Ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Χρόνος; (Μέρος 1ο)

«Στην άμμο τα έργα στήνονται μεγάλων ανθρώπων

και σαν παιδάκι τα γκρεμίζει ο Χρόνος με το πόδι»,

Κώστας Καρυωτακης, «Φθορά»

Ήταν πάντοτε ο χρόνος αυτό που έχουμε σήμερα στο μυαλό μας για αυτόν; Θα μπορούσε κάποιος να αναρωτηθεί. Στις πρώιμες φάσεις της ανθρώπινης παρουσίας στη γη η μέρα και η νύχτα ήταν ευδιάκριτες με την αίσθηση. Η νύχτα είχε σκοτάδι που εμπόδιζε να συνεχιστούν οι δραστηριότητες της ημέρας. Η νύχτα σήμαινε μια παύση από τη μέρα, ήταν ένα φυσικό όριο. Σήμαινε ακόμη ότι κάτι τελείωνε, αλλά και κάτι διαφορετικό ξεκινούσε. Ο ουρανός γινόταν καινούριος, μια κινούμενη εικόνα, μια αφήγηση. Οι αστερισμοί εναλλάσσονταν ανάλογα με τις εποχές και έπλαθαν μία νέα ιστορία. Η παρατήρηση που έφερνε τη γνώση δεν αντικρουόταν με τη μυθολογία. Για αυτό και πολλοί αστερισμοί πήραν ονόματα μυθολογικών προσώπων. Ο χρόνος έτσι είχε έναν αέρα δημιουργίας που δεν ασφυκτιούσε ανάμεσα στα δευτερόλεπτα. Η συνήθεια είχε μεγαλύτερη ραστώνη. Πολλές φορές σήμερα η νύχτα, όταν δεν είναι παράταση της μέρας, είναι ώρες αϋπνίας, άγχους, κατακερματισμένες ώρες μοναξιάς. Όταν δεν είναι διασκορπισμός του χρόνου μέσω της διασκέδασης1, είναι απομόνωση και χαμένος χρόνος, που πρέπει να περάσει, για να ’ρθει η παραγωγική μέρα. Λίγες και σπάνιες οι φορές που η νύχτα είναι απόλαυση και δημιουργία, όταν μια εξουσία έχει σχεδιάσει το πρόγραμμα για σένα.

Ο άνθρωπος υπέταξε το σκοτάδι στο φως, πλημμύρισε τη νύχτα με τις δραστηριότητες της μέρας. Ένιωσε ο παντοδύναμος που «έκανε τη νύχτα μέρα». Υπέταξε τον χρόνο στους σκοπούς του και απέκτησε την ψευδαίσθηση ότι μπορεί να καταφέρει τα πάντα. Ιδιαίτερα στους τελευταίους αιώνες της ζωής του δυτικού κόσμου οι ρυθμοί έχουν επιταχυνθεί τόσο, όσο ποτέ άλλοτε. Είναι όμως και η μόνη φορά που ο χρόνος υπολογίζεται και λαμβάνεται σοβαρά υπόψη ως τρόπος υπολογισμού του κέρδους και του χρήματος. Ως τη μηχανοποίηση της ζωής, ο χρόνος ήταν κάτι αρκετά αόριστο και αρκετά φιλοσοφικό ως ζήτημα. Πολύ συχνά ήταν κάτι μάλλον αδιάφορο, ίσως και έλλειψη καλαισθησίας και προσβολή της απόλαυσης.

Η επινόηση του χρόνου

«Η ακρίβεια είναι υπεξαίρεση του χρόνου»,

Όσκαρ Ουάιλντ, «Το πορτραίτο του Ντόριαν Γκρέυ»

Στη φυσική του κατάσταση ο άνθρωπος βλέπει τη μέρα και τη νύχτα σαν μια αδιατάραχτη ενότητα διαφορετικών χρωματισμών. Το ταξίδι του φωτός μεταβάλλει τον κόσμο γύρω του. Η επινόηση της μέτρησης του χρόνου δεν υπάρχει χωρίς τον πολιτισμό. Έτσι, αυτό το ζωηρό και ανέμελο παιδί, έγινε ο κυρίαρχος των πάντων που αναρριχήθηκε σε σάρκινους θρόνους με τον πολιτισμό αυλοκόλακα και στυλοβάτη του. Η εφεύρεση του χρόνου έγινε για να οριστεί καλύτερα η διάρκεια της δουλειάς και η τέλεση των θρησκευτικών καθηκόντων. Έπαψε, λοιπόν, να είναι φως και σκοτάδι, άνοιξη, καλοκαίρι, φθινόπωρο και χειμώνας, έγινε ακρίβεια. Απέκτησε υλική αξία που κάποιος αγοράζει και πουλάει. Έγινε πολύτιμος, αφού όρισε κάθε φάση της ανθρώπινης ζωής και έφτασε να απονέμει ρόλους με βάση την ανθρώπινη ηλικία. Από την άλλη, ο άνθρωπος βρήκε τρόπους να μοιάζει νέος και όταν γερνάει, να προσποιείται ότι δεν ενδιαφέρεται για το πέρασμα του χρόνου. Και ενώ μοιάζει να τον υπέταξε, υποτάχτηκε σε αυτόν, έγινε σκλάβος του.

Γίνεται συχνά συζήτηση για το αν η αναρχία είναι ουτοπία. Αφού η ουτοπία σημαίνει ου τόπος, δηλαδή κάτι μη πραγματοποιήσιμο που δεν έχει τόπο να υπάρξει, γίνεται ξεκάθαρο ότι η αναρχία δεν είναι ουτοπία, δεν είναι ένας κόσμος φτιαγμένος στη φαντασία μερικών ιδεαλιστών ονειροπόλων. Η αναρχία είχε και έχει τόπο πάντοτε στη φυσική κατάσταση των ανθρώπων, όταν δεν παρεμβάλλονται το κράτος και οι εξουσιαστικοί μηχανισμοί στη ζωή τους. Ο πολιτισμός έγινε το άλλοθι αυτών που με δόλο ή άθελά τους βάφτισαν την αναρχία ουτοπία.

Μία άλλη διάσταση της αναρχικής κοινότητας είναι η αχρονία της. Για μας η αναρχική κοινότητα έχει ήδη υπάρξει και πήρε μορφή όχι μόνο σε μικρή έκταση, αλλά και πέρα από την αίσθηση του χρόνου και των δεσμών του. Σε μια αναρχική κοινότητα δεν μπορεί κανείς να φανταστεί ανθρώπους που τρέχουν πίσω από ένα ρολόι, κυνηγώντας τον χρόνο, σαν απελπισμένοι εραστές. Προφανώς, η απελευθέρωση της ανθρώπινης ζωής θα έρθει πέρα από τον τεμαχισμό και την αγοροπωλησία των στιγμών μας. Θα είναι απελευθέρωση και από τη φυλακή που έχτισαν τα ρολόγια γύρω μας.

Ακόμα και οι πλέον ψυχροί αστροφυσικοί, μέσα από δαιδαλώδη και πολυσχιδή επιχειρήματα, καταλήγουν ότι ο χρόνος είναι η επισφαλής σχέση σώματος-βαρύτητας και όχι τα δεσμά της ακρίβειας που η κυριαρχία μας έχει επιβάλει. Μας λένε πως σε υποατομικό επίπεδο ο χρόνος είναι ανύπαρκτος. Ισχυρίζονται ότι η ολότητα της ύπαρξης είναι ουσιαστικά ένας «ενεργειακός χυλός» (sic), αλλού πυκνότερος και αλλού αραιότερος και ότι τα πάντα είναι φτιαγμένα από την ίδια δομή. Αυτό που αλλάζει είναι ο τόνος που πάλλονται οι «ενεργειακές χορδές» – η υποδιαίρεση των quark, τα οποία συνθέτουν τα άτομα ενός μορίου ύλης. Οι ιδέες μας είναι αθάνατες γιατί ως ηλεκτρομαγνητικά κύματα δεν διαθέτουν μετρήσιμη μάζα και έτσι βγάζουν προκλητικά την γλώσσα στην βαρύτητα άρα και στον χρόνο. Με λίγα λόγια όλη η ύπαρξη είναι κάτι ενιαίο και εμείς, το γένος των ανθρώπων, αναπόσπαστο κομμάτι της. Τι τρομερή ανακάλυψη! Που να σκεφτούν τέτοια ευφυολογήματα οι «άγριοι» Νεσκάπι2 και οι «πρωτόγονοι» Στόνεϊ3; Επειδή θεωρούσαν τη Γη μητέρα τους και τα ζώα της άγριας φύσης αδέρφια τους; Τι ξέρουν αυτοί από πειράματα, πειραματόζωα και δοκιμαστικούς σωλήνες; Αυτοί δεν έκοβαν ποτέ δέντρα, διότι τα θεωρούσαν εξίσου ζωντανά με τον εαυτό τους και μάλιστα ήταν βέβαιοι πως αν τα άκουγες το απόβραδο προσεκτικά, σου ψιθύριζαν μαγικές ιστορίες. Μα τι μαγκανίες και οπισθοδρομισμοί! Η θεά τεχνολογία γνωρίζει καλύτερα, αφού πρώτα με τα άγια των αγίων της μας χαρίζει την καταστροφή της φύσης και της ανθρωπινότητας.

Έρχεται τώρα η επιστήμη να μας «διαφωτίσει» για ζητήματα που ο ελεύθερος άνθρωπος είχε κάνει τρόπο ζωής μέσα από την άχρονη καθημερινότητα της άναρχης κοινοτικής συμβίωσης. Η κβαντομηχανική έρχεται να «αποδείξει» όλα αυτά που ο άνθρωπος όσο ζει ελεύθερος, έξω από το κράτος και τον πολιτισμό, τα γνωρίζει με την ίδια του την ύπαρξη, με την ίδια του τη ζωή, χωρίς να είναι παρατηρητής του εαυτού του, βιώνοντας όσα πράττει. Οι άνθρωποι που έχουν ζήσει οργανωμένοι σε ελεύθερες φυλές κατάλαβαν πως τα συναισθήματά τους, οι σκέψεις τους, οι ιστορίες τους γύρω από τη φωτιά δεν ήταν θνητές, αλλά άχρονες. Γίνονταν ένα με την καθαρή ύπαρξη.

Τα ομηρικά έπη, οι σάγκες και έντες των αρχαίων σκανδιναβών, οι ιστορίες των μογγόλων, η ινδική μαχαντμπαράτα4 αριθμούσαν χιλιάδες στίχους. Ήταν προφορικές αφηγήσεις (πριν καταγραφούν) για αιώνες και χρειάζονταν πολύ χρόνο, για να ζωντανέψουν μέσα από τα λόγια του αφηγητή. Για να υπάρξουν, χρειάζονταν όχι μόνο αυτοί που θα τις διηγηθούν, αλλά και αυτοί που θα τις ακούσουν. Αυτή η διαδικασία απαιτούσε χρόνο, αφοσίωση και προσήλωση σε έναν κοινό σκοπό. Στα παραμύθια εξάλλου ο χρόνος μένει αόριστος σαν ένα θολό πέπλο («μια φορά και έναν καιρό…»).

Τα πολλά ονόματα του χρόνου

Στις εποχές που η μέρα ήταν μέρα και η νύχτα νύχτα οι άνθρωποι μετρούσαν τον χρόνο με βάση τη σελήνη5. Ο άνθρωπος της λεγόμενης παλαιολιθικής εποχής στρεφόταν στο φωτεινό πιάτο του νυχτερινού ουρανού, για να ορίσει τη ζωή του, τις μετακινήσεις του, τον προσανατολισμό του και τις μετακινήσεις των ζώων που ήθελε να κυνηγήσει. Ο ουράνιος δίσκος μίκραινε και μεγάλωνε. Παρατηρώντας τις φάσεις της Σελήνης και του ουρανού μπορούσε να κάνει προβλέψεις για την πανσέληνο και να μετακινηθεί, ακολουθώντας τα κοπάδια. Μάλιστα, έχουν βρεθεί στην Ευρώπη και την Αφρική του 11.000 π.χ. «ημερολόγια», που ήταν χαράγματα πάνω σε οστά αετού. Αυτή τη βαθιά σχέση της Σελήνης με τη μέτρηση δεν την έχουμε αποβάλει ούτε και σήμερα, που χρησιμοποιούμε λέξεις όπως meter, measure, menstrual, month, men, οι οποίες προέρχονται από τη λέξη moon.

Όσο εξελισσόταν ο πολιτισμός, τόσο οι μετρήσεις του χρόνου σταθεροποιούνταν. Πολλοί αρχαίοι λαοί, όπως οι κινέζοι και οι έλληνες, αρχικά μετρούσαν με βάση τη Σελήνη, για να οργανώσουν τη ζωή και τις τελετουργίες τους. Οι μετρήσεις τους, όμως, είχαν σοβαρές αποκλίσεις με το πέρασμα των χρόνων και οι εποχές άλλαζαν ημερομηνίες. Καθώς ο πολιτισμός εισχωρούσε όλο και περισσότερο στην ανθρώπινη ζωή, κατασκευάζονταν κτίρια, το εμπόριο και οι θρησκευτικές τελετές σταθεροποιούνταν, οι επιστήμονες και οι ιερείς αναζητούσαν απεγνωσμένα λύσεις χωρίς αποτέλεσμα. Σταδιακά στρέφονταν στο ηλιακό ημερολόγιο, όπως έκαναν οι Βαβυλώνιοι, που χρησιμοποίησαν ένα μίγμα σεληνιακού και ηλιακού ημερολογίου. Λαοί όπως οι έλληνες, οι εβραίοι και οι κινέζοι πρόσθεταν μήνες στα σεληνιακά τους ημερολόγια. Οι αιγύπτιοι ήταν ο πρώτος αρχαίος πολιτισμός που στράφηκε στον ήλιο για τον υπολογισμό του χρόνου. Χρησιμοποίησαν, επίσης, τις σκιές των πυραμίδων, για να μετρούν τις ισημερίες. Για τους αιγύπτιους ο χρόνος έγινε ιερός.

Ο άλλος αρχαίος πολιτισμός που από νωρίς στράφηκε στο ηλιακό ημερολόγιο ήταν οι Μάγιας, οι οποίοι μάλιστα είχαν τρία είδη ημερολογίου. Το ένα ήταν το χάαμπ, ένα σύστημα με 365 ημέρες, 18 μήνες των 20 ημερών, στο οποίο πρόσθεταν 5 ημέρες, οι οποίες θεωρούνταν αποφράδες και σε αυτές δεν έκαναν τίποτε. Το άλλο ήταν το τσόλκιν ή «ιερός κύκλος» 260 ημερών, με βάση τον οποίο έκαναν τις σοδειές, τις τελετουργίες και τους πολέμους τους. Συνδυάστηκε με ένα περίπλοκο κύκλο 52 ετών, που λέγεται ημερολογιακός κύκλος, στο τέλος του οποίου ανησυχούσαν μήπως δεν ξαναβγεί ο ήλιος. Το τρίτο ημερολόγιο ήταν το τουν, ένα σύστημα υπολογισμού μακρών χρονικών περιόδων και αντιστοιχούσε σε έναν μεγάλο κύκλο. Το τέλος ενός μεγάλου κύκλου ήταν και η 23η Δεκεμβρίου 2012. Παλιότερα οι ερευνητές θεωρούσαν ότι οι Μάγιας έφτιαξαν το ηλιακό τους ημερολόγιο γιατί λάτρευαν τον χρόνο. Η αποκρυπτογράφηση, όμως, των κειμένων τους έδειξε ότι στην πραγματικότητα ο χρόνος νομιμοποιούσε την εξουσία των βασιλιάδων, για αυτό και χρειαζόταν η ακρίβεια. Οι ιεροτελεστίες των Μάγιας και άλλων πολιτισμών της Λατινικής Αμερικής απαιτούσαν μεγάλη χρονική ακρίβεια, ακόμη και σε λεπτά. Αυτό το βλέπουμε στις ανατριχιαστικές τελετουργικές θυσίες των Αζτέκων.

Στους πιο «προηγμένους» πολιτισμούς, όπου η εξουσία είχε καθιερωθεί και η επίσημη κρατική θρησκεία είχε τον απόλυτο έλεγχο (Αιγύπτιοι, Μάγιας, Ίνκας, Αζτέκοι και άλλοι), το ημερολόγιο ήταν ηλιακό και είχε υψηλή ακρίβεια, κάποιες φορές όση και τα σημερινά ημερολόγια. Αυτοί, λοιπόν, που με ακρίβεια όριζαν τον χρόνο, οι ιερείς και οι βασιλιάδες, ήξεραν και να τον χρησιμοποιούν προς όφελός τους, καθώς αυτός νομιμοποιούσε τις πράξεις τους και παρέτεινε τη θητεία τους στην εξουσία. Αποκορύφωμα του εξουσιαστικού χρόνου ήταν ο λεγόμενος «πόλεμος των λουλουδιών», ένας προμελετημένος και καθιερωμένος πόλεμος, που έκαναν οι Αζτέκοι με τους γείτονές τους. Οι αιχμάλωτοι αυτής της απάνθρωπης μέρας ήταν προγραμματισμένο να θανατωθούν σε τελετουργικές θυσίες. Οι ίδιοι οι αιχμάλωτοι πίστευαν ότι αυτή ήταν μεγάλη τιμή ή αναπόφευκτη μοίρα. Οι περισσότεροι οδηγούνταν στο θυσιαστήριο, για να τους ξεριζώσουν την καρδιά ναρκωμένοι, για να μη φαίνεται ότι πονάνε. Πίστευαν πως χωρίς αυτές τις θυσίες ο ήλιος δε θα έβγαινε ξανά. Οι εξουσιαστές, με άλλα λόγια, αρέσκονται στο να τεμαχίζουν τη μέρα και μαζί με αυτήν το ανθρώπινο σώμα και πνεύμα.

Οι άνθρωποι των ελεύθερων κοινοτήτων έβλεπαν στον ουρανό την εναλλαγή των καιρικών φαινομένων και τις μεταβολές της θερμοκρασίας και της φύσης, δηλαδή τις εποχές. Για αιώνες οι άνθρωποι που προσπαθούσαν να επιβιώσουν στηριζόμενοι στη φύση δεν ενδιαφέρονταν για τα ημερολόγια που ήθελαν να επιβάλλουν οι άρχοντες, όσο ακριβή και επιστημονικά κι αν ήταν. Δεν τα χρειάζονταν. Όταν εφευρέθηκαν και καθιερώθηκαν οι ώρες, οι ημέρες και τα έτη, ο χρόνος δεν ήταν απλή εναλλαγή στιγμών, αλλά μία ακριβής διάρκεια, που επέβαλε την έναρξη και το τελείωμα της δουλειάς στον πολιτισμένο κόσμο. Είναι ενδεικτικό ότι στις συζητήσεις πολλών ινδιάνικων φυλών, αν ξεκινούσε κάποιος να μιλάει, δεν τον διέκοπτε κανείς6. Δεν είχαν το άγχος, μήπως χάσουν τον χρόνο τους, γιατί αυτό που είχε σημασία για αυτούς δεν ήταν ο χρόνος, αλλά η αξία της ελεύθερης έκφρασης και επικοινωνίας μέσα από τον λόγο. Μία συζήτηση μπορούσε να κρατάει για μέρες. Αυτό οι ιεραπόστολοι το εκμεταλλεύτηκαν κατόπιν, για να τους προσηλυτίσουν. Βέβαια, όπου δεν έπιπτε λόγος, έπιπτε ράβδος…

σύντροφοι για την Αναρχική απελευθερωτική δράση

Από την ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ. 124, Ιανουάριος 2013
  1. Το διασκεδάζω άλλωστε προέρχεται από το (δια-)σκεδάννυμι ή σκεδαννύω που στα αρχαία ελληνικά σημαίνει σκορπίζω, διασπείρω.
  2. Φυλή Ινδιάνων κυνηγών της Β. Αμερικής. Κάθε φορά που σκότωναν ένα ζώο, εκτός από το ότι χρησιμοποιούσαν κάθε μέρος του για διατροφή, ένδυση και κατασκευή εργαλείων τελούσαν και ένα είδος νεκρικής τελετής. Σε αυτήν ζητούσαν συγχώρεση απ’ το πνεύμα του νεκρού ζώου που, όπως πίστευαν, γινόταν μέρος της αθάνατης ύπαρξης. Του εξηγούσαν γιατί του αφαίρεσαν την ζωή και το ευχαριστούσαν που ο θάνατος του θα πρόσφερε την ζωή στους ανθρώπους της φυλής τους.
  3. Ο Τατάνγκα Μάνι (Περιπλανώμενος Βούβαλος) μέλος της φυλής Στόνεϊ έλεγε χαρακτηριστικά: «Ξέρετε ότι τα δέντρα μιλούν; Μιλούν μεταξύ τους, μιλούν αν μπορείς να τα ακούσεις. Οι λευκοί όμως δεν ακούν. Δεν έμαθαν ποτέ να ακούν τους Ινδιάνους, γι’ αυτό πιστεύω πως δεν ακούν και τις υπόλοιπες φωνές της φύσης. Αλλά εγώ έχω μάθει πολλά απ’ τα δέντρα, άλλοτε για τον καιρό, άλλοτε για τα ζώα και άλλοτε για το μεγάλο πνεύμα».
  4. Παρ’ ότι κάποια από αυτά ήταν πολιτισμικό προϊόν, με αναφορές σε βασιλιάδες και πολέμαρχους, η μέγγενη του πολιτισμού δεν είχε καταστείλει τόσο ασφυκτικά τις ελεύθερες δραστηριότητες των ανθρώπων.
  5. Είναι πιθανόν πως το αφύσικα μεγάλο μήκος ζωής κάποιων βιβλικών προσώπων –αν δεχτούμε την ιστορικότητά τους– όπως ο Μαθουσάλας, σχετίζεται με το σεληνιακό ημερολόγιο, μιας και το σεληνιακό έτος είναι χαρακτηριστικά μικρότερο από το ηλιακό.
  6. Ο Μπούφαλο Τσάιλντ Λόνγκ Λάνς της φυλής Μπλάκφουτ γράφει χαρακτηριστικά στην αυτοβιογραφία του: «Οι Ινδιάνοι δεν διακόπτουν ποτέ κάποιον που μιλάει, ακόμα και αν συνεχίσει να μιλάει όλη την μέρα, είναι ένα παλιό έθιμο για τους Ινδιάνους. Έτσι όλοι άκουγαν τον παπά που μας μιλούσε για τον θεό των λευκών».
Advertisements
Both comments and trackbacks are currently closed.