Ο ρόλος της Wall Street στην Οκτωβριανή Επανάσταση: Μια ενδιαφέρουσα άποψη από τον Antony C. Sutton (Α΄ μέρος)

Λέγεται ότι η διαφορά μιας αληθινής από μια κίβδηλη αφήγηση καθορίζεται από το πόσες φορές επαναλαμβάνεται η μία έναντι της άλλης. Ως εκ τούτου, αυτοί που διαθέτουν τα μέσα για να καταγράφουν και να επαναλαμβάνουν μονοπωλιακά στα ανθρώπινα πλήθη τις ψευδείς τους αφηγήσεις, ανά τους αιώνες, μπορούν, σε βάθος χρόνου, να δομούν ιδεολογίες, ιδεολογήματα κι εν τέλει πλαστές συνειδήσεις.

Θεωρούμε πως το άνωθι σχήμα ουδείς εχέφρων μπορεί να το αμφισβητήσει. Η ιστορία βρίθει παραδειγμάτων, από την αρχαιότητα έως και τις μέρες μας, που καταδεικνύουν το αληθές του εν λόγω σχήματος. Ας αναφέρουμε δύο χαρακτηριστικά παραδείγματα, ένα από το μακρινό παρελθόν κι ένα έτερο της περασμένης δεκαετίας.

Είναι γνωστό πως τα ιερά κείμενα των πρώτων χριστιανών, όσο ο χριστιανισμός παρέμενε μια περιθωριακή αίρεση, μια εκ των πολλών στη Ρωμαϊκή αυτοκρατορία, ήταν πολυάριθμα, είχαν μεταξύ τους άπειρες διαφορές κι αντιφάσεις. Τα ευαγγέλια, δε, αριθμούσαν αρκετές δεκάδες, εκ των οποίων το καθένα τους εξιστορούσε μιαν αφήγηση του Ιησού, είτε μερικώς είτε πλήρως διαφορετική από τις άλλες. Αν μάλιστα δούμε τη διαφοροποίηση στις λατρευτικές τελετές, στο τελετουργικό, στην σχέση του πιστού με το μεταφυσικό στοιχείο, τότε πραγματικά θα χανόμασταν στα αναρίθμητα παραδείγματα και λεπτομέρειες. Αυτό όμως που έχει σημασία είναι το γεγονός ότι από τα μέσα του 4ου αιώνα κι έπειτα τα πάντα αλλάζουν. Η περιθωριακή αυτή ιουδαϊκή αίρεση μετασχηματίζεται σε μια κρατική θρησκεία, γίνεται συνδιαχειριστής μιας ολόκληρης αυτοκρατορίας, αποκτά τεράστια περιουσία και δύναμη, ενώ παράλληλα ασκεί αυστηρό έλεγχο στους υπηκόους της. Ο κρατικοποιημένος, λοιπόν, χριστιανισμός χρειάζεται –και μάλιστα επειγόντως– μια αυστηρή, απαράκλητη κυρίαρχη αφήγηση. Έτσι, συγκαλείται η σύνοδος της Νίκαιας στη Βιθυνία, το 325, όπου τα αφεντικά της κρατικοποιημένης θρησκείας, μαζί με την κοσμική αρχή, τον αυτοκράτορα Κωνσταντίνο, αποφασίζουν να σβήσουν από την ιστορία κάθε διαφορετική χριστιανική αφήγηση, που υφίστατο μέχρι τότε, επιβάλλοντας τα γνωστά έως τις μέρες μας τέσσερα ευαγγέλια. Ακολούθησαν, βεβαίως, κι άλλες οικουμενικές σύνοδοι, για να συντηρήσουν και να επαυξήσουν το «πνεύμα» της πρώτης. Οποιαδήποτε καταγραφή για τον Ιησού θεωρήθηκε «αναληθής» από τη σύνοδο της Νίκαιας, κυνηγήθηκε ανηλεώς και καταστράφηκε ανά τους αιώνες, όπως ομοίως δεινοπάθησαν κι όσοι τολμούσαν να τις κατέχουν, να τις διατηρούν, να τις μελετούν. Σπαράγματα αυτής της γνώσης έχει φέρει στο φως σχετικά πρόσφατα η αρχαιολογική έρευνα. Η κυρίαρχη αφήγηση του κρατικού χριστιανισμού επαναλαμβάνεται, αενάως, έως και τις μέρες μας. Έπειτα από δύο χιλιάδες χρόνια διαρκούς επαναλήψεως, η «αλήθεια» πλέον για το πρόσωπο του Ιησού είναι στη συνείδηση των περισσοτέρων ταυτόσημη με την κυρίαρχη αφήγηση της εν λόγω κρατικοποιημένης θρησκείας.

Ας δούμε τώρα ένα ιδίας φύσεως παράδειγμα από το πρόσφατο παρελθόν. Η Νέα Τάξη πραγμάτων, μαζί με τα κρατικά εργαλεία της, Η.Π.Α και Μ. Βρετανία κατά κύριο λόγο, επιθυμεί διακαώς στρατιωτική επέμβαση στο Ιράκ. Ωστόσο, στο εσωτερικό τόσο των Η.Π.Α, όσο και της Μ. Βρετανίας υπάρχουν σοβαρές κοινωνικές ενστάσεις· η συντριπτική πλειοψηφία των εξουσιαζομένων, ακόμη και κάποιοι από τους πλέον συντηρητικούς και φιλομιλιταριστές, απορρίπτει το αναγκαίο μιας τέτοιας στρατιωτικής επέμβασης, μη θεωρώντας το κράτος του Ιράκ άμεση απειλή για την ζωή και την ασφάλειά τους. Ο πόλεμος, ωστόσο, πρέπει να γίνει, πάση θυσία. Οι εξουσιαζόμενοι θα συναινούσαν να πληρώσουν, μέσω της φορολογίας, από την τσέπη τους για το επερχόμενο μακελειό, είτε με το «καρότο» είτε με το μαστίγιο. Κι όπως έχει αποδείξει η ιστορία, το «καρότο» λειτουργεί αποτελεσματικότερα τις περισσότερες φορές από τον βίαιο πειθαναγκασμό. Έτσι, τα εργαλεία της κυρίαρχης αφήγησης έπιασαν δουλειά. Κι όταν λέμε δουλειά, το εννοούμε. Εικοσιτέσσερις ώρες το εικοσιτετράωρο, τηλεοπτικά κανάλια, ραδιόφωνα, εφημερίδες και φιλοκρατικοί διαδικτυακοί ιστότοποι επαναλάμβαναν διαρκώς το παραμύθι για τα όπλα μαζικής καταστροφής που διέθετε ο Σαντάμ Χουσεΐν, τα γνωστά και ως mass destruction weapons, αγγλιστί. Το ίδιο μοτίβο βέβαια κι από τα πλείστα εκ των υπολοίπων ΜΜΕ και των Ελλαδικών, βεβαίως, συμπεριλαμβανομένων. Δίχως κανένα στοιχείο, δίχως καμία λογική, όλα τα φερέφωνα της Νέας Τάξης, σε αυτό που αποκαλείται Δυτικός κόσμος, παπαγάλιζαν την βεβαιότητα πως ο Ιρακινός στρατός, που δεν διέθετε καν αξιοπρεπή άρβυλα, κατείχε όπλα μαζικής καταστροφής. Εν τέλει, η επανάληψη της αφήγησης, το συνεχές εγκεφαλικό πλύσιμο, νίκησε· το μεγαλύτερο μέρος των εξουσιαζομένων σε Η.Π.Α και Μ. Βρετανία πείθεται πως τα ανύπαρκτα όπλα μαζικής καταστροφής τού Ιράκ αποτελούν απειλή για τη ζωή τους κι ως εκ τούτου μια στρατιωτική επέμβαση είναι καθ’ όλα απαραίτητη. Το ντόπιο αντιπολεμικό κίνημα κοιμήθηκε τον ύπνο του δικαίου και περιορίστηκε σε χλιαρές διαμαρτυρίες. Η κυρίαρχη αφήγηση, περνώντας την άποψή της ως θέσφατο, ως αναντίρρητη αλήθεια, πέτυχε τον σκοπό της. Τα αποτελέσματα γνωστά και ειπωμένα. Κι όμως, στην περίπτωση αυτή, το ψέμα, που πάντοτε θα έχει κοντά ποδάρια, δεν άργησε να αποκαλυφθεί· όχι πολύ αργότερα, αποδείχτηκε, βεβαίως, πως η κατάσταση του Ιρακινού στρατού βρισκόταν πολύ μακριά από το να διαθέτει όπλα μαζικής καταστροφής. Πολλά εκ των κυριάρχων Μ.Μ.Ε αναγκάστηκαν να παραδεχθούν πως «έκαναν λάθος». Καίτοι, ο κύβος είχε ριφθεί· μια έντονη και βαθμηδόν αναπτυσσόμενη δυσπιστία απέναντι στις «αλήθειες» της κυρίαρχης αφήγησης ξεκινούσε. Η πληροφορία δεν είναι πλέον μονοπώλιο της κυριαρχίας. Ο όγκος ροής της την κάνει δύσκολη στη συλλογή και δυσκολεύει ακόμη περισσότερο τη δυνατότητα να συντεθεί μέσω αυτής ουσιαστική γνώση. Ευτυχώς, όμως, δεν ζούμε στον 4ο αιώνα (Νέα Χρονολογία), για να καταστραφεί και να χαθεί, με τόση ευκολία.

Όπως αναφέραμε και παραπάνω κι όπως μπορεί να συμπεράνει κανείς από τα ανωτέρω χαρακτηριστικά παραδείγματα, τόσο του πρόσφατου παρόντος, όσο και του μακρινού παρελθόντος, η εξουσία θα κάνει τα πάντα, ώστε να κατέχει μονοπωλιακά την «αλήθεια». Δεν πρέπει να υπάρχει άλλη αλήθεια πέρα της κρατικής «αλήθειας». Και τούτο το πετυχαίνει, εξαφανίζοντας κάθε διαφορετική αφήγηση, επιβάλλοντας τη δική της ως θέσφατο και, κυρίως, επαναλαμβάνοντας αυτήν συνεχώς με όλα τα μέσα. Κατασκευάζει «όσια» κι «ιερά», που ουδείς «βέβηλος» δεν πρέπει ούτε κατά διάνοια να τα αμφισβητήσει.

Πως θα σας φαινόταν, λοιπόν, αν κάποιος σοβαρός πανεπιστημιακός μελετητής σας έλεγε ότι η Οκτωβριανή Επανάσταση δεν ήταν μόνον διακαής πόθος των Λένιν, Τρότσκι, Στάλιν, αλλά και των J.P. Morgan, J.D. Rockfeller και λοιπών επιφανών «παρεπιδημούντων» της Wall Street; Εξωφρενικό ψέμα; Μύθευμα ολκής; Είναι δυνατόν να συνέβη ποτέ κάτι τέτοιο; Δεν ήταν οι μπολσεβίκοι ορκισμένοι εχθροί του καπιταλισμού; Εξοντώθηκαν, άμεσα ή έμμεσα, εκατομμύρια άνθρωποι στο όνομα μιας ψευδεπίγραφης αντιπαλότητας; Δεν ζήσαμε για δεκαετίες σε μια γαιόσφαιρα χωρισμένη σε αντίπαλα κοινωνικοπολιτικά στρατόπεδα; Σε δύο συστήματα παραγωγής εκ διαμέτρου αντίθετα;

Η απάντηση στα παραπάνω είναι μάλλον απλή: οι σκεπτόμενοι άνθρωποι, οι αγωνιζόμενοι άνθρωποι, μελετούν προσεκτικά και δίχως παρωπίδες κάθε άποψη που βασίζεται σε σοβαρές αποδείξεις και στέρεα επιχειρήματα. Η αλήθεια, η γνήσια, αυθεντική αλήθεια απελευθερώνει. Ας μη την φοβόμαστε. Και η αλήθεια, ως γνώση, δομείται από ολίγες ή απειράριθμες πληροφορίες. Πέρα από τα επαναστατικά πολιτικά «γυαλιά» και τις εναλλακτικές κυρίαρχες αφηγήσεις, της ποικιλώνυμης αριστεράς κατά κανόνα, απλώνεται ένας ολόκληρος ωκεανός σοβαρότατης πληροφόρησης, από το απώτατο παρελθόν, μέχρι την τρέχουσα στιγμή. Εκεί υπάρχουν οι ψηφίδες της αλήθειας. Διάσπαρτες, συκοφαντημένες, περιθωριοποιημένες. Αυτό που χρειάζεται είναι απεριόριστη επιμονή κι υπομονή, για να εξάγουμε από τη σύνθεσή τους αυθεντική γνώση· το καλύτερο αντίδοτο στα κελεύσματα της κυρίαρχης αφήγησης, «ντούρας» κι «επαναστατικής».

O αμερικανοβρεττανός Antony Cyril Sutton υπήρξε καθηγητής οικονομικών στο California State University, όπως, κι ερευνητής στο Stanford University’s Hoover Institution. Απελύθη μάλιστα από το τελευταίο, ένεκα ότι χρησιμοποίησε απόρρητο αρχειακό υλικό, για να στηρίξει τις μελέτες του. Υπήρξε εμβριθής μελετητής της σύγχρονης ιστορίας. Απεβίωσε το 2002, αφήνοντας πίσω του μια σεβαστή βιβλιογραφία, στην οποία μέσα από αποδείξεις και συγκεκριμένα ντοκουμέντα υποστηρίζει πως τόσο για την Οκτωβριανή επανάσταση, όσο και για την εδραίωση και γιγάντωση της Σοβιετικής Ένωσης, βασικοί υπεύθυνοι είναι οι ίδιοι διεθνιστές τραπεζίτες, που ελέγχουν επί της ουσίας (και) το κράτος των Η.Π.Α. Δεν έχει σημασία αν οι απόψεις του Antony C. Sutton περί ιδανικού κράτους κι αυθεντικά φιλελεύθερης δημοκρατίας πόρρω πάνυ απέχουν από μια απελευθερωτική πρόταση. Απεναντίας, οι ενδοεξουσιαστικές κόντρες, ουκ ολίγες φορές, εκτός από τους οφθαλμούς αλλήλων, βγάζουν και τα άπλυτα αυτών στη φόρα.

Ακολουθεί μεταφρασμένο από τα αγγλικά το πρώτο κεφάλαιο από το βιβλίο του Antony C. Sutton, Wall Street and the Bolshevik Revolution (1974). Θα ακολουθήσουν και έτερα ενδιαφέροντα αποσπάσματα του εν λόγω βιβλίου.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1: ΟΙ ΗΘΟΠΟΙΟΙ ΤΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΗΣ ΣΚΗΝΗΣ

«Αγαπητέ κύριε πρόεδρε: Σε ένδειξη συμπαράστασης στη Σοβιετική μορφή διακυβέρνησης ως της καταλληλότερης μορφής διακυβέρνησης για ρωσικό λαό…» Επιστολή στον πρόεδρο Woodrow Wilson (17 Οκτωβρίου 1918) από τον William Lawrence Saunders, πρόεδρο της Ingersoll-Rand Corp., διευθυντή της American International Corp. και αναπληρωτή προέδρου της Federal Reserve Bank of New York.

Η προμετωπίδα του βιβλίου αυτού συντάχθηκε από τον σκιτσογράφο Robert Minor το 1911 για το St. Louis Post-Dispatch. Ο Minor ήταν ένας ταλαντούχος καλλιτέχνης και συγγραφέας, που αποδείχτηκε ότι έπαιξε διπλό ρόλο ως μπολσεβίκος επαναστάτης, που συνελήφθη στη Ρωσία το 1915 για υποτιθέμενη ανατρεπτική δράση και αργότερα αναδείχτηκε ως χρηματοδοτούμενος από επιφανείς οικονομικούς ταγούς της Wall Street. Τα σκίτσα του Minor απεικονίζουν έναν γενειοφόρο, ακτινοβόλο Karl Marx να στέκεται στη Wall Street με το Σοσιαλισμό κάτω από το βραχίονά του και να δέχεται συγχαρητήρια από τις αυθεντίες J.P. Morgan, τον συνεργάτη του Morgan, George W. Perkins, έναν αυτάρεσκο John D. Rockefeller, τον John D. Ryan της National City Bank και τον Teddy Roosevelt –που βρίσκεται σε περίοπτη θέση και αναγνωρίζεται από τα περίφημα δόντια του– στο παρασκήνιο. Η Wall Street είναι διακοσμημένη με κόκκινες σημαίες. Οι επευφημίες του πλήθους και τα καπέλα που πετιούνται στον αέρα δείχνουν ότι ο Karl Marx πρέπει να ήταν αρκετά δημοφιλής στους συνεργάτες του από την περιοχή αυτή της Νέας Υόρκης.

Ο Robert Minor ονειρευόταν; Αντίθετα, ο Minor πατούσε σε σταθερό έδαφος, όταν απεικόνιζε μια ενθουσιώδη συμμαχία της Wall Street και του μαρξιστικού σοσιαλισμού. Οι χαρακτήρες κινουμένων σχεδίων του Minor –ο Karl Marx (που συμβόλιζε τους μελλοντικούς επαναστάτες Lenin και Trotsky), ο J.P. Morgan, o John D. Rockefeller – και ο ίδιος ο Minor είναι επίσης πρωταγωνιστές σε αυτό το βιβλίο.

Οι αντιφάσεις που δείχνει το σκίτσο του Minor σκουπίστηκαν κάτω από το χαλί της ιστορίας, επειδή δεν ταιριάζουν με το αποδεκτό εννοιολογικό φάσμα της πολιτικής αριστεράς και των πολιτικών δικαιωμάτων. Οι μπολσεβίκοι βρίσκονται στο αριστερό άκρο του πολιτικού φάσματος και οι χρηματοδότες της Wall Street στο δεξί. Ως εκ τούτου, εμμέσως υποστηρίζουμε ότι οι δύο ομάδες δεν έχουν τίποτε κοινό κι οποιαδήποτε συμμαχία μεταξύ τους θα ήταν παράλογη. Οι παράγοντες που έρχονται σε αντίθεση με αυτή την τακτοποιημένη εννοιολογική ρύθμιση συνήθως απορρίπτονται ως παράξενες παρατηρήσεις ή ατυχή λάθη. Η σύγχρονη ιστορία έχει ενσωματώσει αυτού του είδους τη δυαδικότητα και σίγουρα αν πάρα πολλά δυσάρεστα γεγονότα απορρίφθηκαν και σκουπίστηκαν κάτω από το χαλί, αυτό είναι μια ανακριβής ιστορία.

Από την άλλη, μπορεί να παρατηρηθεί ότι τόσο η άκρα δεξιά όσο κι η άκρα αριστερά του συμβατικού πολιτικού φάσματος είναι απολύτως κολλεκτιβίστικη. Οι εθνικοσοσιαλιστές (για παράδειγμα, οι φασίστες) κι οι διεθνιστές σοσιαλιστές (για παράδειγμα, οι κομμουνιστές) πρότειναν κι οι δυο ολοκληρωτικά πολιτικο-οικονομικά συστήματα, βασισμένα στη γυμνή, απεριόριστη πολιτική εξουσία και τον ατομικό εξαναγκασμό. Και τα δύο συστήματα απαιτούν μονοπώλιο στον έλεγχο της κοινωνίας. Ενώ το μονοπώλιο του ελέγχου των βιομηχανιών ήταν κάποτε ο στόχος των J. P. Morgan και J. D. Rockefeller, από τα τέλη του 19ου αι. τα εσωτερικά ιερά της Wall Street κατανόησαν ότι ο πιο αποτελεσματικός τρόπος για να κερδίσουν ένα αδιαμφισβήτητο μονοπώλιο ήταν να «βαδίσουν πολιτικά» και να κάνουν την κοινωνία να πάει να εργαστεί για τα μονοπώλια – στο όνομα του κοινού καλού και του δημόσιου συμφέροντος. Αυτή η στρατηγική περιγράφεται λεπτομερώς το 1906 από τον Frederick C. Howe στις Εξομολογήσεις ενός Μονοπωλιακού [Confessions of a Monopolist].[1] Ο Howe, επί τη ευκαιρία, είναι επίσης μια ακόμη μορφή της μπολσεβίκικης επανάστασης.

Ως εκ τούτου, ένα εναλλακτικό εννοιολογικό σύνολο των πολιτικών ιδεών και των πολιτικοοικονομικών συστημάτων θα είναι εκείνο της κατάταξης του βαθμού ατομικής ελευθερίας σε σχέση με το βαθμό του κεντρικού πολιτικού ελέγχου. Κάτω από τέτοιες επιταγές, ένα εταιρικό κράτος πρόνοιας και ο σοσιαλισμός αποτελούν το ίδιο άκρο του φάσματος. Επομένως, βλέπουμε ότι απόπειρες μονοπωλια­κού ελέγχου της κοινωνίας μπορούν να έχουν διαφορετικές ετικέτες, ενώ έχουν κοινά χαρακτηριστικά.

Κατά συνέπεια, ένα εμπόδιο για την ωρίμανση της κατανόησης της πρόσφατης ιστορίας είναι η αντίληψη ότι όλοι οι καπιταλιστές είναι οι πικροί κι απαρέγκλιτοι εχθροί όλων των μαρξιστών και των σοσιαλιστών. Αυτή η λανθασμένη ιδέα ξεκίνησε με τον Karl Marx και ήταν αναμφίβολα χρήσιμη για τους σκοπούς της. Στην πραγματικότητα η ιδέα δεν είναι ανόητη. Υπήρχε μια συνεχής, αν και κρυμμένη, συμ­μαχία μεταξύ των διεθνών πολιτικών καπιταλιστών και των διεθνιστών επαναστατών σοσιαλιστών – προς αμοιβαίο όφελος. Η συμμαχία αυτή πέρασε απαρατήρητη σε μεγάλο βαθμό, επειδή οι ιστορικοί –με μερικές αξιοσημείωτες εξαιρέσεις– έχουν μια ασυνείδητη μαρξική προκατάληψη και ως εκ τούτου είναι εγκλωβισμένοι μέσα στην αδυναμία οποιασδήποτε τέτοιας υπάρχουσας συμμαχίας. Η απροκατάληπτη ανάγνωση θα πρέπει να μας φέρνει δύο στοιχεία στο μυαλό: το μονοπώλιο των καπιταλιστών είναι οι χειρότεροι εχθροί των επιχειρηματιών του laissez-faire. Και με δεδομένες τις αδυναμίες του σοσιαλιστικού κεντρικού σχεδιασμού, το ολοκληρωτικό σοσιαλιστικό κράτος είναι μια τέλεια δεσμευμένη αγορά για το καπιταλιστικό μονοπώλιο, αν μπορεί να γίνει μια συμμαχία με τους σοσιαλιστές μεσίτες της εξουσίας. Ας υποθέσουμε –και είναι μόνο μια υπόθεση σε αυτό το σημείο– ότι το καπιταλιστικό αμερικάνικο μονοπώλιο ήταν σε θέση να μειώσει έναν σοσιαλιστικό σχεδιασμό στη Ρωσία με την ιδιότητα μιας αιχμάλωτης τεχνικής αποικίας. Δεν θα ήταν αυτή μια λογική διεθνιστικής επέκτασης του 20ου αι. του μονοπωλίου που κατείχε ο Morgan στους σιδηροδρόμους και του trust πετρελαίου του Rockefeller από τα τέλη του 19ου αι.;

Σκίτσο που απεικονίζει το σφραγισμένο τραίνο, που μετέφερε τον Λένιν και την συνοδεία του.

Εκτός από τους Gabriel Kolko, Murray Rothbard και τους ρεβιζιονιστές, οι ιστορικοί δεν ήταν έτοιμοι για έναν τέτοιο συνδυασμό γεγονότων. Οι ιστορικές αναφορές, με σπάνιες εξαιρέσεις, είχαν αναγκαστεί σε μια διχοτομία μεταξύ καπιταλιστών έναντι σοσιαλιστών. Η αξιομνημόνευτη και ευανάγνωστη μελέτη του George Kennan για τη Ρωσική Επανάσταση διατηρεί σταθερά αυτό το μύθο μιας διχοτομίας μεταξύ Wall Street και των Μπολσεβίκων.[2] Το Η Ρωσία αφήνει τον πόλεμο [Russia Leaves the War] έχει μόνο μια αναφορά, παρεμπιπτόντως, στην εταιρεία της J.P. Morgan και μια μόνο αναφορά στην Guaranty Trust Company. Ωστόσο, οι δύο οργανισμοί που αναφέρονται σε περίοπτη θέση στα αρχεία του State Department, στα οποία επίσης γίνεται συχνά αναφορά στο παρόν βιβλίο, είναι και τα δύο μέρος του πυρήνα των στοιχείων που παρουσιάζονται εδώ. Ούτε o Olof Aschberg, που αποδέχεται για τον εαυτό του τον τίτλο «Τραπεζίτης των Μπολσεβίκων» ούτε ο Nya Banken στη Στοκχόλμη αναφέρεται στον Kennan, παρ’ όλο που και οι δυο ήταν οι κεντρικοί χρηματοδότες των μπολσεβίκων. Επιπλέον, σε μικρές, αλλά κρίσιμες περιστάσεις, τουλάχιστον ζωτικής σημασίας για τα επιχειρήματά μας, ο Kennan έκανε εκ των πραγμάτων λάθος. Για παράδειγμα, ο Kennan αναφέρει τον διευθυντή της Federal Reserve Bank, William Boyce Thompson, καθώς άφηνε τη Ρωσία στις 27 Νοεμβρίου 1917. Η ημερομηνία αναχώρησής του θα καθιστούσε πρακτικά αδύνατο για τον Thompson να είναι στην Πετρούπολη στις 2 Δεκεμβρίου 1917, για να μεταδώσει ένα αίτημα για ένα εκατομμύριο δολάρια στον Morgan, που βρισκόταν στη Νέα Υόρκη. Τότε πάλι ο Kennan αναφέρει ότι στις 30 Νοεμβρίου 1917, ο Trotsky εκφώνησε ομιλία ενώπιον του Σοβιέτ της Πετρούπολης, στην οποία παρατήρησε ότι «σήμερα, είχα εδώ στο Ινστιτούτο Smolny δύο Αμερικανούς, που συνδέονται στενά με τα αμερικάνικα καπιταλιστικά στοιχεία». Σύμφωνα με τον Kennan, είναι «δύσκολο να φανταστούμε ποιοι θα μπορούσαν να είναι αυτοί οι δυο Αμερικανοί, αν όχι οι Robins και Gumberg». Αλλά στην πραγματικότητα ο Alexander Gumberg ήταν Ρώσος, όχι Αμερικανός. Επιπλέον, όσο ο Thompson ήταν ακόμη στη Ρωσία στις 30 Νοεμβρίου 1917, ήταν κάτι περισσότερο από πιθανό οι δύο Αμερικάνοι που επισκέφτηκαν τον Trotsky να ήταν ο Raymond Robins, ένας προαγωγέας μεταλλευτικών, που στράφηκε στις «φιλανθρωπίες» και ο Thompson της Federal Reserve Bank της Νέας Υόρκης.

Ο μπολσεβικισμός της Wall Street ήταν γνωστός στους καλά πληροφορημένους κύκλους ήδη από το 1919. Ο οικονομικός δημοσιογράφος Barron κατέγραψε μια συνομιλία με έναν μεγιστάνα του πετρελαίου, τον E.H. Doheny το 1919 και συγκεκριμένα κατονόμασε τρεις επιφανείς χρηματοδότες, τον William Boyce Thompson, τον Thomas Lamont και τον Charles R. Cane.

Πλοίο S.S. Aquitania, βράδυ της Παρασκευής 1η Φεβρουαρίου 1919.

«Πέρασα το βράδυ με τους Dohenys στη σουίτα τους. Ο κύριος Doheny είπε: αν πιστεύεις στη δημοκρατία, δεν μπορείς να πιστεύεις στο Σοσιαλισμό. Ο Σοσιαλισμός είναι το δηλητήριο που καταστρέφει την Δημοκρατία. Η Δημοκρατία σημαίνει ευκαιρίες για όλους. Ο σοσιαλισμός συντηρεί την ελπίδα ότι ένας άνθρωπος μπορεί εγκαταλείποντας την εργασία του να βρεθεί σε καλύτερη θέση. Ο μπολσεβικισμός είναι ο αληθινός καρπός του σοσιαλισμού και, αν διαβάσετε την ενδιαφέρουσα μαρτυρία ενώπιον της Επιτροπής Γερουσίας γύρω στα μέσα Ιανουαρίου, που εμφανίστηκαν όλοι αυτοί οι πασιφιστές και ειρηνοποιοί είναι συμπαθούντες των Γερμανών, σοσιαλιστές και μπολσεβίκοι, θα δείτε ότι η πλειοψηφία του σώματος των καθηγητών πανεπιστημίου στις Ηνωμένες Πολιτείες διδάσκει σοσιαλισμό και μπολσεβικισμό κι ότι 52 καθηγητές κολλεγίων ήταν στη λεγόμενη επιτροπή ειρήνης το 1914. Ο πρόεδρος Eliot του Harvard διδάσκει τον μπολσεβικισμό. Οι χειρότεροι Μπολσεβίκοι στις Ηνωμένες Πολιτείες δεν είναι μόνο οι καθηγητές κολλεγίων, εκ των οποίων ένας είναι ο πρόεδρος Wilson, αλλά κι οι καπιταλιστές κι οι σύζυγοί τους και κανείς δε φαίνεται να ξέρει για τι μιλάμε. Ο William Boyce Thompson διδάσκει τον μπολσεβικισμό και μπορεί να μεταστρέψει ακόμη και τον Lamonta της J.P. Morgan. Ο Vanderlip είναι μπολσεβίκος, το ίδιο κι ο Charles R. Crane. Πολλές γυναίκες προσχωρούν στο κίνημα κι ούτε και αυτές ούτε οι σύζυγοί τους ξέρουν τι είναι ή που οδηγεί. Ο Henry Ford είναι ένας άλλος και το ίδιο κι οι περισσότεροι από τους εκατό ιστορικούς που ο Wilson πήρε μαζί του στο εξωτερικό με την ανόητη ιδέα ότι η ιστορία μπορεί να διδάξει τη νεολαία σωστά όρια των φυλών και των εθνών γεωγραφικά.[3]»

Εν συντομία, αυτή είναι η ιστορία της μπολσεβίκικης επανάστασης και τα επακόλουθά της, αλλά μια ιστορία που αποκλίνει από τη συνήθη εννοιολογική προσέγγιση που περιορίζεται στην αντιπαλότητα μεταξύ καπιταλιστών και κομμουνιστών. Η δική μας ιστορία μας προβάλλει ως αξίωμα τη συνεργασία μεταξύ του διεθνιστικού μονοπωλιακού καπιταλισμού και του διεθνούς επαναστατικού σοσιαλισμού, προς αμοιβαίο όφελος. Το τελικό ανθρώπινο κόστος αυτής της συμμαχίας έχει πέσει στους ώμους κάθε Ρώσου και κάθε Αμερικάνου. Η επιχειρηματικότητα έχει τεθεί σε ανυποληψία και ο κόσμος προωθείται προς έναν αναποτελεσματικό σοσιαλιστικό σχεδιασμό, ως αποτέλεσμα αυτών των μονοπωλιακών ελιγμών στον κόσμο της πολιτικής και της επανάστασης.

Αυτή είναι επίσης μια ιστορία που αντικατοπτρίζει τη Ρωσική Επανάσταση. Οι τσάροι και το διεφθαρμένο πολιτικό τους σύστημα εκτινάχθηκαν μόνο για να αντικατασταθούν από τους νέους δυνατούς χρηματιστές του άλλου διεφθαρμένου πολιτικού συστήματος. Εκεί όπου οι Ηνωμένες Πολιτείες θα μπορούσαν να ασκήσουν κυρίαρχη επιρροή, για να επιφέρουν μια ελεύθερη Ρωσία, υποτάχθηκαν στις φιλοδοξίες λίγων χρηματιστών της Wall Street, που για δικούς τους σκοπούς θα μπορούσαν να δεχτούν μια κεντρική τσαρική Ρωσία ή μια κεντρική μαρξιστική Ρωσία, αλλά όχι μια αποκεντρωμένη ελεύθερη Ρωσία. Οι αιτίες αυτών των ισχυρισμών θα εκτυλιχθούν, καθώς θα αναπτύσσουμε την βασική και, μέχρι στιγμής, ανείπωτη ιστορία της Ρωσικής Επανάστασης και των επακόλουθών της.[4]

σύντροφοι για τηνΑναρχική απελευθερωτική δράση

a [σ.τ.μ.] Αμερικανός τραπεζίτης και συνεργάτης του J.P. Morgan από την 1η Ιανουαρίου του 1911. Υπηρέτησε ως οικονομικός σύμβουλος των ΗΠΑ στο εξωτερικό, τη δεκαετία 1920-1930. Ο ένας του γιος, ο Corliss, ήταν καθηγητής φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια και ορκισμένος σοσιαλιστής. Ο άλλος ήταν συνεργάτης της εταιρείας J.P. Morgan.

[1]. [σ.σ.] «Αυτοί είναι οι κανόνες του μεγάλου κεφαλαίου. Έχουν αντικαταστήσει τις διδασκαλίες των γονέων μας και μπορούν να αναχθούν σε ένα απλό αξίωμα: αποκτήστε ένα μονοπώλιο, αφήστε την κοινωνία να δουλεύει για σας. Και να θυμάστε ότι η καλύτερη από όλες τις επιχειρήσεις είναι η πολιτική, γιατί μια νομοθετική επιχορήγηση, ένα προνόμιο, μια επιδότηση ή μια φορολογική απαλλαγή αξίζει περισσότερο από ένα κοίτασμα στο Kimberly και στο Comstock [κοίτασμα μεταλλεύματος αργύρου στην περιοχή Βιρτζίνια της Νεβάδα, η πρώτη μεγάλη ανακάλυψη αργύρου στην Αμερική], καθώς δεν απαιτεί καμμιά εργασία, πνευματική ή σωματική, αλλά έχει πολλά για αξιοποίηση» (Chicago: Public Publishing, 1906), σελ. 157

[2]. [σ.σ.] George F. Kennan, Russia Leaves the War (New York: Atheneum, 1967) και Decision to Intervene. Soviet-American Relations, 1917-1920 (Princeton, N.J.: Princeton University Press, 1958).

[3]. [σ.σ.] Arthur Pound and Samuel Taylor Moore, They Told Barron (New York: Harper & Brothers, 1930), pp. 13-14.

[4]. [σ.σ.] Υπάρχει μια παράλληλη κι επίσης άγνωστη ιστορία σε σχέση με το κίνημα των μαχνοβιτών που πολέμησε τόσο τους «λευκούς», όσο και τους «κόκκινους» στον εμφύλιο πόλεμο 1919-1920 (βλ. Volin Η άγνωστη επανάσταση New York: Libertarian Book Club, 1953. Υπήρξε, επίσης, το πράσινο κίνημα που εναντιώθηκε και στους «Λευκούς» και στους «Κόκκινους». Ο συγγραφέας δεν έχει δει ποτέ ούτε μια αναφορά στους Πράσινους σε οποιαδήποτε ιστορία της Μπολσεβίκικης Επανάστασης. Ωστόσο, ο Πράσινος Στρατός είχε δύναμη 700.000 ατόμων!

Από την ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ. 170, Απρίλιος 2017
Both comments and trackbacks are currently closed.