμία εξουσία. Είναι το να απολαμβάνεις τον εαυτό σου (από-λαμβάνω στα αρχαία ελληνικά σημαίνει παίρνω πίσω), χωρίς να τον αφήνεις να ορίζεται από κανένα κρατικό μηχανισμό. Ο ξανακερδισμένος εαυτός αφήνεται στη φυσική μας παρουσία μέσα στις στιγμές που ζούμε. Αν το μέλλον που οραματίζεται η επιστήμη για την ανθρωπότητα είναι ο αστροναύτης με την τεχνητή στολή και τα ακροφύσια παροχής οξυγόνου, δεν έχει καμία πιθανότητα να μας δελεάσει. Ο εφιάλτης του τεχνολογικού ονειρομαντείου είναι εχθρικός απέναντι στην ουσία της ανθρώπινης ζωής και ύπαρξης. Η ανεξούσια ζωή θα ενυπάρχει σε κάθε θρόισμα του αέρα μέσα από τα σφεντάμια, σε κάθε δάκρυ και γέλιο γύρω απ’ τις νυχτερινές αφηγήσεις, σε κάθε ποίημα που θα ξεγλιστράει μέσα απ’ τις λέξεις.

σύντροφοι για την Αναρχική απελευθερωτική δράση

Από την ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ. 125, Φεβρουάριος 2013

Σχετικά βιβλία:
David Ewing Duncan, Καλαντάρι – Η ιστορία του ημερολογίου δια μέσου των αιώνων.
Βελισσαρόπουλος Δημήτρης, Ιστορία της κινέζικης φιλοσοφίας, τόμος Β΄
Peter Galison, Τα ρολόγια του Αϊνστάιν, οι χάρτες του Πουανκαρέ
Γιώργος Γραμματικάκης, Ένας αστρολάβος του Ουρανού και της Γης
Καρλ Λέβιτ, Το νόημα της Ιστορίας
Stephen Hawking, Το χρονικό του χρόνου
Peter Coveney και Roger Highfield, Το βέλος του χρόνου
Douglas Adams, Γυρίζοντας το Γαλαξία με ωτοστόπ

 

Both comments and trackbacks are currently closed.