ΟΙ ΑΝΑΠΟΦΕΥΚΤΟΙ ΠΟΛΙΤΙΚΟΙ ΣΥΜΒΙΒΑΣΜΟΙ, Ο ΛΕΝΙΝ, Ο ΤΣΙΠΡΑΣ ΚΑΙ ΤΟ ΚΙΝΗΜΑΤΙΚΟ «ΝΕΦΕΛΩΜΑ»…

«Το πολιτικό, οικονομικό και δημοσιογραφικό κατεστημένο της Γερμανίας έπεσε επάνω στον Σουλτς για να τον πείσει να αλλάξει την αρχική αδιάλλακτη στάση του και να αποκτήσει κυβέρνηση η χώρα». (Βήμα, 26-11-2017)

«Με την πολιτική κρίση στη Γερμανία να βαθαίνει, ο Αλέξης Τσίπρας είχε τηλεφωνική επικοινωνία με τον επικεφαλής των Σοσιαλδημοκρατών, Μάρτιν Σουλτς, ενθαρρύνοντάς τον να επιστρέψει με ισχυρότερη διαπραγματευτική δύναμη στη συζήτηση για σχηματισμό κυβέρνησης […] «Η πραγματικά αριστερή και προοδευτική στάση δεν είναι να διατηρείς την καθαρότητα των θέσεών σου αλλά να δίνεις μάχες για εφικτές αλλαγές προς όφελος των πολλών. Αν τώρα μπορείς αυτό να το πετύχεις, είναι ίσως μια ευκαιρία που δεν πρέπει να χαθεί…», φέρεται να του είπε ο Αλέξης Τσίπρας».(Εφημερίδα των Συντακτών, 24-11-2017)

Πρώτιστο μέλημα κάθε μορφής εξουσίας είναι να εμφανίζεται ως η ικανότερη αφ’ ενός να εξασφαλίσει την κοινωνική νομιμοποίηση και αφ’ ετέρου να προχωρήσει τους ευρύτερους κυριαρχικούς σχεδιασμούς. Σ’ αυτήν ακριβώς την κατεύθυνση κινείται η εναλλαγή στην εξουσία κομματικών σχηματισμών, η ανανέωση των ηγετικών τους ομάδων, η ανέλιξη στην ηγεσία των λεγόμενων άφθαρτων προσώπων, οι συνεργασίες μεταξύ τους, οι «ανίερες» συμμαχίες, και οι  «ιστορικοί συμβιβασμοί».

Επανειλημμένα έχουμε τονίσει ότι η αριστερά, κομμουνιστική ή μη, αποτελεί διαχρονικά, όχι απλά ένα χρήσιμο δεκανίκι της κυριαρχίας, αλλά ένα υπεύθυνο, ισότιμο και αποτελεσματικό εταίρο, με σημαντικές δυνατότητες αφομοίωσης των κοινωνικών αντιδράσεων.

Σύμφωνα με τον Λένιν «Συμβιβασμός ονομάζεται στην πολιτική η παραίτηση κάποιου από ορισμένες διεκδικήσεις, η παραίτησή του από ένα μέρος των διεκδικήσεών του, σαν αποτέλεσμα συμφωνίας με άλλο κόμμα» (Γράμμα του Λένιν, δημοσ. στις 19 (6) του Σεπτέμβρη 1917 στην εφημερίδα «Ραμπότσι Πούτ», αρ. φ. 3). Ο Λένιν υποστήριζε, ακόμη, ότι όταν και τα δυο μέρη δεν κερδίζουν τίποτε, ο συμβιβασμός πρέπει να θεωρείται αδύνατος και τότε είναι περιττό να μιλάμε γι’ αυτόν.

Πράγματι πολιτική δεν υφίσταται δίχως συμβιβασμούς και συμβιβασμός δεν νοείται εάν δεν επιτυγχάνεται η διευθέτηση κοινών ή αντίθετων συμφερόντων, η οποία αφήνει ικανοποιημένες τις εμπλεκόμενες σ’ αυτόν πλευρές.

Τα επιχειρήματα που επιστρατεύονται για την δικαιολόγηση της επιλογής ενός συμβιβασμού σε κάθε περίπτωση είναι συνήθως ποικίλα. Ο Λένιν με κατηγορηματικό τρόπο υπερασπιζόμενος τους «αναγκαίους», αλλά και «θεληματικούς συμβιβασμούς, ξεκαθάριζε, ότι «οι συμβιβασμοί που κάνει ένα μαχόμενο κόμμα συχνά του επιβάλλονται αναπόφευκτα από τις περιστάσεις, και είναι παράλογο να αρνηθείς μια για πάντα “να εισπράξεις κατά δόσεις όσα σου χρωστάνε”. Το καθήκον ενός αληθινά επαναστατικού κόμματος συνίσταται όχι στο να διακηρύττει πως είναι αδύνατο να παραιτηθεί από κάθε συμβιβασμό, αλλά στο να ξέρει να διατηρεί μέσω όλων αυτών των συμβιβασμών, στο βαθμό που είναι αναπόφευκτοι, την πίστη στις αρχές του, στην τάξη του, στο επαναστατικό του καθήκον, στο έργο του της προετοιμασίας της επανάστασης και της διαπαιδαγώγησης των λαϊκών μαζών για τη νίκη της επανάστασης».

Οι συμβιβασμοί, λοιπόν, παρουσιάζονται «ως αναπόφευκτοι από τις περιστάσεις», ενώ «παραλογισμός» χαρακτηρίζεται η οποιαδήποτε άρνηση εμπλοκής σε κάθε παρόμοια διαδικασία.

Πιστός στις λενινιστικές παραδόσεις ο μεγάλος κομμουνιστής ηγέτης Αλέξης Τσίπρας έλεγε στις 30-7-2017 σε συνέντευξη του στο ρ/σ «Στο Κόκκινο»:

«Ξέρετε, οι συμβιβασμοί είναι στοιχείο της πολιτικής πραγ­ματικότητας και στοιχείο και της επαναστατικής τα­κτικής.  Για τους συμβιβασμούς πρώτος μίλησε ο Λένιν στο βιβλίο του “Αριστερισμός, η παιδική ασθένεια του Κομμουνισμού” και αφιέρωσε πολλές σελίδες για να εξηγήσει ότι οι συμβιβασμοί είναι μέρος της επαναστατικής τακτικής. Και μάλιστα, χαρακτηριστικά, λέει σε ένα σημείο ότι όταν ένας ληστής έρχεται και σου ζητάει με το όπλο παρατεταμένο “τα λεφτά σου ή τη ζωή σου” εσύ ως επαναστάτης τί πρέπει να κάνεις;  Να του δώσεις τη ζωή σου;  Να του δώσεις τα λεφτά σου, ώστε να διεκδικήσεις τη δυνατότητα να ζήσεις για να συνεχίσεις να αγωνίζεσαι. Και αν του δώσεις τα λεφτά σου, αυτός είναι ένας άθλιος συμβιβασμός και γίνεσαι συνένοχος και συνυπεύθυνος με τον ληστή; Τα έλεγε ο Λένιν αυτά, τότε.»

Οι κάθε λογής συμβιβασμοί, βέβαια, δεν υπάρχει η δυνατότητα να προκύψουν χωρίς την ύπαρξη διαπραγματεύσεων. Στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων οδηγούνται όσοι αναγνωρίζουν τα αντίθετα συμφέροντα, αναγνωρίζουν την εξουσία ή την κυριαρχία εκείνων με τους οποίους διαπραγματεύονται, και φυσικά εκβιάζουν ή εκβιάζονται με την στενή ή την ευρύτερη έννοια. Έτσι ο συμβιβασμός ανάμεσα σε εξουσιαστικά ή ευρύτερα κυριαρχικά συμφέροντα δεν αποτελεί παρά την αποθέωση αυτής της ίδιας της ουσίας της κυριαρχίας.

Μπορεί, λοιπόν, μέσα από τέτοιες καταστάσεις να υποστηρίζει κάποιος ότι εξυπηρετούνται έστω και στο ελάχιστο απελευθερωτικοί σκοποί ή ότι εντάσσονται σε οιαδήποτε απελευθερωτική διεργασία; Ούτε στο ελάχιστο, τουλάχιστον από αναρχικής σκοπιάς.

Θα ρωτήσει κάποιος αναρχικός ή ακόμα και κάποιος καλοπροαίρετος αντιεξουσιαστής, εμάς γιατί να μας ενδιαφέρουν όλα αυτά; Μήπως δεν είναι αυτονόητο ότι αυτές οι καταστάσεις δεν μπορούν να μας αγγίζουν, ότι είναι αδιανόητο να μας αφορούν; Δικαιολογημένη η απορία, όμως, δυστυχώς η πραγματικότητα πολλές φορές συντρίβει και τις μεγαλύτερες βεβαιότητες, όταν μάλιστα οι κινηματικές λογικές, όχι μόνο ταυτίζονται με τις κομματικές λογικές, αλλά εντάσσονται φανερά ή μη σε παιχνίδια εξουσίας με προκάλυμμα συνήθως τον ακτιβισμό και την «ανάγκη» σύνδεσης με τις «μάζες».

Για τη συνένωση όλων των επαναστατικών στοιχείων σε ενιαίο κόμμα, ο Λένιν κατέληξε στο συμπέρασμα ότι έπρεπε να γίνει η αρχή με την έκδοση ενός «οργάνου του κόμματος που να βγαίνει τακτικά και να βρίσκεται σε στενή σύνδεση με όλες τις τοπικές ομάδες». Ένα τέτοιο όργανο έγινε η εφημερίδα «Ίσκρα», άμεσος οργανωτής και καθοδηγητής της οποίας ήταν ο Β. Ι. Λένιν, ο οποίος δήλωνε ότι «Η άρνηση της υποταγής στην καθοδήγηση των κέντρων, ισοδυναμεί με την άρνηση να ανήκει κανείς στο κόμμα, ισοδυναμεί με την καταστροφή του κόμματος…».

Ο Λένιν έγραφε μεταξύ άλλων στο Ένα βήμα μπρος, δύο βήματα πίσω, Η κρίση μέσα στο Κόμμα μας: ««Για πρώτη φορά κατορθώσαμε να απαλλαγούμε από τις παραδόσεις της χαλαρότητας του ομίλου και από τον επαναστατικό μικροαστισμό, να συγκεντρώσουμε δεκάδες από τις πιο διαφορετικές ομάδες, που συχνά ήταν άσπονδοι εχθροί μεταξύ τους, που συνδέονταν αποκλειστικά με την δύναμη της ιδέας και ήταν έτοιμες (κατ’ αρχήν έτοιμες) να θυσιάσουν κάθε ιδιομορφία της ομάδας και κάθε αυτοτέλεια της ομάδας προς όφελος του μεγάλου συνόλου, που για πρώτη φορά δημιουργήσαμε στην πράξη: του κόμματος. Στην πολιτική όμως οι θυσίες δεν χαρίζονται, αλλά αποσπώνται με μάχη. Η μάχη για την διάλυση των οργανώσεων ήταν πολύ σκληρή».

Φυσικά όταν συγκροτούνται καθοδηγητικά κέντρα, η αποτελεσματικότητά τους έγκειται στην δυνατότητα υποταγής σ’ αυτά, καθώς σε αντίθετη περίπτωση η αμφισβήτησή τους εγκυμονεί εύλογους κινδύνους και όπως υποστήριζε ο Λένιν «Η άρνηση της υποταγής στην καθοδήγηση των κέντρων, ισοδυναμεί με την άρνηση να ανήκει κανείς στο κόμμα, ισοδυναμεί με την καταστροφή του κόμματος…».

Μα θα απορήσει και πάλι κάποιος καλοπροαίρετος, είναι δυνατόν κινηματικά να μπαίνουν από το παράθυρο παρόμοιες λογικές καθοδηγητικών κέντρων, είτε σε συνελεύσεις είτε σε εγχειρήματα αντιπληροφόρησης, είτε σε διαδικασίες υπεράσπισης πολιτικών κρατουμένων;

Είναι δυνατόν στους κινηματικούς χώρους να διεισδύουν σε τέτοιο βαθμό εξουσιαστικές λογικές; Μήπως όλα αυτά δεν αποτελούν παρά αποκυήματα μιας νοσηρής συνομωσιολογίας και τίποτα παραπάνω; Πως είναι δυνατόν να πριμοδοτείται μια εξουσιαστική κλίκα ή εκδοχή και από ποιους μηχανισμούς, αφού δίχως άλλο, τουλάχιστον, οι αρχές των αναρχικών σ’ αυτά τα ζητήματα είναι ξεκάθαρες;

Η περίπτωση του δημοψηφίσματος του Ιουλίου του 2015 παραμένει ιδιαίτερα διδακτική. Άλλωστε, οι συνέπειες, της όποιας στάσης επιλέχθηκε τότε, επιδρούν ακόμη με τον πλέον έντονο τρόπο στον ευρύτερο κοινωνικό χώρο και απ’ ότι φαίνεται οι δυνατότητες απεγκλωβισμού όσων παγιδεύτηκαν για την ώρα παραμένουν ισχνές. Το χειρότερο, όμως, είναι το γεγονός ότι τα μαύρα σύννεφα στον κοινωνικό ορίζοντα αντί να αραιώνουν πυκνώνουν, καθώς αποδεικνύεται ότι η συγκεκριμένη μορφή διαχείρισης της εξουσίας γνωρίζει να χειρίζεται τους κινηματικούς πόρους, να αναγνωρίζει, αλλά και να διευθετεί τις κινηματικές «διαφορές» αλλά και τις ανάλογες αρμοδιότητες.

Βέβαια, ματαιοπονούν όσοι σκίζονται να πείσουν για την μεγαλύτερη επικινδυνότητα της διάδοχης διαχείρισης, η οποία αργά ή γρήγορα θα επιβληθεί.

Το κράτος έχει συνέχεια. Και ο νοῶν νοείτω…

Συσπείρωση Αναρχικών

Από την ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ. 177, Δεκέμβριος 2017
Both comments and trackbacks are currently closed.