Το Οκτωβριανό πραξικόπημα των μπολσεβίκων και τα ψεύδη των κομμουνιστών (Μέρος Β΄)

Οι μπολσεβίκοι, ως καθαρόαιμοι εξουσιαστές, ήταν διατεθειμένοι να δώσουν τα πάντα προκειμένου να αναλάβουν τον έλεγχο του κράτους. Έτσι, κατά την ειρήνη που υπέγραψαν στο Μπρεστ-Λιτόφσκ η Ρωσσία εγκατέλειπε στη Γερμανία την Πολωνία, την Ουκρανία, την Λιθουανία κα τις επαρχίες της Βαλτικής και στην Οθωμανική Αυτοκρατορία την περιοχή του Καυκάσου. Με την συνθηκολόγηση εγκατέλειπαν το 1/14 της ευρωπαϊκής Ρωσσίας, τα 2/5 του πληθυσμού της χώρας και τα 3/4 του γαιάνθρακα και του σιδήρου[1].

Υπάρχουν πολλές ομοιότητες στην συμπεριφορά των αριστερών κάθε απόχρωσης (στους οποίους, βεβαίως, ανήκουν και οι κομμουνιστές, ανεξαρτήτως εάν φέρουν το όνομα του μπολσεβίκου, του σταλινικού ή του τροτσκιστή), οι οποίοι διαρρηγνύουν τα ιμάτιά του για ένα μέτρο το οποίο λαμβάνουν οι αντίπαλοί τους και στην συνέχεια, όταν αρπάξουν την πολυπόθητη γι’ αυτούς, εξουσία εφαρμόζουν τα ίδια και πολύ χειρότερα μέτρα[2]. Όταν η Προσωρινή Κυβέρνησις, επανέφερε την ποινή του θανάτου για πολύ ειδικές περιπτώσεις στο μέτωπο, οι μπολσεβίκοι εξαπέλυαν μύδρους. Οι ίδιοι, όμως, κηρύττουν στρατιωτικό νόμο, τον Φεβρουάριο του 1918, με το πρόσχημα του κίνδυνου για την πατρίδα. Η συνθήκη ειρήνης του Μπεστ-Λιτόφσκ, απενεργοποιεί τυπικά την εφαρμογή της, αλλά οι κομμουνιστές θα φροντίσουν γι’ αυτό. Στις 16 Ιουνίου του 1918 εγκρίνουν νόμο με τον οποίο τίθεται σε εφαρμογή η θανατική ποινή σε όλη την Ρωσσία.

Η διερεύνηση του διαστήματος από την επανάσταση του Φεβρουαρίου έως το μπολσεβίκικο πραξικόπημα του Οκτωβρίου[3] χρήζει ιδιαίτερης προσοχής δεδομένης της στρεβλής εικόνας, η οποία έχει επιβληθεί. Μέσω αυτής της εικόνας –ή, πληρέστερα ειπείν, εικόνων– παρουσιάζονται με χίλιες δύο διαφοροποιήσεις ψευδή γεγονότα, ενώ η πραγματικότητα αποσιωπάται ή παραποιείται.

Υπήρχαν ήδη τρεις απόπειρες ανατροπής της Προσωρινής Κυβερνήσεως από τον Φεβρουάριο μέχρι τον Οκτώβριο, στις οποίες είναι φανερή η εμπλοκή των μπολσεβίκων, με κορύφωση αυτήν που έγινε στις αρχές του Ιουλίου[4].

Μέσα, λοιπόν, από την παρουσίαση των αποσιωπηθέντων γεγονότων και καταστάσεων, καθώς και με την αποκατάσταση της πραγματικότητας με έγγραφα, αποδείξεις και ορθούς συλλογισμούς αποκαλύπτεται η έκταση της εξουσιαστικής μανίας των μπολσεβίκων, καθώς και το υπόβαθρο της διαμάχης εντός της Τάξεως, η οποία άφησε ελεύθερο το πεδίο να αναλάβουν αυτοί το έργο της επανασυστάσεώς της[5].

Είναι προφανές ότι δεν υπήρχε η διάθεση να διερευνηθεί και να προσδιορισθεί η στάση την οποία θα τηρούσε απέναντι στο πραξικόπημα ο πληθυσμός του Πέτρογκραντ. Παρ’ όλα αυτά, η κατάληψη της εξουσίας και του κρατικού μηχανισμού έγινε με την επίκληση της εργατικής τάξεως, αλλά στην πραγματικότητα έγινε για λογαριασμό της Τάξεως, της μίας και μοναδικής, η οποία διαπερνά με την παρουσία της τις κοινωνίες ανά τους αιώνες και κυβερνά ανανεωμένη κάθε φορά ως φοίνιξ.

Επ’ αυτού, του κεντρικού άξονα γύρω από τον οποίον περιστρέφονται και δομούνται όλες οι ενέργειες και καταστάσεις, υπάρχει μία επίσης παραμορφωμένη εικόνα της πραγματικότητας. Όλες οι κριτικές, από αυτήν του Τρότσκυ[6], του Μπρούνο Ρίτζι[7] του Τόνυ Κλίφ[8], του Καστοριάδη[9], του Σαρλ Μπετελέμ[10] μέχρι και τον τελευταίο διαφωνούντα δεν ασχολούνται με την ουσία, αλλά με παραμέτρους ή υπολεπτομέρειες πολιτικής ή οικονομικής υφής και ανάλογων σκοπιμοτήτων.

Εννοείται πως δεν θα μπορούσε να υπάρξει ουσιαστική προσέγγιση, επειδή κάτι τέτοιο είναι ασύμφορο για τις πολιτικές και εξουσιαστικές συνταυτίσεις και επιδιώξεις, αλλά και διότι αυτό εγγίζει τον πυρήνα της κομμουνιστικής ιδεολογίας η οποία, εκτός από το βαθύτατα εξουσιαστικό της περιεχόμενο, αποτελεί το ιστορικό συμπλήρωμα της Τάξεως τόσον πριν από εκατό χρόνια όσον και στο παρόν.

Πρόκειται, λοιπόν, για αναχώματα της κάθε εξουσίας, τα οποία σε οποιοδήποτε σημείο του πλανήτη και αν βρίσκονται, δεν σταματούν να υμνολογούν και να διαχέουν κατ’ επανάληψιν τις ψευδαισθήσεις περί δήθεν Οκτωβριανής επαναστάσεως. Τα εν Ελλάδι απολιθώματα, από το ΚΚΕ μέχρι και την πλέον ολιγομελή ομάδα, συνεχίζουν να πλέκουν το εγκώμιο ενός ξεκάθαρου πραξικοπήματος. Διαχωρίζουν τον κόσμο, διαχωρίζουν τα γεγονότα και επιρρίπτουν τις ευθύνες μόνον σε πρόσωπα (Λένιν, Στάλιν, Τρότσκυ, Μάο Τσε Τουνγκ κ.λπ.) προκειμένου να συγκαλύψουν όχι μόνον τα αληθή γεγονότα, αλλά και την εγκληματική διάσταση τόσον της ιδεολογίας, όσον και των πρωταγωνιστών οι οποίοι την εξέφρασαν και την εκφράζουν.

Το κωμικοτραγικό μέρος της όλης αυτής θεωρητικολογίας είναι ότι το κομμουνιστικό καθεστώς της Κίνας[11] υιοθέτησε το συμπέρασμα του Σάρλ Μπετελέμ και αναφερόμενο στο μετά τον Χρουστσώφ σοβιετικό καθεστώς υποστήριζε ότι αυτό είχε μεταβληθεί σε μία νέα αστική τάξη. Μόνον που απέφευγε να κοιταχτεί στον καθρέπτη.

Βεβαίως, όλες αυτές οι θεωρίες δεν μπορούν να εκφράσουν –στην καλύτερη των περιπτώσεων– ή δεν τολμούν να θίξουν την ρίζα της Μαρξιστικής ιδεολογίας και προσπαθούν, με διάφορες αναλύσεις, να αποκρύψουν ότι η κομμουνιστική ιδεολογία είναι το απαραίτητο συμπλήρωμα της Τάξεως, είτε ως αναζωογονητικός, είτε ως συμπληρωματικός, είτε ως συντελεστής ανασυστάσεώς της. Χαρακτηριστικό αυτής της προσπάθειας είναι η εμμονή σε υποτιθέμενες παρεκκλίσεις από την προδιαγεγραμμένη κατεύθυνση που υποτίθεται πως έχει ορίσει η Μαρξιστική ιδεολογία και η οποία δήθεν δεν έτυχε εφαρμογής ή η προσπάθεια ερμηνείας της συγκρότησης της «Νέας Αστικής Τάξης» από «λεπτομέρειες» οι οποίες υποτίθεται πως αν δεν ετύγχαναν εφαρμογής, δεν θα υπήρχε αυτό το αποτέλεσμα[12]. Ένα άλλο επιχείρημα είναι οι διάφορες διαφωνίες και αιρέσεις που υπήρξαν τόσο σε σχέση με την ιδεολογία όσο και την πολιτική κατεύθυνση. Αυτό, προφανώς και δεν καθαγιάζει την ιδεολογία αφού αποτελεί σύνηθες χαρακτηριστικό των εφαρμογών της. Σ’αυτήν την περίπτωση θα έπρεπε οι υποστηρικτές αυτής της άποψης να αποδεχθούν ότι οι αιρέσεις του φασισμού και του εθνικοσοσιαλισμού καθαγιάζουν αυτές τις ιδεολογίες[13].

Στην πραγματικότητα η όλη διαδικασία την οποία ακολούθησαν οι μπολσεβίκοι, καθώς και το ιδεολογικό και πολιτικό υπόβαθρό τους, αποσκοπούσε στην ανασύσταση και επανεγκαθίδρυση της Τάξεως.

Θα μπορούσαν να αναφερθούν πολλά, σε σχέση με την κοινή ρίζα των μεθόδων της κομμουνιστικής και της μη κομμουνιστικής εξουσίας, αλλά ήδη έχουν αναφερθεί αρκετά τα οποία αποδεικνύουν και επαναβεβαιώνουν ότι ο κομμουνισμός είναι ιδεολογία της εξουσίας και της πολιτικής συνέχειας της Τάξεως. Έρχεται να αναζωογονήσει, να ενισχύσει και να πλαισιώσει την Τάξι, επιβάλλοντας όσα αυτή δεν έχει την δυνατότητα να κάνει πραγματικότητα…

Συσπείρωση Αναρχικών

—————————————-

[1]. Ι. Σ. Κολιόπουλος, Νεώτερη Ευρωπαϊκή Ιστορία 1789-1945, σ.314.

[2]. Εάν υπάρχουν κάποιοι οι οποίοι πιστεύουν ότι το καθεστώς Τσίπρα-Καμμένου πρωτοτυπεί διεθνώς, είναι προφανές ότι κάνουν λάθος. Έχουν προηγηθεί τα απανταχού κομμουνιστικά καθεστώτα, τα οποία αναίρεσαν ριζικά όλα όσα υπόσχονταν πριν αυτοί –ως συνεχιστές της Τάξεως– ανέβουν στην εξουσία γλείφοντες, έρποντες ή κολυμπώντες σε ποταμούς αίματος, για την πλημμυρίδα των οποίων έχουν οι ίδιοι φροντίσει.

[3]. Οι οποίοι όχι μόνον, ως κόμμα, ήσαν απόντες κατά την επανάσταση του Φεβρουαρίου, αλλά και προσπάθησαν να την υπονομεύσουν σε όλο το μεσοδιάστημα Φεβρουαρίου-Οκτωβρίου. Ας σημειωθεί, επίσης ότι λίγες μέρες πριν το ξέσπασμα, ο μπολσεβίκος Καγιούρωφ με ομιλία του σε συγκέντρωση γυναικών του Βύμποργκ, τις προέτρεπε να μην απεργήσουν κατά την ημέρα της Γυναίκας και να ακούσουν τις οδηγίες του κόμματος.

[4]. Σχετικά με αυτές τις απόπειρες, υπάρχει αναλυτική αναφορά στα αμέσως προηγούμενα φύλλα της ΔΙΑΔΡΟΜΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ.

[5]. Η επανασύστασις της Τάξεως ακολουθεί μίαν περίοδο ισχυρού ανταγωνισμού μεταξύ των μερίδων της, όπου οι επικρατήσαντες αναλαμβάνουν αυτό το καθήκον.

[6]. Ο οποίος ομιλεί περί «προδομένης επαναστάσεως» –καίτοι είναι ένας από τους πλέον μοχθηρούς εξουσιαστές και προδότες της επαναστάσεως του Φεβρουαρίου– και «εκφυλισμένου εργατικού κράτους».

[7]. Σύμφωνα με την άποψη αυτή είχε προκύψει μία νέα μορφή ταξικής κοινωνίας, η οποία βασίζεται στον έλεγχο και την διαχείριση της κρατικής περιουσίας. Bruno Rizzi The Bureaucratization of the World, 1939.

[8]. Αναφέρει την μετά τον Οκτώβριο προκύψασα κατάσταση ως κρατικό καπιταλισμό.

[9]. Χαρακτηρίζει την κομμουνιστική Ρωσία ως καθεστώς Γραφειοκρατικού Καπιταλισμού: «Η ρωσική επανάσταση οδήγησε στην εγκαθίδρυση ενός νέου τύπου καθεστώτος εκμετάλλευσης και καταπίεσης όπου μια νέα κυρίαρχη τάξη, η γραφειοκρατία, σχηματίστηκε γύρω από το κομμουνιστικό κόμμα».

[10]. Αναφέρεται σε μια νέα κρατική αστική τάξη.

[11]. Ακολούθησαν, βεβαίως, οι μαοΐζουσες και μαοϊκές ομάδες, οι οποίες χρησιμοποιούσαν την ίδια θεωρητικολογία.

[12]. Με αυτήν την μέθοδο ένας από τους συντελεστές και κανόνες ανασυνθέσεως της Τάξεως είναι η επανένταξη στο στράτευμα των στοιχείων που προϋπήρχαν. Επί παραδείγματι, στην αρχή του εμφυλίου πολέμου τα τρία τέταρτα του σώματος των αξιωματικών του Ερυθρού Στρατού αποτελείτο από πρώην Τσαρικούς αξιωματικούς. Μέχρι το τέλος του, το 83% όλων των διοικητών σωμάτων και μεραρχιών του Ερυθρού Στρατού ήταν πρώην Τσαρικοί στρατιωτικοί.

[13]. Άλλωστε είναι γνωστό ότι για να οικοδομηθεί ένα σπίτι, μια πολυκατοικία, ένα έργο γενικά, πρώτα γίνονται τα σχέδια και ακολουθεί η πρακτική του εφαρμογή. Οπότε, οι υλιστικές μπαρούφες με τις οποίες προσπαθούν να εξηγήσουν τα συμβάντα από την «υλική βάση», η οποία «προέκυψε», αποτελούν προφάσεις εν αμαρτίαις.

 

Both comments and trackbacks are currently closed.