«ΜΕ ΓΗ, ΑΛΛΑ ΧΩΡΙΣ ΚΡΑΤΟΣ! ΑΝΑΡΧΙΑ ΣΤΟ ΓΟΥΩΛΜΑΠΟΥ!» (Μέρος Γ΄)

Οδοιπορικό στις κοινότητες των Μαπούτσε

Δεν θέλουμε αυτονομία

Ο Ντάνιελ και η Μίριαμ ζουν στην κοινότητα Juan Lincopan, στπ Ranquilhue, με τις τρεις κόρες τους. Η κοινότητα αποτελείται από περίπου 300 οικογένειες που ζουν σε 400 εκτάρια, και προσπαθεί να ανακαταλάβει άλλα 1000. Ζουν ανάμεσα σε ομαλούς λόφους, μερικώς δασωμένους, πάνω από το βορειοδυτικό τμήμα της λίμνης Lleu Lleu. Κατά μήκος του σπιτιού τους, που μόλις τελείωσαν να χτίζουν, ο Ντάνιελ και η Μίριαμ έχουν ένα μεγάλο κήπο και ψηλότερα στο λόφο ένα χωράφι για πατάτες και κριθάρι. Κάποιος από την κοινότητα έχει ένα τρακτέρ και το νοικιάζει για όργωμα, αλλιώς θα το όργωναν με βόδια. Στον κήπο τους εφαρμόζουν την οργανική γεωργία, αν και δεν έχουν αρχίσει ακόμα να ακολουθούν αυτή την πρακτική στα χωράφια.

Έχουν κοτόπουλα και μια σταθερή παραγωγή αυγών, σκυλιά που ζουν στο χώρο κάτω από το σπίτι και προειδοποιούν για όποιον πλησιάζει, φτιάχνουν το δικό τους ψωμί και μαγειρεύουν και θερμαίνουν το σπίτι με μια ξυλόσομπα. Το σπίτι έχει ύδρευση αλλά όχι αποχέτευση. Τα λύματα πηγαίνουν στον κήπο και στην άκρη του υπάρχει μια αποθήκη.

Περήφανα, η Μίριαμ μου δείχνει μια σειρά δέντρων που φύτεψαν κοντά στο σπίτι τους, τοπικά είδη όπως notro, haulli, arayan, και φουντουκιά. «Βρήκαμε τους σπόρους πάνω στα βουνά και τους φέραμε εδώ κάτω», εξηγεί. Η κορυφή των λόφων καλύπτεται ακόμα με εξωτικά δέντρα ευκάλυπτου, που κατεβάζουν το επίπεδο του νερού, αλλά καλλιεργούν τον ευκάλυπτο για ξυλεία για θέρμανση και σιγά σιγά τον αντικαθιστούν με τοπικά είδη.

Θέλουν οι κόρες τους, τουλάχιστον, να πάνε στο σχολείο για να μάθουν να διαβάζουν, αλλά δε φαίνεται να υπάρχει μεγάλη πίεση για να το παρακολουθήσουν. Τις μέρες που μένουμε μαζί τους, μια από τις κόρες τους παίζει συνεχώς ένα παιχνίδι. Η Μίριαμ λέει ότι της αρέσει να φέρνει τις κόρες της σε δράσεις ανακατάληψης γης για να νιώθουν την αίσθηση του αγώνα, και να κατανοούν ότι όλη αυτή η περιοχή είναι δική τους.

Στο παρελθόν, πολλοί νεαροί Μαπούτσε πήγαιναν στις πόλεις αλλά τώρα πολλοί περισσότεροι μένουν στην επαρχία. Αυτό που πραγματικά χρειάζονται τώρα είναι ένα ανεξάρτητο σχολείο στην περιοχή τους, που δε θα εκπαιδεύει Χιλιανούς πολίτες αλλά θα βασίζεται στην κοσμοθεωρία των Μαπούτσε.

Τόσο ο Ντάνιελ όσο και η Μίριαμ συμμετείχαν στο CAM, αλλά μετά έφυγαν. «Το CAM ήρθε απ’ έξω και έκαναν τη δουλειά τους πολύ καλά, αλλά μετά τις δράσεις έφευγαν, και ποιος θα δεχόταν τις συνέπειες; Η κοινότητα. Δε νομίζουμε ότι είναι καλή στρατηγική. Δουλεύουμε μέσα στην κοινότητα για να κάνουμε τον αγώνα από τα μέσα. Ακόμα κι αν χρειάζονται 15 με 20 χρόνια».

Το CAM, αν και είναι η πιο ριζοσπαστική οργάνωση Μαπούτσε μέχρι πρόσφατα, προτείνει την αυτονομία αντί για την ανεξαρτησία, εννοώντας ότι οι Μαπούτσε θα έπαιρναν πολιτικά και πολιτιστικά δικαιώματα, και ίσως τη δική τους περιφερειακή κυβέρνηση, μέσα στο Χιλιανό κράτος. Κάποια από τη γη τους θα τους επιστρεφόταν, ενώ η ιδιοκτησία θα διαμορφωνόταν σύμφωνα με τους υπάρχοντες καπιταλιστικούς νόμους. Όλο και περισσότεροι Μαπούτσε αρχίζουν να σκέφτονται ότι έχει έρθει ο καιρός για να προτάξουν την ανεξαρτησία τους, αποκαθιστώντας τα σύνορα πριν το 1880, όπως έχουν εγγυηθεί από πολλαπλές συνθήκες από τον Ισπανικό θρόνο και το Χιλιανό κράτος, και να αποκαταστήσουν ένα κυρίαρχο Γουολμαπού, αυτο-οργανωμένο σύμφωνα με τις δικές του παραδόσεις κουλτούρας, κυκλικό, οικοκεντρικό, αποκεντρωμένο, και μη ιεραρχικό.

Μιλήσαμε με τον Ντάνιελ και τη Μίριαμ για όλες τις ομοιότητες ανάμεσα στους αγώνες στο Γουολμαπού και τη Χώρα των Βάσκων. Οι Βάσκοι έχουν κερδίσει μια ημιαυτόνομη κυβέρνηση μέσα στο Ισπανικό κράτος, και κάποια πολιτιστικά δικαιώματα για τη διατήρηση της γλώσσας τους, μαζί με την ακόμα σκληρότερη καταστολή που εφαρμόζει ο αντι-τρομοκρατικός νόμος, τα βασανιστήρια και οι πολύχρονες φυλακίσεις για οποιονδήποτε παλεύει με όλα τα μέσα για πλήρη ανεξαρτησία του Βασκικού λαού. Αν αυτό είναι αυτονομία, «τότε δε θα αγωνιστούμε για αυτονομία», γελάει η Μίριαμ.

Καθώς ο αγώνας των Μαπούτσε δυναμώνει, η καταστολή γίνεται επίσης πιο αποτελεσματική. Στο παρελθόν, η αστυνομία θα ερχόταν στις κοινότητες των Μαπούτσε και θα χανόταν, αλλά τώρα ξέρουν που είναι τα πάντα. Τώρα υπάρχουν επίσης και ειδικοί της αστυνομίας που γνωρίζουν τη Mapudungun, τη γλώσσα των Μαπούτσε, και υπάρχει μεγαλύτερη διείσδυση χαφιέδων, όπως ένας φοιτητής από την Concepcion, του οποίου η κατάθεση οδήγησε σε πολλές συλλήψεις, και τώρα δουλεύει στο Μεξικό, λένε. «Η Μπασελέτ», η σοσιαλίστρια πρόεδρος που προηγήθηκε του Πινέιρα, «είχε δύο πρόσωπα. Έδειξε ένα ωραίο πρόσωπο, και μετά άρχισε την καταστολή. Υπήρχε περισσότερη καταστολή μ’ αυτήν απ’ ό,τι τώρα».

Είναι γεγονός ότι ένας αριθμός νεαρών Μαπούτσε σκοτώθηκε από την αστυνομία κατά την προηγούμενη κυβέρνηση. Τρεις περιπτώσεις είναι πιο πολύ γνωστές, και τα ονόματά τους κοσμούν τους τοίχους πολλών πόλεων γύρω από τις περιοχές των Μαπούτσε. Ο Άλεξ Λέμουν, πυροβολήθηκε στο κεφάλι κοντά στο Ανγκόλ. Ο Ματίας Κατριλέο πυροβολήθηκε στην πλάτη τον Ιανουάριο του 2008 στο χωράφι ενός μεγάλου τσιφλικά, το πτώμα του έπεσε σ’ ένα κανάλι και έπρεπε να το μαζέψουν. Ο Μεντόζα Κόλιου πυροβολήθηκε στην πλάτη τον Αύγουστο του 2009. «Όλοι τους πυροβολήθηκαν από πίσω, κανένας από μπροστά», εξηγεί ο Ντάνιελ σοβαρά. «Όλοι έτρεχαν!» προσθέτει η Μίριαμ, και αρχίζουν να γελάνε.

Μιλάνε για τον αγώνα και πώς αυτός μεγαλώνει πέρα από τον εξουθενωτικό κύκλο της δράσης, των συλλήψεων, της υποστήριξης, και πώς χρειάζεται να αναπτύξουν μια οργάνωση νομικής βοήθειας, σαν ασπίδα, για να λειτουργεί παράλληλα με τα πιο μαχητικά κομμάτια του αγώνα.

Οι Μαπούτσε δεν είναι με καμία έννοια θύματα. Αυτές οι αντιπαραθέσεις έχουν λάβει χώρα κατά τη διάρκεια ενός δυνατού αγώνα για την ανακατάληψη της γης τους. Στο Ranquilhue, υπήρχαν κάποια τρέιλερ όπου ζούσαν εργαζόμενοι ως υλοτόμοι, φυλάσσοντας τη σφετερισμένη γη.

Γύρω στο 2004, τα σπίτια πυρπολήθηκαν, και οι εργάτες και οι οικογένειές τους κάηκαν. Τότε το κράτος έστησε ένα κέντρο διοίκησης, όπου ζούσαν κάποιοι αστυνομικοί, για να φρουρεί τις φυτείες της ξυλείας. Η στρατηγική ελέγχου της Χιλής είναι πολύ νομικίστικη, έτσι αντί να προσλαμβάνουν μισθοφόρους ή παραστρατιωτικούς όπως θα έκαναν σε άλλες χώρες, οι εταιρίες υλοτομίας βασίζονται απευθείας στην προστασία της αστυνομίας.

Γύρω στο 2006, ήταν καιρός για την αστυνομία να φύγει. Αυτή τη φορά, τα μέλη της κοινότητας δεν ήρθαν μέσα στη νύχτα, αλλά την ημέρα, μερικές εκατοντάδες, και έδιωξαν την αστυνομία. Από τότε, η συγκεκριμένη φυτεία πεύκων έμεινε απροστάτευτη, και η κοινότητα άρχισε να την καθαρίζει ώστε να καλλιεργήσουν. Μέχρι τότε, η εταιρία υλοτομίας ήθελε να νοικιάσει δικαιώματα γης στις όχθες της λίμνης, της Lleu Lleu, για να χτίσει ένα τουριστικό ξενοδοχείο. Οι ντόπιοι Μαπούτσε θα προσλαμβάνονταν, συμπληρώνει ο Ντάνιελ με αηδία, δουλεύοντας για τους τουρίστες, πουλώντας τους λαχανικά και καθαρίζοντας τις τουαλέτες τους. Αφού εκδιώχτηκε η αστυνομία, το σχέδιο για ξενοδοχείο έμεινε στα χαρτιά. Κάποια τουριστικά καταλύματα που κατείχαν μη-ντόπιοι πυρπολήθηκαν εκείνο τον καιρό. Γύρω από το Ranquilhue υπάρχουν κάποια εξοχικά που κατείχαν Μαπούτσε και τα νοίκιαζαν για να εξασφαλίζουν κάποιο εισόδημα, αλλά τώρα υποβαθμίστηκαν και τα διαχειρίζεται η κοινότητα.

Υπάρχει, πάντως, ένα πρόβλημα με τον ιθαγενή καπιταλισμό. Ο Ντάνιελ και η Μίριαμ διηγούνται την ιστορία ενός μέλους της κοινότητας που χρησιμοποίησε τη γη του για μικρής κλίμακας αγροτική επιχείρηση, και άλλων που έδιωξαν τις εταιρίες υλοτομίας μόνο και μόνο για να συνεχίσουν να καλλιεργούν και να πουλούν εξωτικά δέντρα. Αλλά οι μόνοι που μπορούν να αγοράσουν αυτή την ξυλεία ήταν οι ίδιες εταιρίες, έτσι στο τέλος δεν τους ένοιαζε ποιος έλεγχε ή διαχειριζόταν τη γη αρκεί να συνέχιζε να παράγει υπό μια καπιταλιστική λογική. Η αναπαραγωγή του καπιταλισμού μέσα στον αγώνα τους είναι ένας αναγνωρισμένος κίνδυνος.

Και μετά ήταν και οι πολιτικοί Μαπούτσε. Υπάρχουν αυτοί που δουλεύουν με την κυβέρνηση, και αυτοί που προσπαθούν να σχηματίσουν πολιτικά κόμματα για να ενσωματώσουν τον αγώνα, «αλλά δεν υπάρχει κανένα πολιτικό κόμμα Μαπούτσε, δεν υφίσταται, επειδή κλείσαμε την πόρτα και μείνανε έξω».

«Οι Μαπούτσε μπορούν να έχουν την ανεξαρτησία τους, αλλά αν δεν έχουν την πνευματική πλευρά των πραγμάτων τότε είναι ένα τίποτα. Ένας Μαπούτσε χωρίς newen δεν είναι Μαπούτσε». Newen, εξηγούν, σημαίνει δύναμη, αλλά είναι επίσης η δύναμη της φύσης, ή η ενέργεια που λαμβάνει κανείς από το φυσικό κόσμο. «Τη στιγμή που ο ουρανός πηγαίνει από το σκοτάδι στο φως λαμβάνεις όλη τη δύναμή σου». Συνεπώς, υπάρχει μια τελετουργία Μαπούτσε που δέχεται κάποιος σε δύσκολους καιρούς, ξυπνώντας πριν τα χαράματα για να ζητήσει και να λάβει τη δύναμη του σύμπαντος.

Ξυλεία!

Ένα πεύκο ηλικίας 50 χρόνων, ορθώνεται σε ύψος 100 ποδιών, και κάνει ένα φοβερό θόρυβο καθώς πέφτει στη γη. Στην αρχή, όταν αρχίζει να γέρνει, ακούς τον κάθε τριγμό του ξύλου. Μετά, όταν δεν κρατιέται άλλο, η βαρύτητα το οδηγεί κάτω και όλοι οι ήχοι γίνονται μια ακουστική μαύρη τρύπα, και όλος ο κόσμος σιωπά. Μετά, ακριβώς πριν την πρόσκρουση, αντιλαμβάνεσαι ένα φοβερό άνεμο, καθώς τραβιούνται τα χιλιάδες κλαδιά ολοένα και πιο γρήγορα μέσα στον αέρα. Τέλος, όταν το σπουδαίο δέντρο χτυπάει το έδαφος, νιώθεις τη βροντή μέσα στα κόκαλά σου, σαν να είσαι για μια στιγμή το ίδιο το δέντρο.

Είναι λυπηρό να σκοτώνεις ένα τέτοιο σπουδαίο δέντρο, ειδικά με ένα εργαλείο τόσο χοντροκομμένο όπως το αλυσοπρίονο. Αλλά ο θάνατος μπορεί να είναι μια ευκαιρία για χαρά. Αυτό το δέντρο δεν έπρεπε να είναι εδώ, και στο σώμα του υπάρχουν πενήντα χρόνια πλούτου, που μια αποικιοκρατική εταιρία προσπάθησε να κλέψει, αλλά τώρα θα επιστρέψει στο έδαφος απ’ το οποίο προήλθε. Την επόμενη χρονιά, θα υπάρχει μια φωτιά, και οι στάχτες θα γίνουν πατάτες ή δέντρα arayan.

Περνάμε την υπόλοιπη μέρα περπατώντας μέσα στη φυτεία, κόβοντας δέντρα εδώ κι εκεί, κινούμενοι συνεχώς. Σε ένα σημείο προσπερνάμε τα αποκαΐδια τροχόσπιτων βαμμένων με συνθήματα των Μαπούτσε, και το αναποδογυρισμένο σκουριασμένο απομεινάρι ενός περιπολικού. Εδώ έγινε μια μάχη, μια νίκη. Η ανακατάληψη γης σ’ αυτό το σημείο είναι πρόσφατη, αλλά ήδη ένα χωράφι έχει καλλιεργηθεί ως τη μέση. Την άλλη χρονιά θα είναι παραπάνω. Σιγά-σιγά.

Στο δρόμο πενήντα μέτρα πιο κάτω, ένα μεγάλο κόκκινο φορτηγό σταματάει μπροστά μας. Μπορεί να είναι εργάτες κάποιας εταιρίας, ή ασφαλίτες. Τρέχουμε στα δέντρα. Ο αγώνας συνεχίζεται.

Παρανομία

Είναι αργά το βράδυ όταν παίρνουμε ένα δρόμο με πολλές στροφές και φτάνουμε στο μέρος που κρύβεται ο Juan Carlos Millanao. Καταζητείται και ζει μερικούς μήνες τώρα στην παρανομία, κατηγορούμενος για ένα έγκλημα με τον αντι-τρομοκρατικό νόμο. Ο εισαγγελέας ζητάει φυλάκιση 73 χρόνων για την περίπτωσή του. Μας λέει την ιστορία του.

Έφυγε από την κοινότητά του στην ηλικία των 16, και έζησε στην πόλη για εννιά χρόνια, άστεγος, κάνοντας το μικροπωλητή για να επιβιώσει. Το 1990 γύρισε σπίτι του αλλά είδε ότι κανείς δε μιλούσε για τον αγώνα. Έτσι πήγε στο Σαντιάγκο, όπου βρήκε δουλειά σε ένα ορυχείο στο βορρά. Για δέκα χρόνια δούλεψε στο ορυχείο, περιστασιακά γυρνούσε για να φέρει χρήματα και να συμμετέχει στον αγώνα και ξανάφευγε, πριν να μπει στο στόχαστρο των αρχών. Για χρόνια υποστήριξε τον αγώνα και απέφυγε τη σύλληψη. Μετά από 10 χρόνια δουλειάς, η κοινότητά του τελικά πήρε το κτήμα που είχε καταπατηθεί, και αυτός επέστρεψε να ζήσει εκεί και να σκεφτεί για την ανεξαρτησία. «Πρέπει να αγωνιστώ για το λαό μου», λέει.

«Ο αγώνας των Μαπούτσε έχει ό,τι χρειάζεται» μας λέει. «Και είμαστε πάντα τρία βήματα μπροστά από το κράτος». Έχουν στρατηγική, μας εξηγεί. Μια φορά, κατέλαβαν ένα κτήμα που περιβαλλόταν από τάφρο και ηλεκτροφόρο σύρμα και φρουρούνταν από την αστυνομία. Εκατοντάδες άτομα πήγαν να διαμαρτυρηθούν και να αντιμετωπίσουν την αστυνομία μπροστά στο κτήμα, και τότε άλλοι εμφανίστηκαν μέσα στην ιδιοκτησία, πίσω από την αστυνομία, και την έκαψαν. «Η αστυνομία ποτέ δεν κατάλαβε πώς μπήκαν μέσα». Κρυφογέλασε.

Η παρανομία, εξηγεί ο Χουάν Κάρλος, σπάνια διαρκεί πάνω από δύο χρόνια ώσπου να συλληφθεί ο φυγάς, αλλά η φυγή αυτή μπορεί να δείξει την περιφρόνηση προς την κρατική δικαιοσύνη και μια άρνηση υποταγής στους θεσμούς τους. Ο χρόνος φυγοδικίας μπορεί επίσης να κάνει τα πράγματα πιο δύσκολα για τις διωκτικές αρχές, καθώς μάρτυρες εξαφανίζονται ή αλλάζουν την κατάθεσή τους.

Σε ένα άλλο σημείο της συζήτησης, εξηγεί πόσο σημαντική είναι η λίμνη για τους ανθρώπους της περιοχής, και πώς δεν είναι σύμπτωση που διατηρείται τόσο καθαρή. Νωρίτερα, μας είχαν δείξει ένα μέρος της λίμνης με μια μικρή μηχανοκίνητη βάρκα, επειδή το να πας απ’ τη μια μεριά στην άλλη είναι σχεδόν αδύνατο, αλλά συνήθως η λίμνη είναι αδιατάρακτη και μια μηχανοκίνητη βάρκα δε θα μείνει ποτέ στο νερό όταν δε χρησιμοποιείται. Αστειευόμενος λέει ότι αν έρθουν τουρίστες και δοκιμάσουν να κάνουν τζετ-σκι στη Lleu Lleu, θα τους κανόνιζαν. «Εμείς οι Μαπούτσε είμαστε πολύ καλοί με μια πέτρα και μια σφεντόνα», χαμογελάει.

Όταν ρωτάω για τις σχέσεις τους με τους αναρχικούς, συμφωνεί ότι δείχνουν πολύ καλή αλληλεγγύη, αλλά οι Χιλιανοί αναρχικοί «δεν έχουν newen». Η πνευματική πλευρά λείπει τελείως και αυτό είναι μια μεγάλη αδυναμία, λέει.

Οι απεργοί πείνας στις φυλακές του Τεμούκο επίσης υποβάθμισαν τη σημασία της πνευματικότητάς τους. Οι machis τους είχαν μπορέσει να τους επισκεφτούν και να τους φροντίσουν ενώ ήταν έγκλειστοι, και αυτή η στήριξη τους επέτρεψε να συνεχίσουν πολύ περισσότερο και να μην τρώνε.

Λίγο-λίγο

Ο Mauricio Huaquillao, ένας από τους απεργούς πείνας, μας είπε: «Θέλουμε να ξαναχτίσουμε το λαό μας, και αυτό το σχέδιο μάς οδηγεί άμεσα στην αντιπαράθεση με το κράτος με όλα τα δυνατά μέσα. Μέχρι τώρα δεν είχαμε ένοπλες οργανώσεις. Είμαστε επικίνδυνοι λόγω των ιδεών μας».

Η καλύτερη αλληλεγγύη βασίζεται στις προσωπικές σχέσεις και την αμοιβαιότητα. Καθώς οι αναρχικοί συνεχίζουν να στηρίζουν τον αγώνα των Μαπούτσε και να επιτίθενται σ’ αυτούς που τους καταπιέζουν, κερδίζουμε πολλά, καθώς οι Μαπούτσε πυρπολούν τους ρηχούς θεσμούς του Κράτους και του Κεφαλαίου σε μια γωνιά του κόσμου, και συνεχίζουν να αναπτύσσουν ένα στιβαρό αγώνα απ’ τον οποίο μπορούμε να μάθουμε πολλά.

Κι εμείς επίσης αγωνιζόμαστε για εκατοντάδες χρόνια, αλλά χρειάζεται να αναβιώσουμε αυτές τις ρίζες για να πάρουμε δύναμη απ’ αυτές. Μπορούμε να δούμε ότι υπάρχουν δεκάδες μονοπάτια αγώνα, και δεκάδες είδη αναρχικών που δεν είναι αναρχικοί, σύντροφοι που είναι διαφορετικοί, και χωρισμένοι, αλλά αντανακλούν λίγο από μας, στην κοινή αγάπη μας για την ελευθερία και το μίσος για την κυριαρχία. Ως αναρχικοί, δε χρειάζεται να ανήκουμε στην ίδια οργάνωση μ’ αυτούς, να χρησιμοποιούμε την ίδια στρατηγική, ή να υιοθετούμε την ίδια κοσμοθεώρηση, για να πολεμάμε μαζί και χώρια ως σύντροφοι, επειδή είμαστε ενάντια στον κόσμο του επιβεβλημένου συγκεντρωτισμού.

Μακάρι να επιτύχουν να κινηθούν από την αυτονομία στην ανεξαρτησία, και μακάρι να συνεχίσουμε να βρίσκουμε αυτές τις ρίζες σε ξεριζωμένες χώρες και να αναπτύξουμε μια δύναμη που ξεπερνάει την καταστολή.

Για τη Γη και την Ελευθερία, συνεχίζουμε.

Μετάφραση-Απόδοση: Αναρχικός Πυρήνας ΞΑΝΑ ΣΤΟΥΣ ΔΡΟΜΟΥΣ

Δημοσιεύθηκε στην ΔΙΑΔΡΟΜΗ ἘΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ. 100, Δεκέμβριος 2010
Advertisements
Both comments and trackbacks are currently closed.