Περί βασανιστηρίων

«Ζυ­γώ­νει η ε­πο­χή των ‘‘λευ­κών βα­σα­νι­στη­ρί­ων’’. Ό­χι πια ουρ­λια­χτά και αί­μα­τα και δυ­σώ­δη δε­σμω­τή­ρια με λά­σπη α­πό ού­ρα και πε­ριτ­τώ­μα­τα, αλ­λά ε­πεμ­βά­σεις ερ­γα­στη­ρί­ου, α­το­μι­κές ή ο­μα­δι­κές, ά­με­σες ή α­πό α­πό­στα­ση, για αλ­λα­γή ή προ­σαρ­μο­γή της συ­μπε­ρι­φο­ράς των πο­λι­τών –η τη­λε­ό­ρα­ση δρέ­πει τους πρώ­τους καρ­πούς– για την πει­θή­νια υ­πα­κο­ή σε ε­πι­τα­γές, για τη με­τα­βο­λή του ψυ­χι­σμού και τη διά­βρω­ση του πνεύ­μα­τος, για τη δο­λο­φο­νί­α των ι­δε­ών, το α­λυ­σό­δε­μα της σκέ­ψης και την κα­τά­λυ­ση της δια­φω­νί­ας και του α­ντι­λό­γου.

Στα πα­ρα­δο­σια­κά βα­σα­νι­στή­ρια το θύ­μα μπο­ρεί α­νά­λο­γα με την ψυ­χι­κή του καρ­τε­ρί­α, να νι­κή­σει τον δή­μιο του, να μη μι­λή­σει, να μην υ­πο­κύ­ψει. Αλ­λά με τα ψυ­χο­κτό­να μέ­σα της νέ­ας τε­χνο­λο­γί­ας η α­ντί­στα­ση του εκ­μη­δε­νί­ζε­ται, ε­πει­δή κα­ταρ­ρέ­ει και σβή­νει η προ­σω­πι­κό­τη­τα». (Κ. Σι­μόπου­λος, Βα­σα­νι­στή­ρια και Ε­ξου­σί­α)

Λι­θο­βο­λι­σμός, α­να­σκο­λο­πι­σμός, κα­τα­πο­ντι­σμός, α­παγ­χο­νι­σμός, πυ­ρά, καρ­μα­νιό­λα, α­πο­κε­φα­λι­σμός, πα­λού­κω­μα, τσι­γκέ­λι, φά­λαγ­γα… Η ι­στο­ρί­α της ε­πι­βο­λής, εί­ναι γραμ­μέ­νη με το αί­μα α­μέ­τρη­των αν­θρώ­πων. Α­πό την Βί­βλο και τις Δια­θή­κες, την αρ­χαί­α Ελ­λά­δα, τους Πέρ­σες, τη Ρω­μα­ϊ­κή αυ­το­κρα­το­ρί­α, το Βυ­ζά­ντιο κ.α., πα­ντού, υ­πάρ­χουν κα­τα­γε­γραμ­μέ­νοι οι τρό­ποι με τους ο­ποί­ους η ε­ξου­σί­α βα­σα­νί­ζει.

Α­πό τους έ­ντε­κα «ε­πι­με­λη­τές των κα­κούρ­γων» της Α­θή­νας, (κλη­ρω­τοί άρ­χο­ντες, αρ­μό­διοι για ε­κτέ­λε­ση των ποι­νών, τους δι­κα­στές της Ρώ­μης, (μέ­σα στα δι­κα­στή­ρια των ο­ποί­ων κυ­λού­σαν ρυά­κια αί­μα­τος, μας ε­νη­με­ρώ­νει ο Λι­βά­νιος), μέ­χρι τα δι­κα­στή­ρια του Βυ­ζα­ντί­ου ό­που «κλα­βι­κου­λά­ριοι (φρου­ροί των κα­τα­δί­κων) με­τά ρα­βδού­χων σι­δη­ρέ­οις δε­σμοίς καί ποι­ναιών (τι­μω­ρη­τι­κών) ορ­γά­νων και πλή­κτρων (ρο­πά­λων, μα­στι­γί­ων κ.λπ.) ποι­κι­λί­α σα­λευό­ντων τώ φό­βω το δι­κα­στή­ριον», (σύμ­φω­να με τον Ιω­άν­νη Λυ­δό τον 6ο αιώ­να). Α­πό τον Με­σαί­ω­να και τον Α­να­κρι­τή, τον Βα­σα­νι­στή (executor) και τον Γραμ­μα­τι­κό (escribano – ο ο­ποί­ος κα­τέ­γρα­φε ό,τι­δή­πο­τε γί­νο­νταν ή λέ­γο­νταν, α­πό τις ε­ρω­τή­σεις του α­να­κρι­τή μέ­χρι τα λό­για/βο­γκη­τά του βα­σα­νι­ζό­με­νου), μέ­χρι τους ση­με­ρι­νούς α­να­κρι­τι­κούς υ­παλ­λή­λους, οι ο­ποί­οι παίρ­νουν την κα­τά­θε­ση με την «βο­ή­θεια» των δια­φό­ρων χη­μι­κών πα­ρα­σκευα­σμά­των και ψυ­χο­φαρ­μά­κων και με τα στό­μια των ό­πλων κολ­λη­μέ­να στους κρο­τά­φους ό­χι μό­νο κα­τη­γο­ρου­μέ­νων αλ­λά και … συ­νη­γό­ρων, πα­ντού και πά­ντα, ο βα­σα­νι­σμός των αν­θρώ­πων, με ό,τι πιο διε­στραμ­μέ­νο, α­πο­κρου­στι­κό αλ­λά και θα­να­τη­φό­ρο τρό­πο, γί­νε­ται.

Τα βα­σα­νι­στή­ρια α­πο­τε­λούν α­να­πό­σπα­στο κομ­μά­τι, της κρα­τι­κής ε­πι­βο­λής. Σε ο­ποια­δή­πο­τε μορ­φή τους, εί­ναι ο τρό­πος, με τον ο­ποί­ο το κρά­τος, θα ΤΙ­ΜΩ­ΡΗ­ΣΕΙ, θα ΠΑ­ΡΑ­ΔΕΙΓ­ΜΑ­ΤΙ­ΣΕΙ και το ση­μα­ντι­κό­τε­ρο, θα ΕΚ­ΔΙ­ΚΗ­ΘΕΙ. Α­κό­μα και σή­με­ρα, αυ­τά τα ό­ποια πλαί­σια «ε­πιεί­κειας», τα ο­ποί­α χα­ρα­κτη­ρί­ζουν τα δη­μο­κρα­τι­κά κα­θε­στώ­τα κ.λπ. δεν εί­ναι τί­πο­τα άλ­λο πέ­ρα α­πό πο­λύ προ­σε­χτι­κά δο­μη­μέ­νους θε­σμούς και μη­χα­νι­σμούς, που στό­χο έ­χουν να δη­μιουρ­γή­σουν ε­νο­χές στον ό­ποιο «κα­τη­γο­ρού­με­νο, ε­ξυ­ψώ­νο­ντας ταυ­τό­χρο­να την «κρα­τι­κή με­γα­λο­ψυ­χί­α», εμ­φα­νί­ζο­ντας έ­να κρά­τος με «αν­θρώ­πι­νο προ­σω­πείο» που α­σχο­λεί­ται με τον κά­θε έ­να ξε­χω­ρι­στά, λαμ­βά­νο­ντας υπ’ ό­ψιν τις ε­κά­στο­τε ι­διαι­τε­ρό­τη­τες κ.λπ. κ.λπ. Τον άν­θρω­πο ε­κεί­νο, ο ο­ποί­ος τόλ­μη­σε να α­ψη­φή­σει ή να πα­ρα­βεί το νό­μο του.

Βα­σα­νι­στή­ρια γί­νο­νται –«φυ­σι­κά»– και σή­με­ρα κα­θη­με­ρι­νά σε ό­λο τον κό­σμο. Τα εί­δη ποι­κί­λουν και ξε­περ­νούν και τη πιο νο­ση­ρή φα­ντα­σί­α. Λευ­κά κε­λιά, χει­ρο­πέ­δες για χέ­ρια και πό­δια, α­λυ­σί­δες, συ­σκευές η­λε­κτρο­σόκ, δα­χτυ­λή­θρα βα­σα­νι­σμού, «κρε­βά­τι της τί­γρης», κα­ρέ­κλα α­κι­νη­σί­ας, δα­κρυ­γό­να, σπρέι πι­πε­ριού, α­ναι­σθη­τι­κά, ψυ­χια­τρεί­α (ψυ­χο­φάρ­μα­κα, κα­θή­λω­ση, κ.α.), κτλ.

Στην Κί­να ό­σοι δια­φω­νούν με το κα­θε­στώς εί­ναι… «ψυ­χα­σθε­νείς», «α­πει­λή για τη δη­μό­σια τά­ξη» και γι’ αυ­τό κλεί­νο­νται σε ψυ­χια­τρεί­α. Τα «νο­σο­κο­μεί­α Αν­κάν­γκ» («η­ρε­μί­α και υ­γεί­α») εί­ναι έ­να δί­κτυο ψυ­χια­τρι­κών νο­σο­κο­μεί­ων ει­δι­κευ­μέ­νων που δια­χει­ρί­ζε­ται η α­στυ­νο­μί­α. Στη δε­κα­ε­τί­α του ’90 υ­πήρ­χαν 20 τέ­τοια νο­σο­κο­μεί­α που φι­λο­ξε­νού­σαν 12 εκ. αν­θρώ­πους, το 10% των ο­ποί­ων αμ­φι­σβή­τη­σαν το κα­θε­στώς.

Σε μια φυ­λα­κή της Κα­λι­φόρ­νια έ­νας 20χρο­νος κρα­τού­με­νος κλώ­τση­σε έ­να φύ­λα­κα και τό­τε με­τα­φέρ­θη­κε δια της βί­ας στο κε­λί ε­νός βα­ρυ­ποι­νί­τη με δια­στά­σεις δι­πλά­σιες του νε­α­ρού. Ο νε­α­ρός δερ­νό­ταν και βια­ζό­ταν ε­πί μί­α βδο­μά­δα. Με­τά το τέ­λος της «τι­μω­ρί­ας» του με­τα­φέρ­θη­κε μι­σο­πε­θα­μέ­νος σε άλ­λη πτέ­ρυ­γα. Στη δη­μό­σια φυ­λα­κή Μο­ντγκό­με­ρι των Η.Π.Α., συ­νί­στα­ται το δέ­σι­μο του κρα­τού­με­νου με χει­ρο­πέ­δες πά­νω σε μια σι­δε­ρέ­νια μπά­ρα στο ύ­ψος του κε­φα­λιού του στο προ­αύ­λιο της φυ­λα­κής, ο ο­ποί­ος πα­ρα­μέ­νει σε αυ­τή τη θέ­ση α­πό τρεις έ­ως δε­κα­πέ­ντε μέ­ρες και δεν ξε­κρε­μιέ­ται κα­θό­λου. Α­φο­δεύ­ει μπρο­στά σε ό­λους, οι πό­νοι εί­ναι α­φό­ρη­τοι, οι α­γκυ­λώ­σεις των α­κρών μό­νι­μες, κα­θώς και οι βλά­βες στη μέ­ση, ε­νώ δε λεί­πουν τα ε­γκαύ­μα­τα και οι θερ­μο­πλη­ξί­ες ή τα κρυο­πα­γή­μα­τα.

Στις φυ­λα­κές super max security confinement (φυ­λα­κές υ­ψί­στης α­σφα­λείας) των Η.Π.Α. ε­φαρ­μό­στη­κε έ­να μο­ντέ­λο που κά­νει πά­τα­γο και στη Ευ­ρώ­πη. Εί­ναι το κα­θε­στώς δια­χω­ρι­σμού κρα­του­μέ­νων και προ­βλέ­πει α­το­μι­κό πε­ριο­ρι­σμό στο κε­λί και ε­λά­χι­στες ώ­ρες έ­ξω α­πό αυ­τό. Σε αρ­κε­τές πε­ρι­πτώ­σεις οι κρα­τού­με­νοι βγαί­νουν στο προ­αύ­λιο χώ­ρο μό­νο μί­α φο­ρά την ε­βδο­μά­δα, ό­τι συν­θή­κες και να ε­πι­κρα­τούν τη συ­γκε­κρι­μέ­νη ώ­ρα, για 30 λε­πτά. Το προ­αύ­λιο εί­ναι τέσ­σε­ρις τοί­χοι ύ­ψους δέ­κα μέ­τρων. Στο 12τ.μ. κε­λί υ­πάρ­χει αρ­κε­τά ψη­λά έ­να μι­κρό πα­ρά­θυ­ρο για να μη μπο­ρεί ο κρα­τού­με­νος να δει απ’ έ­ξω και να μπαί­νει λι­γο­στό φυ­σι­κό φως. Ο φω­τι­σμός του κε­λιού με λά­μπα εί­ναι συ­νε­χής για 16 ώ­ρες και μειώ­νε­ται τις υ­πό­λοι­πες, εί­ναι ό­μως αρ­κε­τά δυ­να­τός για διά­βα­σμα, με α­πο­τέ­λε­σμα να εί­ναι δύ­σκο­λος ο ύ­πνος. Έ­να βά­ψι­μο των τοί­χων με ά­σπρο χρώ­μα και έ­χου­με τα γνω­στά σε ό­λους λευ­κά κε­λιά. Η πα­ρα­πά­νω συ­μπλή­ρω­ση έ­γι­νε με­τά α­πό με­λέ­τη της α­ντί­δρα­σης του αν­θρώ­πι­νου ορ­γα­νι­σμού στα διά­φο­ρα χρώ­μα­τα. Το λευ­κό α­πο­δεί­χτη­κε ό­τι «τρε­λαί­νει».

Οι ε­πι­πτώ­σεις στον αν­θρώ­πι­νο ορ­γα­νι­σμό εί­ναι α­νε­πα­νόρ­θω­τες. Συ­μπτώ­μα­τα κα­τά­θλι­ψης και ψύ­χω­σης με την πά­ρο­δο του χρό­νου, ψευ­δαι­σθή­σεις και υ­πε­ρευαι­σθη­σί­α στους ε­ξω­τε­ρι­κούς πα­ρά­γο­ντες. Στην Τουρ­κί­α, ό­που υ­πάρ­χουν τέ­τοιου εί­δους φυ­λα­κές ε­φαρ­μό­ζο­νται ό­λα τα πα­ρα­πά­νω και σε πε­ρι­πτώ­σεις ό­που κρα­τού­νται μα­ζί μέ­χρι τρί­α ά­το­μα, οι συ­μπλο­κές και τραυ­μα­τι­σμοί με­τα­ξύ τους εί­ναι συ­χνό φαι­νό­με­νο. Ε­δώ μι­λά­με για πε­ρι­πτώ­σεις «α­ντι­φρο­νού­ντων», δη­λα­δή για αν­θρώ­πους με κοι­νές ι­δέ­ες και α­ντι­λή­ψεις, που πριν φυ­λα­κι­στούν ή­ταν σύ­ντρο­φοι και α­γω­νί­ζο­νταν για τον ί­διο σκο­πό.

[…]

Η ύ­παρ­ξη βα­σα­νι­στη­ρί­ων α­πο­δει­κνύ­ε­ται και α­πό το ε­μπό­ριο μέ­σων βα­σα­νι­σμού, μί­α α­πό τις πιο ε­πι­κερ­δείς ε­πι­χει­ρή­σεις. Ό­πλα υ­ψη­λής τά­σης για η­λε­κτρο­σόκ, χη­μι­κές συ­σκευές για έ­λεγ­χο του πλή­θους, «τή­ζερ­ς» που ε­κτο­ξεύ­ουν «α­γκι­στρο­ει­δή» συρ­μά­τι­να βε­λά­κια σε θύ­μα­τα που βρί­σκο­νται μέ­χρι και 30 μέ­τρα μα­κριά, ζώ­νες που ε­φαρ­μό­ζο­νται σε κρα­τού­με­νους με λου­ριά και ρυθ­μί­ζο­νται με τη­λε­χει­ρι­στή­ρια, οι ο­ποί­ες, ό­ταν ε­νερ­γο­ποι­η­θούν, διο­χε­τεύ­ουν 50.000 βολ­τ στα νε­φρά για λί­γα δευ­τε­ρό­λε­πτα. Τε­χνο­λο­γί­α που ξε­κί­νη­σε στις Η.Π.Α. –χρη­σι­μο­ποι­ή­θη­κε σε κρα­τού­με­νους σε πε­ρισ­σό­τε­ρες α­πό 50.000 πε­ρι­πτώ­σεις με­τα­ξύ 1994-1999– και έ­χει ε­ξα­πλω­θεί σε Α­σί­α, Ευ­ρώ­πη και Ν. Α­φρι­κή. Η τε­χνο­λο­γί­α «τρέ­χει», αλ­λά και οι «πα­τρο­πα­ρά­δο­τες» μέ­θο­δοι (α­λυσ­σο­δέ­μα­τα σε σα­νί­δα και τε­ντώ­μα­τα, γκλοπ­ς, κα­ρέ­κλες α­κι­νη­σί­ας, χρή­ση χη­μι­κών, κτλ) ε­ξα­κο­λου­θούν να ε­φαρ­μό­ζο­νται.

Σύμ­φω­να με τη Διε­θνή Α­μνη­στί­α, τη δε­κα­ε­τί­α του ’80 τριά­ντα χώ­ρες πα­ρή­γα­γαν και προ­μή­θευαν συ­σκευές η­λε­κτρο­σόκ, το 2000 ο α­ριθ­μός αυ­ξά­νει στις 130, ε­νώ 86 βο­ρειο­α­με­ρι­κα­νι­κές ε­ται­ρεί­ες κα­τα­σκεύ­α­σαν και ε­μπο­ρεύ­τη­καν ε­ξαρ­τή­μα­τα η­λε­κτρο­σόκ στη δε­κα­ε­τί­α του 1990. Με­τα­ξύ 1997-2000 το υ­πουρ­γεί­ο Ε­μπο­ρί­ου των Η.Π.Α. ε­νέ­κρι­νε ε­ξα­γω­γές ό­πλων υ­ψη­λής τά­σης για η­λε­κτρο­σόκ, ρά­βδων η­λε­κτρο­σόκ και συ­σκευών τύ­φλω­σης σε: Ρω­σί­α (κό­στος: 4,17 εκ. δο­λά­ρια), Σα­ου­δι­κή Α­ρα­βί­α (3), Σλο­βε­νί­α (2,16), Βουλ­γα­ρί­α (1,54), Ε­νω­μέ­να Α­ρα­βι­κά Ε­μι­ρά­τα (1,2) και Κρο­α­τί­α (1,07). Η χρή­ση ρά­βδων η­λε­κτρο­σόκ α­πό φυ­λα­κές α­σφα­λεί­ας για τη μα­ζι­κή α­πώ­θη­ση του πλή­θους προ­κά­λε­σε το θά­να­το σε 16 ε­πι­βά­τες τρέ­νου και τον τραυ­μα­τι­σμό άλ­λων 80 στις 31/7/1996 στη Ν. Α­φρι­κή. Α­πό το 1990 μη­χα­νή­μα­τα η­λε­κτρο­σόκ χρη­σι­μο­ποι­ή­θη­καν για το βα­σα­νι­σμό κρα­του­μέ­νων αλ­λά και α­πό α­στυ­νο­μι­κούς σε του­λά­χι­στον 76 χώ­ρες σε κά­θε μέ­ρος του κό­σμου. Α­ντι­κεί­με­νο του ε­μπο­ρί­ου εί­ναι και η τε­χνο­γνω­σί­α διε­ξα­γω­γής βα­σα­νι­στη­ρί­ων. Α­πό­φοι­τοι της Σχο­λής της Α­με­ρι­κής στις Η.Π.Α., κέ­ντρο εκ­παί­δευ­σης με 150 πα­ραρ­τή­μα­τα για τα ο­ποί­α λί­γα εί­ναι γνω­στά, έ­χουν ε­μπλα­κεί σε «πα­ρα­βιά­σεις αν­θρω­πί­νων δι­καιω­μά­των» στη Ν. Α­με­ρι­κή. Ι­διαί­τε­ρα στην Κο­λομ­βί­α ό­που τα τε­λευ­ταί­α 10 χρό­νια οι πο­λι­τι­κές δο­λο­φο­νί­ες ξε­πέ­ρα­σαν τις 30.000, των ο­ποί­ων εί­χαν προ­η­γη­θεί βα­σα­νι­στή­ρια α­πό δυ­νά­μεις α­σφα­λεί­ας και πα­ρα­στρα­τιω­τι­κές ο­μά­δες, αλ­λά και στη Γουα­τε­μά­λα.

Ο βα­σα­νι­σμός των αν­θρώ­πων, (λέ­ει ο Ο.Η.Ε.) εί­ναι η «ε­σκεμ­μέ­νη υ­πο­βο­λή ε­νός κρα­του­μέ­νου σε σο­βα­ρό σω­μα­τι­κό ή ψυ­χι­κό πό­νο, α­πό όρ­γα­να του κρά­τους ή με την α­νο­χή ορ­γά­νων του κρά­τους». Ο βα­σα­νι­σμός των αν­θρώ­πων, εί­ναι η ί­δια η ύ­παρ­ξη και ε­πι­βο­λή του κρά­τους, (δεν το λέ­ει ο Ο.Η.Ε.).

Βα­σα­νι­στή­ρια γί­νο­νταν, γί­νο­νται και θα γί­νο­νται κα­θη­με­ρι­νά, πα­ντού. Α­πό τον ξυ­λο­δαρ­μό ε­νός «πα­ρά­νο­μου με­τα­νά­στη» σε κά­ποιο μι­κρό, σκο­τει­νό κε­λί μέ­χρι τους ο­μα­δι­κούς ξυ­λο­δαρ­μούς δια­δη­λω­τών σε κά­ποιες με­γά­λες, λα­μπε­ρές λε­ω­φό­ρους. Α­πό τους «αν­θρω­πι­στι­κούς» βομ­βαρ­δι­σμούς, μέ­χρι τα «αν­θρω­πι­στι­κά» ε­μπάρ­γκο, η ί­δια η ύ­παρ­ξη της ο­ποιασ­δή­πο­τε μορ­φής ε­πι­βο­λής, ε­ξου­σί­ας και εκ­με­τάλ­λευ­σης, εί­ναι βα­σα­νι­στή­ριο, (λέ­με ε­μείς).

Από την ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ. 7, Οκτώβριος 2002
Both comments and trackbacks are currently closed.