ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΕΞΕΓΕΡΣΗ ΣΤΗΝ ΚΙΝΗΜΑΤΙΚΗ ΠΑΡΕΜΠΟΔΙΣΗ

Ή ΠΩΣ ΟΙ ΠΟΛΙΤΙΚΟΙ ΡΑΦΤΑΔΕΣ ΡΑΒΟΥΝ ΤΑ ΙΔΙΑ ΚΟΥΣΤΟΥΜΙΑ

Η αναπαράσταση μιας κοινωνικής εξέγερσης ξεκινά συνήθως από την αδυναμία της κυριαρχικής αφήγησης να την προβάλλει καθολικά ως μια εκδήλωση πολιτικά παρείσακτη, ενδεικτική της κοινωνικής «παθολογίας» των κοινωνικά «αποκλεισμένων» από τον δρομολογούμενο κατά περίπτωση «κοινωνικό μετασχηματισμό».

Η αναπαράσταση αυτή δεν αναιρεί, αλλά αντίθετα συμβαδίζει ως ένα σημείο και αλληλοκαλύπτεται με την τεχνική τής τοποθέτησης τής εξέγερσης στην σφαίρα των «προ-πολιτικών φαινομένων», στα οποία συγκαταλέγεται ο «ανορθολογισμός» της βίαιης δράσης των «μαζών». «Ανορθολογισμός», που δήθεν προκύπτει από την διαπίστωση, ότι οι κυριαρχούμενοι μπορεί απλά να διαισθάνονται τις «σημαίνουσες» εξελίξεις, όμως, καθώς η πραγματικότητα είναι πολύπλευρη και ρευστή, αδυνατούν να προβούν στη θεωρητική της αποτίμηση. Έτσι ιδιαίτερα η αριστερής υφής πολιτική διαχείριση έχει ως εφαλτήριο την πεποίθηση ότι nomina si nescis perit et cognitio rerum (αγνοώντας το όνομα χάνεται και η γνώση του αντικειμένου).

Η προσφυγή στην αναπαράσταση, σε κάθε είδους ψευδή ανακατασκευή της πραγματικότητας, σημαίνει την εξουσιαστική αναγκαιότητα να λυθούν οι «διαφορές» με την ιστορία, την προσπάθεια ιδεολογικοποίησης τού μέρους μιας μορφής αγώνα έναντι των υπολοίπων, ενός «υποκειμένου» έναντι των «άλλων».

Ας δούμε όμως ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα, όπου η εξουσιαστική αναπαράσταση μιας εξέγερσης –εκείνης του Νοέμβρη του ’73– έρχεται εκτός των άλλων να διαιρέσει κατά το δοκούν την αφήγηση της ιστορίας όχι μόνο σε δύο χρόνους στο «πριν» και το «μετά», αλλά σε πολύ περισσότερους.

Έτσι, με μεγάλη ευκολία, οι «προβοκάτορες» των Ιουλιάνων και η δράση τους προδικτατορικά «χάνονται» στον χρόνο, για να επανανακαλυφθούν στα πρόσωπα και την δράση των 300 «προβοκατόρων», που «έσπρωξαν τα πράγματα» με την κατάληψη του Πολυτεχνείου και την ακόλουθη πυροδότηση της εξέγερσης του Νοέμβρη.

Με τον ίδιο τρόπο, η εξέγερση ταυτίστηκε με την κατάληψη του Πολυτεχνείου. Μια ταύτιση που ήρθε να εξαφανίσει σταδιακά την συγκρουσιακή δράση των ατάκτων, που συγκρούονταν στους δρόμους της Αθήνας, αφού οι τελευταίοι ήταν δύσκολο να εκπροσωπηθούν αφ’ ενός, ή να κατανεμηθούν πολιτικά αφ’ ετέρου, σε αντίθεση με την πιστοποιημένη παρουσία και εκπροσώπηση των κομματικών γραμμών μέσα στην κατάληψη μέσω του «συντονιστικού», που επεδίωξε να ελέγξει τις μορφές αγώνα, να αναδείξει ηγέτες και να προβάλλει αιτήματα.

Οι «προβοκάτορες» θα καταγγελθούν και πάλι «μεταπολιτευτικά», όπου εννοείται ότι εμφανίζονται από το «πουθενά» –άρα τους πρέπει ο χαρακτηρισμός των χουντικών σταγονιδίων– για να συγκρουστούν δεκάδες φορές και με κάθε αφορμή.

Όσο για την αναπαράσταση της κοινωνικής εξέγερσης του Δεκέμβρη, έχουμε ήδη επαρκή δείγματα «γραφής». Πρόκειται για το ξέσπασμα μιας νεολαιίστικης εξέγερσης, σύμφωνα με τους κατανοούντες αριστερούς τύπου ΣΥΡΙΖΑ ή απλά ένα αδιέξοδο ξέσπασμα της νεολαίας, που εκμεταλλεύτηκαν οι κουκουλοφόροι κατά το ΚΚΕ, ενώ οι υπόλοιπες «επίσημες» αναφορές, μόλις τρεις μήνες αργότερα, μιλούν για τα «γεγονότα του Δεκέμβρη», ή για τα «Δεκεμβριανά», ή για «τυφλές βιαιότητες κουκουλοφόρων που έκαψαν τις πόλεις».

Είναι εύκολο να «ξεχνιέται» ότι οι επιθέσεις στα αστυνομικά τμήματα από μαθητές δεν ήταν μια πρακτική που συνόδευε γενικά και αόριστα τις κινητοποιήσεις τους, ούτε απλά συμπλήρωνε κάποιες καταλήψεις και διαμαρτυρίες. Ήταν η κυρίως πρακτική των οργισμένων μαθητών και όχι μιας δυναμικής μειοψηφίας. Το ίδιο βολικό είναι να «ξεχνιέται», επίσης, η επίμονη πολιορκία της βουλής, η εισβολή και οι καταστροφές υπουργείων, η ταχύτατη γενίκευση και διάχυση της σύγκρουσης σε δεκάδες πόλεις.

Πολλοί βιάστηκαν, ακόμη, να αναρωτηθούν και να μιλήσουν για μια «ανεξήγητη» συγκρουσιακή ύφεση, αδυνατώντας να προσδιορίσουν που βρίσκεται ή που θα βρεθεί ή αν θα βρεθεί η συνέχεια του «νήματος». Και άλλοι τόσοι δεν δίστασαν να «κατανοήσουν» ότι βρίσκονται μπροστά σε μια ιδανική ευκαιρία συγκομιδής κινηματικών πόρων, που θα γεμίσουν το εκλογικό καλάθι μιας αριστεράς «ανοιχτής και καλόκαρδης» απέναντι σ’ όποιον προτίθεται να της συμπαρασταθεί μ’ αυτόν τον τρόπο.

Για εμάς, οι αναρχικοί δεν αποτέλεσαν ούτε θα αποτελέσουν τον «αδύναμο» κρίκο των «υποκειμένων» που εξεγέρθηκαν τον Δεκέμβρη. Δεν καθοδήγησαν, αλλά ούτε υπήρξαν κομπάρσοι καμίας εξεγερτικής διαδικασίας, που προσανατολίζεται στην πριμοδότηση κάποιων αριστερών «αιρετικών» ενός πολιτικού συστήματος που απλά χρειάζεται εκδημοκρατισμό: καλύτερα σώματα ασφαλείας, ευαίσθητες πολιτικές για τους «αποκλεισμένους», τους άνεργους και τους μετανάστες.

Για εμάς, η πραγματικότητα της κοινωνικής εξέγερσης του Δεκέμβρη δεν αρχίζει και δεν τελειώνει με τη συλλογή κανενός είδους κινηματικών πόρων, ούτε της κοινωνίας που ξεσηκώνεται, ούτε κάποιων ταραξιών που αντιτίθενται και διαμαρτύρονται έστω με λίγο «ακραίο» τρόπο στην όξυνση των όρων καταπίεσης και εκμετάλλευσης που επιβάλλει η κυριαρχία σε περιόδους «κρίσης» και δη οικονομικής.

Δεν στοχεύουμε, ούτε είμαστε διατεθειμένοι να επιδιώξουμε τη συγκέντρωση «τώρα που είναι ευκαιρία», της μέγιστης δυνατής πολιτικής δύναμης ή την οποιαδήποτε κεφαλοποίηση της «συγκρουσιακής ηγεμονίας των αναρχικών».

Συμβάλλαμε, συμμετείχαμε και θα το ξανακάνουμε, σε κάθε προσπάθεια ανυπότακτων ανθρώπων που ξεσηκώνονται, όχι για να βελτιώσουν τις συνθήκες εξανδραποδισμού τους, ούτε για να παρεμβληθούν συγκρουσιακά στους όρους αναδιανομής των εξουσιαστικών συμφερόντων, αλλά για να καταστρέψουν ό,τι τους στερεί την ελευθερία, ό,τι καταπνιγεί την ανθρωπινότητά τους.

Η κοινωνική εξέγερση του Δεκέμβρη δεν αποτέλεσε ούτε το πρώτο «συμβάν» που πυρπόλησε τις νύχτες και τις ημέρες των εξουσιαστών, ούτε θα είναι το τελευταίο. Δεν ξεκίνησαν τότε να δολοφονούν, να ρημάζουν τις ζωές των υπηκόων τους, να βασανίζουν και να φυλακίζουν τα κοινωνικά «μιάσματα», να αστυνομεύουν και να τρομοκρατούν με νόμους και θεσμούς.

Γνωρίζουμε, όμως, –και δεν είμαστε οι μόνοι– ότι τα οδοφράγματα αυτής της εξέγερσης είναι σημαντικά και δεν έχουν μπορέσει ακόμα να τα διαλύσουν οι κρατικοί δήμιοι, που ανασυντάσσονται και επιτάσσουν κάθε τρόπο και μέσο για να σταθεροποιήσουν την κυριαρχία τους. Προσπαθούν, για να το επιτύχουν, να εμφανιστούν και πάλι ως τουλάχιστον το αναγκαίο κακό, που θα εξασφαλίσει στην κοινωνία την ασφάλεια, την τάξη και την ηρεμία.

Προστρέχουν στον καθένα που είναι διατεθειμένος να προσδιοριστεί ως φιλήσυχος και νομοταγής πολίτης και να συναινέσει, ώστε να επικρατήσει η πολιτική ομαλότητα, απαραίτητη για το «κοινό» καλό, ιδιαίτερα σε χαλεπούς καιρούς. Καταδεικνύουν, για μιαν ακόμα φορά, ως «φταίχτες» όλους εκείνους που «εγκληματούν» ενάντια στο καλό της κοινωνίας βάζοντας φωτιά στην «ομαλότητα και την πολιτική σταθερότητα του τόπου».

Ματαιοπονούν. Οι φωτιές του Δεκέμβρη δεν θα σβήσουν με τα συνηθισμένα τους τερτίπια. Τα αριστερά παραμυθάκια τελείωσαν προ πολλού, όσο και να πασχίζει η «αντάρτικη» αριστερά να πείσει για το αντίθετο.

Οι καινούργιοι τους νόμοι δεν θα επιβάλλουν, ούτε με το «καλό», ούτε με το ζόρι το σεβασμό ή την κοινωνική ανοχή στα σχέδια τους.

Μπορεί να αναδιπλώνονται και να συσπειρώνονται εκ νέου για να αντιμετωπίσουν μια ενδεχόμενη επανάληψη ανεξέλεγκτων κοινωνικών συγκρούσεων και ξεσηκωμών. Μπορεί να ετοιμάζονται να στήσουν για μιαν ακόμη φορά ένα εκλογικό πανηγυράκι, να εμφανίσουν για μιαν ακόμα φορά καταστάσεις εθνικής ανάγκης και συνοχής, που θα επιβάλλουν δήθεν την κοινωνική υπευθυνότητα και συναίνεση.

Δεν θα πείσουν. Γι’ αυτό και θα καταφύγουν και πάλι στο βούρδουλα και την τρομοκρατία.

Αλλά οι φωτιές θα ανάψουν και πάλι δίπλα σε ισχυρότερα οδοφράγματα που θα τα κρατούν αγωνιζόμενοι άνθρωποι.

Και οι αναρχικοί θα είμαστε εκεί, όχι για να βάλουμε βάλσαμο στις πληγές, αλλά για να τις ανοίξουμε ακόμα περισσότερο.

Συσπείρωση Αναρχικών

Από την ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ. 82, Απρίλιος 2009
Both comments and trackbacks are currently closed.