Ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Χρόνος; (Μέρος 2ο)

Όσο ενοποιείται ο χρόνος, τόσο ενοποιείται και η κυριαρχία. Στα αρχαία χρόνια τα ονόματα των μηνών ήταν όσα και οι πόλεις κατά κάποιον τρόπο. Για παράδειγμα, σε μια αρχαία πόλη-κράτος, τα έτη έπαιρναν το όνομά τους από τους άρχοντες που κυβερνούσαν. Τα ημερολόγια, λοιπόν, ήταν πολλά και διαφορετικά. Οι αυτοκράτορες που θέλησαν να ενοποιήσουν τη μέτρηση του χρόνου το έκαναν θέλοντας να ενοποιήσουν τις αυτοκρατορίες τους και τη ζωή και τις συναλλαγές των υπηκόων τους μέσα σε αυτές. Αυτό βλέπουμε στον Ιούλιο Καίσαρα και στον Κωνσταντίνο, ο οποίος μάλιστα έκανε τα αδύνατα δυνατά για να δημιουργήσει ένα ενιαίο χριστιανικό δόγμα.

Ο Καίσαρας, όταν έφυγε από την Αίγυπτο, πήρε και το αιγυπτιακό ημερολόγιο μεταξύ άλλων. Η Αλεξάνδρεια ως γνωστόν ήταν η Μέκκα της σκέψης εκείνο τον καιρό, καθώς είχε συγκεντρώσει τα μεγαλύτερα πνεύματα της εποχής κάποιους αιώνες πριν. Ένας αστρονόμος που πήρε μαζί του ο Καίσαρας, ο Σωσιγένης, σκέφτηκε να αναμορφώσει το ρωμαϊκό ημερολόγιο. Δεν ήταν μόνο μία αλλαγή στον τρόπο μέτρησης των ημερών, αλλά και ένα σύμβολο ισχύος του νέου δικτάτορα, ήταν ο αυτοκράτορας που μπορούσε να αλλάξει ακόμη και τον χρόνο, γιατί… μπορούσε. Και δεν σκόπευε να το επιβάλει απλώς στους ρωμαίους πολίτες, αλλά στους υπηκόους όλης της αυτοκρατορίας του, που τότε εκτεινόταν από τη Βρετανία μέχρι το σημερινό Ιράκ.

Πριν την αναθεώρηση το ρωμαϊκό ημερολόγιο ήταν σεληνιακό και στο πέρασμα των αιώνων, για να καλύψει τις ανακρίβειές του, έκανε πισωγυρίσματα, επειδή οι ιερείς που το χειρίζονταν αμελούσαν να παρεμβάλουν πρόσθετους μήνες ή είχαν πολιτικούς λόγους να το κάνουν. Αυξάνοντας οι ιερείς τη διάρκεια ενός έτους, μεγάλωναν και τη θητεία του ευνοούμενού τους συγκλητικού ή ύπατου για παράδειγμα, που είχαν συμφέρον να διατηρήσουν. Το πρώιμο αυτό ημερολόγιο ήταν τόσο περίπλοκο, που ήταν δύσχρηστο για τον πολύ κόσμο και είχε μια μεταφυσική διάσταση. Για αυτό άλλωστε ήταν και δουλειά των ιερέων να το διαχειρίζονται. Οι άνθρωποι που έκαναν γεωργικές δουλειές δεν μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν ένα τέτοιο ημερολόγιο, γιατί τους ήταν άχρηστο. Υπήρχε όμως η πολιτική, που το έκανε ένα ισχυρό όργανο επιβολής των θρησκευτικών καθηκόντων, του ημερήσιου προγραμματισμού, της εργασίας και των διοικητικών υπηρεσιών. Στην αρχή το ήλεγχαν οι βασιλιάδες, έπειτα η αριστοκρατική τάξη και τέλος οι ιερείς, που το κρατούσαν σαν επτασφράγιστο μυστικό.

Για να κάνει ο Καίσαρας τις μετατροπές του, χρειάστηκε ένα «έτος σύγχυσης», όπως ονομάστηκε, το οποίο διήρκεσε 445(!) ημέρες και ήταν το 46 π.χ. Ο Καίσαρας ήθελε να κυβερνήσει όχι μόνο τον κόσμο, αλλά και τα άστρα, όπως τον κατηγόρησε ο αντίπαλός του Κικέρων. Το νέο ρωμαϊκό ημερολόγιο βασιζόταν πλέον στην επιστήμη, αλλά κράτησε σχεδόν άθικτο το παλιό, όσον αφορά στις γιορτές και τις επετείους. Για να μην ξεχνούν οι υπήκοοι σε ποιον να υπακούνε… Ένα ακόμη δείγμα εξουσιομανίας είναι ότι ο μήνας Αύγουστος όχι μόνο πήρε το όνομά του από τον ομώνυμο αυτοκράτορα, αλλά και ότι από 30 απέκτησε 31 ημέρες, για να μην υστερεί ο νέος αυτοκρατορικός μήνας απέναντι στον προηγούμενο, τον Ιούλιο (Καίσαρα), που είχε κι αυτός 31 ημέρες.

Πολλοί ακόμη αυτοκράτορες προσπάθησαν να δώσουν το όνομά τους σε μήνες χωρίς επιτυχία, όπως ο Νέρωνας, που βέβαια τα αποτρόπαια εγκλήματά του κάνουν τέτοιες προσπάθειες απλώς ευτράπελες. Το ηλιακό ημερολόγιο του Καίσαρα θέλησε να βάλει τον χρόνο στην καθημερινότητα των υπηκόων του, γιατί ήταν πιο εύχρηστο και προσιτό, αποστρέφοντας πλέον το βλέμμα από τη σελήνη. Επικύρωση της αλλαγής ήταν το δημόσιο ηλιακό ρωμαϊκό ρολόι, που όπως έλεγε, έδειχνε ότι «οι Καίσαρες ένωσαν τη γη με τον ουρανό». Βέβαια οι απλοί άνθρωποι το χρησιμοποιούσαν μόνο όταν είχαν να κάνουν με τις δημόσιες υπηρεσίες, κατά τα άλλα εξακολουθούσαν να χρησιμοποιούν σε μεγάλο βαθμό τα παλιά μέσα μέτρησης του χρόνου με βάση τη σελήνη. Οι αγρότες, οι εργάτες και οι δούλοι, που αποτελούσαν την πλειοψηφία του πληθυσμού, δεν το χρησιμοποιούσαν. Η επιστήμη δεν υπηρετούσε τον άνθρωπο, όπως δεν το έκανε ούτε αργότερα· υπηρετούσε, όπως είναι λογικό, το χέρι που πάντα την ταΐζει.

Όταν ήρθε η σειρά ενός άλλου πολιτικάντη αυτοκράτορα να πάρει την εξουσία της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, αυτός δεν έχασε χρόνο, προκειμένου να ενοποιήσει την κυριαρχία του. Σε αυτό τον βοήθησε τόσο η νέα θρησκεία της εποχής του, όσο και η διαχείριση του χρόνου. Ο Κωνσταντίνος, που σκηνοθέτησε την καλύτερη χολιγουντιανή παραγωγή της εποχής του, με φωτεινούς σταυρούς που μιλάνε και λοιπά και λοιπά, κατάφερε μία πολεμική νίκη στη Μουλβία γέφυρα (του ποταμού Τίβερη), που του έδωσε τη δυνατότητα να κρατήσει στη ζωή την ετοιμοθάνατη αυτοκρατορία που είχε παραλάβει. Όχι γιατί νίκησε μια μάχη, αλλά γιατί το κατάφερε χάρη στη δύναμη του νέου θεού που πλάσαρε και επισημοποίησε, του χριστιανικού. Η καθιέρωση της νέας θρησκείας ήταν μία κοινή πίστη, που θα ευνοούσε μια κοινή πολιτική, για αυτό και εξανάγκασε το παπαδαριό όλων των εκκλησιών να μαζευτεί στη Νίκαια και να καταλήξει ντε και καλά σε ένα ενιαίο δόγμα, ο κόσμος να χαλάσει. Θρονιάστηκε μάλιστα και στη νέα πρωτεύουσα στο Βυζάντιο, για να τον φυσάει ανατολικότερος άνεμος. Έτσι, η επίγεια εξουσία του Καίσαρα έγινε η επουράνια του αυτοκράτορα με τον χρυσό σταυρό.

Ωστόσο, ο Κωνσταντίνος δεν τα έπραξε όλα αυτά, επειδή ήταν καλός χριστιανός. Απεναντίας, είχε κάθε διάθεση να επιλέξει ανάμεσα σε μια μεγάλη γκάμα θρησκειών. Αλλά ο χριστιανισμός ήταν η καλύτερη και πιο στέρεη, γιατί απευθυνόταν σε όλους και συνέβαλε αποτελεσματικά στην ενοποίηση κράτους και θρησκείας –από τότε δεν ξεκόλλησαν μεταξύ τους· αυτή η αγάπη παραμένει αλώβητη ως τώρα. Το νέο σύστημα χρονολόγησης δεν ήταν άσχετο με τη νέα μόδα του χριστιανισμού, που νομιμοποιήθηκε και επιβλήθηκε, ενώ πριν ήταν κυνηγημένος. Ενώ ο Κωνσταντίνος κράτησε το ημερολόγιο του Καίσαρα με τις 365,25 ημέρες και τους 12 μήνες, έκανε σε αυτό τρεις σημαντικές αλλαγές. Όρισε την Κυριακή σαν ιερή μέρα (μια απόφαση που προκάλεσε αντιδράσεις, αφού για τους λεγόμενους εθνικούς και τους εβραίους το Σάββατο ήταν η ιερή μέρα ανάπαυσης), αναγνώρισε επίσημα τις χριστιανικές γιορτές, όπως τα Χριστούγεννα, στις οποίες έδωσε σταθερές ημερομηνίες και εισήγαγε τη γιορτή του Πάσχα, αλλά όχι σε σταθερή ημερομηνία. Προέκυψε έτσι το ζήτημα του ακριβούς προσδιορισμού του Πάσχα, γεγονός με πολιτική σημασία, αφού η κρατική θρησκεία απαιτούσε ομοιόμορφους κανόνες για όλους.

Έτσι, η αυτοκρατορία δεν έλεγχε απλώς τη ζωή και την καθημερινότητα, τις συναλλαγές και τις σχέσεις των υπηκόων, αλλά και τις ψυχές τους όσο ποτέ άλλοτε. Οι χριστιανοί θεολόγοι θεωρούσαν τον χρόνο ιερό και τον εξίσωναν με τον θεό, που θεωρούνταν τέλειος, αιώνιος και χωρίς σημείο έναρξης. Φιλόσοφοι όπως ο Αυγουστίνος και λόγιοι όπως ο Κασσιόδωρος και ο επίσκοπος Βενέδικτος έκαναν τις δικές τους αναζητήσεις. Στο δυτικό μεσαίωνα ο υπολογισμός του χρόνου σχετιζόταν με την αναζήτηση ενός ακριβούς τρόπου να καθορίζονται και να συγχρονίζονται οι καθημερινές δραστηριότητες και προσευχές των μοναχών. Η ακρίβεια τόνωνε τη θέληση και την πίστη, καθώς κρατούσε απασχολημένους τους μοναχούς σε χειρονακτικές δουλειές την ημέρα, για να αφοσιωθούν σε πνευματικά ζητήματα. Οι Βενεδικτίνοι θεωρούσαν την προσήλωση στο ρολόι ένδειξη θρησκευτικής αφοσίωσης1. Μια άλλη παράμετρος του ακριβούς υπολογισμού του χρόνου για τη δυτική εκκλησία ήταν ότι αυτό της προσέδιδε γόητρο. Την εποχή, μάλιστα, που αυτή έκανε προσπάθειες να αποσπαστεί από την ανατολική, η οποία χρησιμοποιούσε τον υπολογισμό του Πάσχα σαν επτασφράγιστο μυστικό. Βρίσκοντας, λοιπόν, μόνη της τον τρόπο υπολογισμού του Πάσχα, θα επιτύγχανε την ανεξαρτησία της.

Πέρα από τις θρησκευτικές και πολιτικές διαμάχες, οι περισσότεροι έμποροι, ναυτικοί και αγρότες είχαν ξαναγυρίσει σε παλιότερες και απλούστερες μεθόδους μέτρησης του χρόνου, πιο πρακτικές. Βασίζονταν στην παρατήρηση των φυσικών φαινομένων και την εναλλαγή των εποχών. Και βέβαια διαφορετικοί λαοί, όπως οι κινέζοι, οι Σάξονες και οι ανατολίτες πιστοί στο Ισλάμ ακολουθούσαν τους δικούς τους ρυθμούς και τον δικό τους τρόπο μέτρησης του χρόνου. Από την άλλη, ένας αυτοκράτορας που αφιέρωσε τη ζωή του σε μάχες, ο Καρλομάγνος όπως καθιερώθηκε να λέγεται, ήταν συλλέκτης ρολογιών και κλεψύδρων, που για αυτόν είχαν περισσότερο αισθητική παρά ουσιαστική αξία. Παρ’ όλο που ήταν ένας αιμοχαρής βασιλιάς και η εποχή του δεν χαρακτηριζόταν από ιδιαίτερη πνευματικότητα, συγκέντρωσε στην αυλή του διάφορους λόγιους και καλλιτέχνες, που τους αντιμετώπιζε μάλλον σαν μέρος της συλλογής του. Σε αυτά τα χρόνια εξάλλου και οι μοναχοί είναι και οφείλουν να είναι απλοί αντιγραφείς, χωρίς να δίνουν σημασία στο περιεχόμενο όσων αντιγράφουν. Τα πνευματικά επιτεύγματα του παρελθόντος αντιμετωπίζονται ως επί το πλείστον ως εντυπωσιακά στολίδια, όπως τα ρολόγια.

Την εποχή αυτή ο πάπας δήλωσε την αφοσίωσή του στον Καρλομάγνο, ζητώντας του να γίνει ο αυτοκράτορας της «αγίας» ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, με αντάλλαγμα να επιβάλλει την αυθεντία του παπισμού στους εξουσιαζόμενους της δυτικής Ευρώπης. Εκείνα τα χρόνια, που ακόμη και ο αυτοκράτορας έβλεπε τα ρολόγια ως διακοσμητικά αντικείμενα, ελάχιστοι χρειάζονταν ένα ημερολόγιο. Οι περισσότεροι στρέφονταν πάλι στη φύση, για να καθορίσουν τον χρόνο, που πέφτει από τον ουρανό στη γη. Οι κύκλοι της γης είναι αυτοί που δείχνουν τις εναλλαγές των εποχών, στις οποίες οι άνθρωποι αγωνίζονται για την επιβίωση, γεννούν και πεθαίνουν. Κάθε περιοχή έχει τον τοπικό της άγιο, που είναι κάτι σαν τοπικός ήρωας και ρυθμίζει με βάση τις γιορτές την καθημερινότητά τους. Οι άγιοι δίνουν τα ονόματα στους μήνες και τη βαρύτητα στις μέρες. Τα ημερολόγια του δυτικού μεσαίωνα είναι τα μαρτυρολόγια, που παρουσιάζουν την ημερομηνία και τον τρόπο μαρτυρίου κάθε αγίου. Οι απλοί άνθρωποι κορόιδευαν όσους προσπαθούσαν να κάνουν ακριβείς μετρήσεις του χρόνου. Εκείνοι ενδιαφέρονταν μόνο να κάνουν προβλέψεις για το μέλλον και έβγαζαν διάφορες θεωρίες για το τέλος του κόσμου.

Ενώ, όμως, οι περισσότεροι άνθρωποι αδιαφορούσαν για τον χρόνο, αυτός εισέβαλε στη ζωή τους με μία άλλη εφεύρεση, που ήταν απόλυτα συνυφασμένη με τη λατρευτή τους θρησκεία. Η εφεύρεση αυτή ήταν η καμπάνα (Glocka στα γερμανικά, που έφερε και τη λέξη clock), που σύμφωνα με τον θρύλο εμφανίστηκε τον 5ο ή τον 7ο αιώνα ν.χ. Σήμαινε με ακρίβεια την ώρα και πιθανόν αρχικά να χρησιμοποιούνταν από τα μοναστήρια. Ήταν τα πρώτα «μηχανικά» ρολόγια που ρύθμιζαν την καθημερινότητα στην Ευρώπη, ακολουθώντας τις κλεψύδρες ή τα ηλιακά ρολόγια. Έδιναν το παράγγελμα για το πότε θα άρχιζε ή θα τελείωνε η δουλειά, πότε θα τελούνταν η χριστιανική λειτουργία, δίνοντας μία νέα αξία στην ακρίβεια.

σύντροφοι για την Αναρχική απελευθερωτική δράση

Από την ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ. 124, Ιανουάριος 2013
  1. 1. Μία μικρή, αλλά ενδιαφέρουσα λεπτομέρεια είναι ότι η λέξη σιέστα προέρχεται από τη μία ώρα ανάπαυσης που είχαν στη διάθεσή τους οι μοναχοί. Ήταν η έκτη ώρα (sexta hora) μετά το μεσημβρινό τους γεύμα.
Both comments and trackbacks are currently closed.