Ο ρόλος της Wall Street στην Οκτωβριανή Επανάσταση: Μια ενδιαφέρουσα άποψη από τον Antony C. Sutton (Γ΄ μέρος)

Κανένας δεν έχει περισσότερες πιθανότητες
να εξαπατηθεί από αυτόν που το ψέμα εξυπηρετεί
τις επιθυμίες του. (Χόρχε Μπουκάι, Να σου πω μια ιστορία)

Γράψαμε πολλές φορές για το ψέμμα. Πολλά ακούγονται τελευταία για την μετά-αλήθεια, που ισοδυναμεί με το ψέμμα. Λέμε συχνά για τα ψέμματα της πολιτικής και τους ψεύτες πολιτικούς. Για την υπερβολική ροή πληροφορίας στο διαδίκτυο, που κάνει δύσκολη τη διάκριση της ήρας από το στάχυ. Σχεδόν, όμως, ποτέ δε μιλάει κανείς για αυτό που συντηρεί την ίδια την εξαπάτηση: τον εξαπατημένο. Τι είναι αυτό που τρέφει τον εξαπατημένο; Τι είναι αυτό που τον κάνει να προτιμά τελικά το ψέμα; Η ελπίδα, θα μπορούσε να πει κανείς. Ίσως η άγνοια ή η ημιμάθεια, θα αντέτεινε άλλος. Περισσότερο, όμως, από όλα φαίνεται ότι οι άνθρωποι επιλέγουν το ψέμα, επειδή αυτό τις περισσότερες φορές ταιριάζει καλύτερα στις επιθυμίες τους.

Πολλές φορές η αλήθεια λέγεται ωμά και κατάμουτρα. Λέγεται χωρίς περιστροφές, αλλά είναι σχεδόν αδύνατο για αυτόν που την ακούει να την αποδεχτεί. Ο λόγος είναι απλός: επειδή δεν του αρέσει. Έτσι, όσο κι αν γράφονται και ξαναγράφονται αλήθειες, συχνά οι αναγνώστες θα προτιμούν να διαβάζουν πιο ευχάριστα αναγνώσματα, που οι καλοί ήρωες (αριστεροί, κομμουνιστές, κινηματίες, ακροδεξιοί, δημοκράτες, εθνικιστές, άγιοι με χρυσές προσωπίδες κλπ.) θα νικούν τους κακούς. Είναι πολύ ευχάριστα και καθησυχαστικά τα παραμύθια, που μας αφήνουν να ταυτιστούμε με τους καλούς, τους όποιους καλούς της εκάστοτε αφήγησης. Τακτοποιούν τον χαώδη κόσμο που μας περιβάλλει και μας αφήνουν να κοιμόμαστε πιο ήσυχα. Και είναι αλήθεια ότι τελευταία όλο και πιο δυσεύρετος είναι ο καλός ύπνος δίχως ηρεμιστικές ουσίες.

Οπότε, οι κουρασμένοι και θολωμένοι, οι απεγνωσμένοι άνθρωποι αρέσκονται να είναι με τους καλούς κι αδικημένους. Αλίμονο, οι άδικοι κι οι κακοί δεν είναι μαζί μας. Είναι οι εχθροί που πάντα πολεμάμε. Το κακό, το πάσης φύσεως κακό, όμως, έχει γίνει εξόχως πιο απρόβλεπτο κι ευέλικτο. Φορά συχνότατα τη μάσκα του καλού (ΜΚΟ, «ευσεβής» πιστός, καταληψίας, φιλάνθρωπος, ευεργέτης) και εισχωρεί πιο έξυπνα στο βαθύ μας ύπνο, για να κοιμόμαστε επιπλέον βαθύτερα, να μπαίνουμε όλο και περισσότερο στο καλοβαλμένο ψέμα. Κάποιες στιγμές, ξυπνάμε για λίγο, αποφασίζουμε να μάθουμε την αλήθεια. Την αναζητούμε και την βρίσκουμε. Αλλά έχουμε συνηθίσει τόσο την ψευδή εκδοχή της ιστορίας, που είναι δώρον άδωρον. Στρέφουμε πάλι το κεφάλι στην άλλη πλευρά και συνεχίζουμε σα να μην ξέρουμε τίποτε.

Κάτι, όμως, μέσα μας έχει ταραχτεί και χρειάζεται να αποκατασταθεί η ισορροπία. Η ανησυχία μας δε μας επιτρέπει πλέον τον ήσυχο ύπνο. Οπότε, χρειάζεται να αποκατασταθεί το γνωστό μονοπάτι και-κυρίως- η πίστη μας σε αυτό. Ο πιο συνήθης τρόπος είναι αντί να αναγκαστούμε να δούμε την αλήθεια, να κατηγορήσουμε ως ψεύτη αυτόν που τη λέει. Τότε, αυτός «μετατρέπεται» τις περισσότερες φορές σε φασίστα (τελευταία είναι η νέα αρνητική «ταμπέλα» σε οποιαδήποτε ενέργεια), γραφικό, γελοίο, προβοκάτορα (αυτό αποτελεί παλαιόν «πεσκέσι» της αριστεράς), συκοφάντη (αυτό για τους δικομανείς, που τους αρέσουν οι μηνύσεις για συκοφαντική δυσφήμιση). Μάλιστα, λίγο παλιότερα, σε πιο ευνοϊκούς καιρούς, όποιος παρουσίαζε την αλήθεια, θα χαρακτηριζόταν ως μίζερος, που πάει κι ασχολείται με λεπτομέρειες αντί να χαίρεται τη ζωή (που τότε ήταν «καλή», επειδή ήταν αρκούντως καταναλωτική).

Τελικά, μέσα σε αυτόν το ορυμαγδό χαρακτηρισμών, τι μένει στο τέλος; Μένουν οι χαρακτηρισμοί. Οπότε, κάθε φορά που θέλεις να πεις μια αλήθεια, οι άλλοι απαντούν «ποιος; Αυτός; Αυτός είναι…». Οπότε, η «ταμπέλα» έχει μπει και ο τίτλος φαρδύς-πλατύς σε «ακολουθεί» όπου κι αν πας, ό,τι κι αν κάνεις. Πέρα από τους ανάλογους χαρακτηρισμούς που «συνοδεύουν» και τους υπογράφοντες, αξίζει τον κόπο να συνεχιστεί η μετάφραση του εν λόγω πνευματικού έργου του Anthony C. Sutton. Όσο προχωράει η ανάγνωση, βασισμένη σε κρατικά αρχεία, που προέρχονται από τους ίδιους τους «πρωταγωνιστές του δράματος», τόσο περισσότερο δένουν τα οστά του σώματος της αλήθειας. Στην περίπτωση αυτή, ο πρωταγωνιστής είναι ο Τρότσκυ. Ωστόσο, ένεκα του όγκου του κειμένου, δεν κατέστη δυνατόν να ολοκληρωθεί το δεύτερο κεφάλαιο στο παρόν φύλλο της εφημερίδας, ωστόσο έχει ήδη μεταφραστεί και θα παρουσιαστεί στο επόμενο.

Κεφάλαιο 2β: Τα καναδικά κυβερνητικά έγγραφα για την απελευθέρωση του Τρότσκυ[1]

Τα έγγραφα σχετικά με τη σύντομη παραμονή του Τρότσκυ στις καναδικές φυλακές είναι πλέον αποχαρακτηρισμένα και διαθέσιμα από τα αρχεία της καναδικής κυβέρνησης. Σύμφωνα με αυτά τα αρχεία, ο Τρότσκυ απομακρύνθηκε από το καναδικό και βρετανικό ναυτικό προσωπικό από το [πλοίο] S.S. Kristianiafjord στο Halifax, στη Νέα Σκωτία, στις 3 Απριλίου 1917, αναφερόμενος ως Γερμανός κρατούμενος πολέμου και εγκλείστηκε στο Amherst, στη Νέα Σκωτία[2], έναν σταθμό κράτησης για Γερμανούς κρατούμενους. Η κυρία Τρότσκυ, οι δυο γιοι του Τρότσκυ και πέντε ακόμη άνδρες, που χαρακτηρίστηκαν ως «Ρώσοι Σοσιαλιστές», επίσης απομακρύνθηκαν και φυλακίστηκαν. Τα ονόματά τους είναι καταγεγραμμένα στα καναδικά αρχεία ως: Nickita Muchin, Leiba Fisheleff, Konstantin Romanchanco, Gregor Teheodnovski, Gerchon Melintchansky and Leon Bronstein Trotsky (η ορθογραφία ακολουθεί τα πρωτότυπα καναδικά αρχεία).

Η φόρμα του καναδικού στρατού από LB-I, με σειριακό αριθμό 1098 (περιλαμβανομένων των δακτυλικών αποτυπωμάτων) συμπληρώθηκε για τον Τρότσκυ, με την εξής περιγραφή: «37 ετών, πολιτικός εξόριστος, επάγγελμα δημοσιογράφος, γεννημένος στο Gromskty, στη Ρωσία, Ρώσος πολίτης». Η φόρμα υπογράφηκε από τον Leon Trotsky και το πλήρες όνομά του που δόθηκε ήταν Leon Bromstein (sic) Trotsky.

Η συνοδεία του Τρότσκυ απομακρύνθηκε από το S.S. Kristianiafjord υπό τις επίσημες οδηγίες που δόθηκαν από το Λονδίνο, με τηλεγράφημα της 29ης Μαρτίου 1917, πιθανόν προερχόμενο από το Ναυαρχείο, υπό τον έλεγχο του ναυτικού αξιωματικού στο Halifax. Το τηλεγράφημα ανέφερε ότι η συνοδεία του βρισκόταν στο «Christianiafjord» (sic) και θα έπρεπε να «απομακρυνθεί και να ακολουθηθούν οι προς εκτέλεσιν οδηγίες». Η εξήγηση που δόθηκε στον έλεγχο του ναυτικού αξιωματούχου του Halifax ήταν ότι «αυτοί είναι οι Ρώσοι Σοσιαλιστές που φεύγουν με σκοπό να ξεκινήσουν την επανάσταση εναντίον της σημερινής ρωσικής κυβέρνησης, για την οποία ο Τρότσκυ αναφέρεται ότι έλαβε 10.000 δολάρια, που συνεισέφεραν Σοσιαλιστές και Γερμανοί».

Την 1η Απριλίου 1917, ο αξιωματούχος ναυτικού ελέγχου, ο καπετάνιος M. Makins, έστειλε εμπιστευτική έκθεση προς τον γενικό αξιωματικό που διοικούσε το Halifax, σύμφωνα με το οποίο «εξέταζε όλους τους Ρώσους επιβάτες» στο S.S. Kristianiafjord και βρήκε έξι άνδρες στις θέσεις δεύτερης κατηγορίας: «έχουν όλοι ομολογήσει ότι είναι σοσιαλιστές και, παρ’ όλο που διακηρύσσουν την επιθυμία τους να βοηθήσουν τη νέα ρωσική κυβέρνηση, μπορεί κάλλιστα να συνεργάζονται με τους Γερμανούς σοσιαλιστές στην Αμερική και αρκετά πιθανό να αποτελούν μεγάλο εμπόδιο για την Ρωσική κυβέρνηση ακριβώς τώρα». Ο καπετάνιος Makins πρόσθεσε ότι επρόκειτο να απομακρύνει την συνοδεία, καθώς και τη σύζυγο και τους δυο γιους του Τρότσκυ, προκειμένου να τους φυλακίσουν στο Halifax. Ένα αντίγραφο αυτής της αναφοράς διαβιβάστηκε από το Halifax στον αρχηγό του Γενικού Επιτελείου στην Ottawa, στις 2 Απριλίου 1917.

Το επόμενο έγγραφο στα καναδικά αρχεία με ημερομηνία 7 Απριλίου, από τον αρχηγό του Γενικού Επιτελείου της Οττάβα στο διευθυντή των επιχειρήσεων εγκλεισμού, αναγνωρίζοντας την προηγούμενη επιστολή (όχι στα αρχεία) σχετικά με την φυλάκιση των Ρώσων Σοσιαλιστών στο Amherst, στη Νέα Σκωτία: «… σε αυτό το πλαίσιο, πρέπει να σας ενημερώσω για την παραλαβή εχθές ενός μακρού τηλεγραφήματος από το Ρωσικό Γενικό Προξενείο του Μόντρεαλ, που διαμαρτύρεται για τη σύλληψη αυτών των ανδρών, δεδομένου ότι διέθεταν τα διαβατήρια που εκδίδονται από το Ρώσο γενικό Πρόξενο στη Νέα Υόρκη των ΗΠΑ».

Η απάντηση σε αυτό το τηλεγράφημα από το Μόντρεαλ ήταν ότι οι άνδρες είχαν φυλακιστεί «με την υποψία ότι ήταν Γερμανοί» και θα απελευθερώνονταν μόνο μετά από σαφή απόδειξη της εθνικότητάς τους και της πίστης τους στους Συμμάχους. Στα καναδικά αρχεία, δεν υπάρχουν τηλεγραφήματα από τον Ρώσο γενικό πρόξενο στη Νέα Υόρκη και είναι γνωστό ότι αυτό το γραφείο ήταν απρόθυμο να εκδώσει ρωσικά διαβατήρια σε Ρώσους πολιτικούς εξόριστους. Ωστόσο, υπάρχει ένα τηλεγράφημα στα αρχεία από πληρεξούσιο της Νέας Υόρκης, τον N. Aleinikoff, στον R. M. Coulter, μετέπειτα γενικό αναπληρωτή διευθυντή του Καναδικού Ταχυδρομείου. Το γραφείο του γενικού διευθυντή του ταχυδρομείου του Καναδά δεν είχε καμιά σύνδεση ούτε με τους αιχμαλώτους πολέμου ούτε με στρατιωτικές δραστηριότητες. Κατά συνέπεια, αυτό το τηλεγράφημα είχε τη φύση μιας προσωπικής, μη επίσημης παρέμβασης. Γράφει:

  1. R. Μ. COULTER, Γενικός Διευθυντής Ταχυδρομείου. Οι Ρώσοι πολιτικοί εξόριστοι της Ottawa, που επιστρέφουν στη Ρωσία, παρέμειναν έγκλειστοι στο Χάλιφαξ, στο στρατόπεδο Amherst. Ερευνάτε και συμβουλέψτε την αιτία της κράτησης και τα ονόματα όλων των κρατουμένων. Υποσχεθείτε μας ως υπέρμαχος της ελευθερίας ότι θα παρέμβετε εξ ονόματός τους. Παρακαλώ απαντήστε ότι το λάβατε. NICHOLAS ALEINIKOFF

Στις 11 Απριλίου, ο Coulter απάντησε στον Aleinikoff, «Το τηλεγράφημα ελήφθη. Σας γράφω αυτό το απόγευμα. Θα πρέπει να το λάβετε αύριο το βράδυ. R. Coulter». Αυτό το τηλεγράφημα αποστέλλεται υπό την καναδική ετικέτα Pacific Railway Telegraph, αλλά χρεώνεται στο Τμήμα του Καναδικού Ταχυδρομείου. Συνήθως ένα ιδιωτικό τηλεγράφημα επιχείρησης θα χρεωνόταν στον αποδέκτη και αυτό δεν ήταν επίσημη επιχείρηση. Η συνέχεια της επιστολής του Coulter προς τον Aleinikoff είναι ενδιαφέρουσα, διότι, αφού επιβεβαίωσε ότι η ομάδα του Τρότσκυ πιάστηκε στο Amherst, αυτό δηλώνει ότι ήταν ύποπτοι προπαγάνδας κατά της σημερινής ρωσικής κυβέρνησης και «υποτίθεται ότι είναι πράκτορες της Γερμανίας». Ο Coulter προσθέτει, «… δεν είναι αυτό που δηλώνουν οι ίδιοι ότι είναι». Η ομάδα του Τρότσκυ «…δεν κρατείται από τον Καναδά, αλλά από τις αυτοκρατορικές αρχές». Αφού διαβεβαίωσε τον Aleinikoff ότι οι κρατούμενοι θα διαβίωναν σε πρέπουσες συνθήκες, ο Coulter προσθέτει ότι οποιαδήποτε πληροφορία «υπέρ τους» θα διαβιβαζόταν στις στρατιωτικές αρχές. Η γενική εντύπωση της επιστολής είναι ότι, ενώ ο Coulter είναι συμπαθής και έχει πλήρη επίγνωση των προ-γερμανικών δεσμών του Τρότσκυ, είναι απρόθυμος να αναμιχθεί. Στις 11 Απριλίου, ο Arthur Wolf με διεύθυνση 134 East Broadway, Νέα Υόρκη, έστειλε ένα τηλεγράφημα στον Coulter. Αν και αποστέλλεται από τη Νέα Υόρκη, αυτό το τηλεγράφημα, αφού αναγνωρίστηκε, επίσης χρεώθηκε στο Καναδικό Τμήμα Ταχυδρομείων.

Οι αντιδράσεις του Coulter, ωστόσο, αντανακλούν περισσότερα από μια απροκάλυπτη συμπάθεια, εμφανή στην επιστολή του προς τον Aleinikoff. Πρέπει να εξεταστούν υπό το φως του γεγονότος ότι αυτές οι επιστολές για λογαριασμό του Τρότσκυ προέρχονταν από δύο Αμερικανούς πολίτες της Νέας Υόρκης και αφορούσαν ένα καναδικό ή αυτοκρατορικό στρατιωτικό ζήτημα διεθνούς σημασίας. Επιπλέον, ο Coulter, ως αναπληρωτής γενικός διευθυντής, ήταν Καναδός κυβερνητικός αξιωματούχος με κάποια σημαντική θέση. Κοιτάξτε, για μια στιγμή, τι θα μπορούσε να συμβεί σε κάποιον που με παρόμοιο τρόπο παρενέβαινε στις υποθέσεις των Ηνωμένων Πολιτειών! Στην υπόθεση Τρότσκυ έχουμε δυο Αμερικανούς πολίτες, που αλληλογραφούν με έναν Καναδό αναπληρωτή γενικό διευθυντή, προκειμένου να παρέμβει εξ ονόματος ενός διεθνούς Ρώσου επαναστάτη.

Η επακόλουθη ενέργεια του Coulter υποδεικνύει επίσης κάτι παραπάνω από μια απλή παρέμβαση. Μετά την αναγνώριση του τηλεγραφήματος του Aleinikoff και του Wolf, έγραψε στον ταγματάρχη Willoughby Gwatkin του Υπουργείου Στρατού και Άμυνας στην Ottawa –έναν άνθρωπο με σημαντική επιρροή στον καναδικό στρατό– και συνήψε αντίγραφα του τηλεγραφήματος των Aleinikoff και Wolf:

Αυτοί οι άνδρες ήταν εχθρικοί απέναντι στη Ρωσία, λόγω του τρόπου που αντιμετώπιζαν τους Εβραίους και τώρα είναι έντονα υπέρ της παρούσας διοίκησης, από όσο γνωρίζω. Και οι δύο είναι υπεύθυνοι άνδρες. Κι οι δυο είναι ευυπόληπτοι και σας στέλνω τα τηλεγραφήματά τους τα οποία μπορεί να σας χρειαθούν για να τους παρουσιάσετε στις Αγγλικές αρχές, αν το θεωρείτε σοφό.

Προφανώς, ο Coulter γνωρίζει –ή δείχνει ότι γνωρίζει– πολλά για τον Aleinikoff και τον Wolf. Η επιστολή του ήταν στην πραγματικότητα μια αναφορά χαρακτήρων και στόχευε στη ρίζα του προβλήματος της φυλάκισης. Ο Gwatkin ήταν γνωστός στο Λονδίνο και στην πραγματικότητα τον είχε δανείσει το Γραφείο Πολέμου του Καναδά εκεί.[3]

Στη συνέχεια, ο Aleinikoff στέλνει μια επιστολή στον Coulter, για να τον ευχαριστήσει με μεγάλη εγκαρδιότητα για το ενδιαφέρον σας για τους Ρώσους Πολιτικούς εξόριστους… με γνωρίζετε, κύριε Coulter, και γνωρίζετε επίσης την αφοσίωσή μου στην υπόθεση της ρωσικής ελευθερίας… με χαρά γνωρίζω, τον κύριο Τρότσκυ, τον κύριο Melnichahnsky και τον κύριο Chudnowsky… στενά.

Θα πρέπει να σημειωθεί ότι, αν ο Aleinikoff γνώριζε τον Τρότσκυ «στενά», τότε θα μπορούσε επίσης να γνωρίζει ότι ο Τρότσκυ είχε δηλώσει την πρόθεσή του να επιστρέψει στη Ρωσία, για να ανατρέψει την Προσωρινή Κυβέρνηση και να θεσπίσει την «επαν-επανάσταση». Με την παραλαβή της επιστολής του Aleinikoff, ο Coulter αμέσως (16 Απριλίου) τη διαβίβασε στον ταγματάρχη Gwatkin, προσθέτοντας ότι γνωρίζονταν με τον Aleinikoff «μέσω της δράσης του Τμήματος των Ηνωμένων Πολιτειών για τα έγγραφα στη Ρωσική γλώσσα» και ότι ο Aleinikoff εργαζόταν «στις ίδιες γραμμές με τον κύριο Wolf…, που ήταν ένας κρατούμενος της Σιβηρίας, που είχε διαφύγει».

Προηγουμένως, στις 14 Απριλίου, ο Gwatkin έστειλε ένα μνημόνιο στο ναυτικό του ομόλογο στην Καναδική Στρατιωτική Διυπηρεσιακή Επιτροπή, επαναλαμβάνοντας ότι οι κρατούμενοι ήταν Ρώσοι σοσιαλιστές με «10.000 δολάρια, που συγκέντρωσαν σοσιαλιστές και Γερμανοί». Η τελική παράγραφος αναφέρει: «από την άλλη, υπήρχαν κι όσοι δήλωναν ότι είχε διαπραχθεί μια πράξη υψηλής αδικίας». Στη συνέχεια, στις 16 Απριλίου, ο Αντιναύαρχος C.E. Kingsmill, διευθυντής της ναυτικής υπηρεσίας, πήρε στα σοβαρά την παρέμβαση του Gwatkin. Σε μια επιστολή προς τον καπετάνιο Makins, ο ναυτικός υπάλληλος στο Halifax δήλωσε: «οι αρχές της Πολιτοφυλακής ζητούν να ληφθεί απόφαση για το αν η παράδοσή τους (δηλαδή των έξι Ρώσων) μπορεί να επισπευστεί». Ένα αντίγραφο αυτής της εντολής δόθηκε στον Gwatkin, που με τη σειρά του πληροφόρησε τον Αναπληρωτή Γενικό Γραμματέα Coulter. Τρεις μέρες αργότερα ο Gwatkin άσκησε πίεση. Σε ένα υπόμνημα της 20ης Απριλίου στον ναυτικό γραμματέα έγραψε «Μπορείτε, σας παρακαλώ, να μου πείτε εάν ή όχι το Υπουργείο Ναυτικού έχει λάβει ή όχι την απόφαση;».

Στην ίδια μέρα (20 Απριλίου) ο καπετάνιος Makins έγραψε στον ναύαρχο Kingsmill, εξηγώντας τους λόγους για την απομάκρυνση του Τρότσκυ. Αρνήθηκε να πιεστεί να πάρει μια απόφαση, δηλώνοντας ότι «θα τηλεγραφήσω στο Ναυαρχείο, πληροφορώντας τους ότι οι αρχές των πολιτοφυλακών ζητούν μια έγκαιρη απόφαση για να έχουν στη διάθεσή τους». Ωστόσο, την επόμενη μέρα, στις 21 Απριλίου, ο Gwatkin έγραψε στον Coulter: «οι φίλοι μας οι Ρώσοι σοσιαλιστές πρόκειται να απελευθερωθούν και γίνονται διευθετήσεις για τη μετάβασή τους στην Ευρώπη». Η εντολή στον Makins για την απελευθέρωση του Τρότσκυ προήλθε από το Ναυαρχείο στο Λονδίνο. Ο Coulter αναγνώρισε τις πληροφορίες, «οι οποίες θα ικανοποιήσουν τους ανταποκριτές μας στη Νέα Υόρκη άμεσα».

Ενώ μπορούμε, απ’ τη μια, να συμπεράνουμε ότι ο Coulter και ο Gwatkin ενδιαφέρονταν έντονα για την απελευθέρωση του Τρότσκυ, δεν ξέρουμε, από την άλλη, για ποιο λόγο. Λίγα ήταν εκείνα στη σταδιοδρομία του αναπληρωτή Γενικού Γραμματέα Coulter είτε του Ταγματάρχη Gwatkin, που θα δικαιολογούσαν την ανάγκη απελευθέρωσης του μενσεβίκου Leon Trotsky.

Ο δρ. Robert Miller Coulter ήταν γιατρός των Σκώτων και Ιρλανδών, ένας φιλελεύθερος, ένας Ελευθεροτέκτονας κι ένα μέλος των Odd Fellow[4]. Διορίστηκε αναπληρωτής γενικός διευθυντής των ταχυδρομείων στον Καναδά το 1897. Η μόνη του αξίωση για φήμη προερχόταν από το γεγονός ότι ήταν εκπρόσωπος της Ένωσης Ταχυδρομικών Συμβάσεων το 1906 και εκπρόσωπος στη Νέα Ζηλανδία και την Αυστραλία το 1908 για το έργο «Όλα Κόκκινα» (All Red). Το «Όλα κόκκινα» δεν είχε καμία σχέση με τους Κόκκινους επαναστάτες· ήταν μόνο ένα σχέδιο για τα κόκκινα ή όλα τα βρετανικά ταχύπλοα σκάφη μεταξύ Μεγάλης Βρετανίας, Καναδά και Αυστραλίας.

Ο ταγματάρχης Willoughby Gwatkin προερχόταν από μια μακρά βρετανική στρατιωτική παράδοση (Cambridge κι έπειτα Staff College). Εξειδικευμένος στις επιστρατεύσεις, υπηρέτησε στον Καναδά από το 1905 ως το 1918. Λαμβάνοντας υπόψη μόνο τα έγγραφα στα Καναδικά αρχεία, μπορούμε μόνο να συμπεράνουμε ότι η παρέμβασή τους για λογαριασμό του Τρότσκυ είναι ένα μυστήριο.

σύντροφοι για την Αναρχική απελευθερωτική δράση

Από την ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ. 172, Ιούνιος 2017

[1]. Αυτή η ενότητα βασίζεται σε καναδικά κυβερνητικά αρχεία.

[2]. [ΣτΜ] Πρόκειται για μια επαρχία του Ανατολικού Καναδά που αποτελείται από τη Νέα Σκωτία και συνορεύει με το νησί Cape Breton. Έχει πρωτεύουσα το Halifax. Αποικίστηκε από Γάλλους στις αρχές του 18ου αι., αλλά άλλαξε μερικές φορές χέρια, μέχρι να καταλήξει στη δικαιοδοσία των Βρετανών το 1713. Έγινε μια από τις αρχικές τέσσερις επαρχίες του Καναδά το 1967.

[3]. Τα υπομνήματα του Gwatkin στα Καναδικά κυβερνητικά αρχεία δεν υπογράφονται, αλλά έχουν μια μονογραφή με ένα κρυπτογραφημένο σημάδι ή σύμβολο. Το σημάδι έχει αναγνωριστεί ότι είναι του Gwatkin, επειδή έχει ταυτοποιηθεί μια επιστολή του Gwatkin (αυτή της 21ης Απριλίου) με το ίδιο κρυπτογραφημένο σημάδι.

[4]. [ΣτΜ] Οι Odd Fellows/Oddfellows είναι μια διεθνής αδελφότητα, που η παρουσία της τεκμηριώνεται από το 1730 στο Λονδίνο. Η πρώιμη ιστορία της είναι σκοτεινή και σε μεγάλο βαθμό άτυπη. Εξ αιτίας της αύξησης του εμπορίου κατά τη διάρκεια του Μεσαίωνα, οι συντεχνίες κατέληξαν να αποτελούν μέρος της αστικής κουλτούρας, συσπειρώνοντας εμπορικές ενώσεις. Ως εκ τούτου, άνθρωποι από παράταιρες μεταξύ τους εμπορικές ειδικότητες αποτέλεσαν το υπόβαθρο της πρώιμης ιστορίας των Odd Fellows. Όταν ο Άγγλος βασιλιάς Ερρίκος ο VIII διαφώνησε με τη Ρωμαιοκαθολική εκκλησία, θεώρησαν τις συντεχνίες ως υποστηριχτές του Πάπα και το 1545 κατέσχε όλα τα περιουσιακά τους στοιχεία. Η βασίλισσα Ελισάβετ Ι αφαίρεσε από τις συντεχνίες την ευθύνη για την κατάρτιση των μαθητευομένων και μέχρι το τέλος της βασιλείας της οι περισσότερες συντεχνίες είχαν κατασταλεί.

 

Both comments and trackbacks are currently closed.
Αρέσει σε %d bloggers: