Αντιμνημονιακή ανταρσία και συνταγματική αναθεώρηση

Στη Ρώμη δόθηκε ο χρησμός,

έγιν’ εκεί η μοιρασιά. Κ. Καβάφης

Μας έχουν απασχολήσει επανειλημμένα οι λεγόμενοι αντιμνημονιακοί αγώνες και έχουμε προσπαθήσει να καταγράφουμε τακτικά, ύστερα από συζητήσεις που αφορούν τον κύκλο σύνταξης αλλά και ύστερα από εκδηλώσεις, σχετικές σκέψεις και απόψεις για το ζήτημα αυτό. Πιστεύουμε, μάλιστα, ότι παρά την ιδιαίτερη επιμονή, που έχουμε δείξει, υπάρχουν αρκετές ακόμα διαστάσεις, τις οποίες μπορούμε να αναδείξουμε, αλλά το βασικότερο να κατανοήσουμε. Η επιλογή μας αυτή έχει να κάνει με την πεποίθηση, ότι σ’ αυτήν την περίπτωση είναι ιδιαίτερα επιτακτική η ανάγκη, όχι απλά να προσεγγίσουμε επιφανειακά την ουσία των πραγμάτων που συνεχίζουν να εξελίσσονται, αλλά να συμβάλλουμε ώστε να φωτιστούν ορισμένες «σκιές», ή αλλιώς κάποιες «λεπτομέρειες» που αφήνονται από τους τεχνικούς κάθε εξουσίας να παραμερίζονται από κάθε είδους μερικότητα.

Δεν έχουμε την εντύπωση ότι οι αναρχικοί είναι αλάνθαστοι, όμως θεωρούμε ότι έχουν μια απεριόριστη δυνατότητα να μαθαίνουν και να προχωρούν, εφ’ όσον οι ιδέες τους και οι πρακτικές τους παραμένουν έξω και ενάντια στην πολιτική, στην διαχείριση των αγώνων στους οποίους συμμετέχουν, και σε κάθε είδους αποτίμηση, κοινωνική, πολιτική ή οικονομική των αγωνιστικών τους δυνατοτήτων.

Να προχωρούν, θα ρωτήσει κάποιος, όμως σε ποιά κατεύθυνση; Σ’ αυτό το ερώτημα απαντούμε, εδώ και τώρα, κάθε φορά με τον τρόπο που προσεγγίζουμε κάθε ζήτημα, όταν εμπλουτίζουμε τις αναρχικές ιδέες ξεκαθαρίζοντας την στάση μας, την παρουσία μας ή την απουσία μας.

Η πολιτική μπορεί να καταπίνει την ζωντάνια, το αυθόρμητο, την ζωτικότητα, να μολύνει ανθρώπους και καταστάσεις που παρουσιάζονται να κινούνται κατ’ αρχήν σε μια αντιθετική πορεία μ’ αυτό που χαρακτηρίζεται «σύστημα». Σ’ αυτές τις περιπτώσεις, οι κινητοποιούμενοι, ή τουλάχιστον ένα μέρος απ’ αυτούς, περιέρχονται σε μια κατάσταση σύγχυσης, όταν καταλαβαίνουν ότι διαψεύδονται οι ελπίδες τους. Αμέσως μετά, συνήθως καταλήγουν στο ότι όποια αντίσταση έφεραν ήταν μάταιη, αφού δεν μπόρεσαν να επιτύχουν αυτό που προσδοκούσαν.

Είναι, βέβαια, λανθασμένη η εκτίμηση ότι το πλήθος των ανθρώπων, που κινητοποιήθηκαν και συμμετείχαν, σταθερά ή μη, στους λεγόμενους αντιμνημονιακούς αγώνες είχε την ίδια στόχευση. Αντίθετα, μάλιστα, χαρακτηριζόταν από μια ιδιαίτερη ανομοιομορφία. Αυτό, όμως, που θέλουμε να επισημάνουμε, δεν είναι ότι απλά βρέθηκαν και μάλιστα με μεγάλη συχνότητα έξω από το κοινοβούλιο, αριστεροί ή δεξιοί εθνικιστές, νεολαίοι, αναρχικοί, «αγανακτισμένοι», θεοβαρεμένοι, κ.ο.κ.. Στις κυριακάτικες και καθ’ όλα ειρηνικές λαοσυνάξεις στις οποίες καλούσαν οι «αγανακτισμένοι», το παρόν έδωσαν και μάλιστα με εμφανή τρόπο πλήθος ανθρώπων, που δεν είχαν ξανακατέβει στον δρόμο για να διαμαρτυρηθούν, άνθρωποι κάθε ηλικίας, ψηφοφόροι των λεγόμενων αστικών κομμάτων, πλήθος, επίσης, ανθρώπων, που στις τελευταίες εκλογές στήριξαν τις μνημονιακές δυνάμεις ψηφίζοντας «σταθερότητα» προτιμώντας μια «ελεγχόμενη πτώχευση» από μια «ανεξέλεγκτη».

Ο χώρος των κινητοποιήσεων, η πλατεία Συντάγματος, ήταν και παραμένει φορτισμένη ιστορικά. Ένα σημαντικό τμήμα των κινητοποιούμενων διόλου τυχαία προέταξε σ’ αυτές τις κινητοποιήσεις ανάμεσα στα υπόλοιπα αντιμνημονιακά αιτήματα την αλλαγή συντάγματος, θεωρώντας, μάλιστα, τον συγκεκριμένο στόχο πρώτιστη επιδίωξη σε περίπτωση εισβολής των διαδηλωτών στο κοινοβούλιο. Το συγκεκριμένο, μάλιστα, πρόταγμα αφορούσε και συνεχίζει να αφορά, εκτός των άλλων, και μια διακομματική συζήτηση, στην οποία συμμετέχουν αδιαλείπτως και οι ειδικοί επιστήμονες, δηλαδή οι συνταγματολόγοι.

Μπορούμε να πούμε, ότι οι λεγόμενοι αντιμνημονιακοί αγώνες ξέφυγαν σε ορισμένες «στιγμές», λαμβάνοντας τον χαρακτήρα μιας «ανταρσίας»; Θεωρούμε πως ναι. Η απόπειρα εισβολής στο κοινοβούλιο στις 5 Μαΐου του 2010 είναι ενδεικτική, όπως και οι εκτεταμένοι προπηλακισμοί βουλευτών, που επιχειρούσαν να εξέλθουν από το κοινοβούλιο σε άλλη περίπτωση. Στην ίδια κατεύθυνση βρέθηκαν οι συχνές και σφοδρές συγκρούσεις έξω από το κοινοβούλιο, που δεν καταγράφηκαν σε καμμία άλλη χώρα του ευρωπαϊκού νότου. Οι ανταρσίες ιστορικά αντιμετωπίζονται με συγκεκριμένους τρόπους από την κάθε είδους εξουσία, εφ’ όσον βέβαια δεν επικρατήσουν οι στασιαστές. Είτε με την καταστολή, είτε με τον συμβιβασμό και την παραχώρηση εξουσιών, δικαιωμάτων, ή αλλαγών σε όποιο επίπεδο. Είτε όμως και με τις δύο μεθόδους, όπως φαίνεται ότι έχει επιλεγεί στην περίπτωσή μας.

Θα κάνουμε μια ακόμη παρατήρηση προτού προχωρήσουμε. Εφ’ όσον δεχόμαστε, ότι οι αντιμνημονιακοί αγώνες έλαβαν τουλάχιστον σε κάποιες στιγμές τον χαρακτήρα «ανταρσίας», θα πρέπει να καταγράψουμε ότι αυτή η «ανταρσία» καλύφθηκε πολιτικά από κόμματα τόσο δεξιά όσο και αριστερά, ενώ θα ήταν παράλειψη η μη αναφορά στην ξεκάθαρη συμβολή του ΚΚΕ στην καταστολή της σε γνωστή κρίσιμη στιγμή, όταν παρέταξε τους διαδηλωτές ως ασπίδα του κοινοβουλίου. Σ’ αυτό ακριβώς το πλαίσιο εντάσσονται και οι διώξεις της ηγεσίας και των βουλευτών της Χρυσής Αυγής και όχι βέβαια σε κάποιου είδους δημοκρατική ευαισθησία που μοστράρουν οι εμπνευστές της. Και επειδή ορισμένοι, σκόπιμα ή μη μιλούν, για «αχαρτογράφητα θεσμικά εδάφη» στα οποία βαδίζει η «συντεταγμένη πολιτεία» με την φυλάκιση λόγου χάρη του αρχηγού ή ορισμένων βουλευτών ενός κόμματος που εκπροσωπεί στην βουλή εκατοντάδες χιλιάδες ψηφοφόρων, που μάλιστα δεν δείχνουν την διάθεση να μετακομίσουν σε άλλο κόμμα, θα τους θυμίσουμε ότι το 1875, ο σχεδόν άγνωστος στο πολιτικό σύστημα Χαρίλαος Τρικούπης βρέθηκε από την φυλακή στην Πρωθυπουργία, χωρίς να θέλουμε βέβαια να πούμε ότι ο Μιχαλολιάκος θα διαγράψει την ίδια πορεία.

Θα αναφέρουμε, επίσης, την εκτίμηση ορισμένων συνταγματολόγων, ότι το 1909 το κίνημα του Γουδί δεν ανέτρεψε το πολίτευμα, έθεσε, όμως, οριστικό τέρμα στον «αδιέξοδο» τρόπο που αυτό λειτουργούσε και οδήγησε στην εξουσία έναν νέο και επίσης περίπου άγνωστο στο πολιτικό σύστημα πολιτικό, τον Ελευθέριο Βενιζέλο. Έτσι, η λειτουργία ενός Συντάγματος είχε αποδειχτεί ιστορικά ότι είναι δυνατόν να περιέχει περισσότερες διακριτές μεταξύ τους περιόδους, χωρίς αυτές να προσδιορίζονται αναγκαστικά από συνταγματικές αναθεωρήσεις ή ανατροπές.

Ο Αντώνης Σαμαράς, από του βήματος της 76ης ΔΕΘ τον Σεπτέμβριο του 2011 ως αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης, φορώντας τότε τον αντι-μνημονιακό μανδύα, μεταξύ άλλων, είχε αναφέρει τα εξής:

«Η Ελλάδα χρειάζεται μεγάλες διαρθρωτικές αλλαγές. Αλλά χρειάζεται και σωστά μέτρα. Με άμεσα αποτελέσματα. Θα σας μιλήσω τώρα επιγραμματικά για τις πέντε μεγάλες προτεραιότητές μας σε διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις. Όμως, το πιο σημαντικό –προϋπόθεση και επιστέγασμα όλων όσων θα ακούσετε– είναι η μεγάλη αναθεώρηση του Συντάγματος. Για να γίνουν οι θεσμοί πιο λειτουργικοί, η χώρα πιο ανταγωνιστική και ο πολίτης να αισθάνεται ασφαλής. Είναι αυτή η κεντρική ιδέα της σαρωτικής συνταγματικής αναθεώρησης 31 σημείων, που προτείνει η παράταξή μας. Και όλες οι μεταρρυθμιστικές τομές, που θα σας πω τώρα, μαζί με την συνταγματική αναθεώρηση, θα αποτελέσουν ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο. Ώστε να υπάρξουν προοπτικές επανεκκίνησης παντού. Και να μπούμε πια στην εποχή της Νέας Μεταπολίτευσης…».

Αλλά και λίγους μήνες προηγουμένως και συγκεκριμένα στις 6 Απριλίου 2011, δήλωνε στο ίδιο μήκος κύματος: «το μεταπολιτευτικό πολιτικό σύστημα χρεοκόπησε και απαιτείται τολμηρή συνταγματική αναθεώρηση».

Εδώ, λοιπόν, μπορούμε να αντιληφθούμε με ευκολία την πλαστότητα του διαχωρισμού σε αντιμνημονιακές και μνημονιακές δυνάμεις, όχι μόνο από την ευκολία που «άλλαξε στρατόπεδο» ο Σαμαράς, αλλά από την «εκκρεμότητα», που από κοινού αναγνωρίζουν ότι πρέπει να λυθεί και οι μεν και οι δε. Το χαλί έχει ήδη στρωθεί από τους λεγόμενους αντιμνημονιακούς κάθε είδους, που αμφισβητούν την συνταγματικότητα των μνηνομιακών νόμων, που ξιφουλκούν ενάντια στις αντιδημοκρατικές πρακτικές που κατά την γνώμη τους χαρακτηρίζουν την ψήφιση την τελευταία τριετία εκατοντάδων νόμων, δηλαδή την λειτουργία της νομοθετικής και εκτελεστικής εξουσίας.

Σε κάθε περίπτωση, εκτιμούν πάλι ορισμένοι συνταγματολόγοι, εφ’ όσον και όποτε επιχειρηθεί να αποκτήσει συνταγματική περιωπή το πλέγμα των μεταρρυθμίσεων που ήδη, κυρίως λόγω Μνημονίου, επιχειρούνται, αυτό μάλλον θα γίνει με μία αναθεώρηση τύπου 1911, όταν αναθεωρήθηκαν προσαρμοζόμενες στις νέες συνθήκες αρκετές επί μέρους συνταγματικές διατάξεις, δεν ανατράπηκαν, όμως, ούτε οι βασικοί συνταγματικοί θεσμοί, ούτε η μεταξύ τους βασική πολιτική ισορροπία.

Πιο πρόσφατα, μεταπολιτευτικά η συνταγματική απόφαση για αφαίρεση κάθε νομικού εμποδίου συμμετοχής της Ελλάδας στην ΕΟΚ, όπως αυτή αποτυπώθηκε στο άρθρο 28 παρ. 2 και 3 του Συντάγματος, ολοκληρώθηκε με την ταχεία κατάληξη των ενταξιακών διαπραγματεύσεων της χώρας στην ΕΟΚ. Και ο λεγόμενος πολιτειακός βίος στηρίχθηκε σε δύο βασικούς άξονες: δημοκρατία, πολιτικοποίηση, ελευθερίες και δικαιώματα και ταυτόχρονα ένταξη μέσω της συμμετοχής στην ΕΟΚ, στην εξελισσόμενη παγκοσμιοποιούμενη ολοκλήρωση. Το δικαίωμα στην ολοένα και μεγαλύτερη κατανάλωση των «ευρωπαίων» πια κατοίκων του ελλαδικού χώρου βαπτίστηκε «λαϊκή κατάκτηση» από τους κινηματίες του Πασόκ, που ανέλαβαν την εξουσία το 1981, οι οποίοι άρχιζαν να διαχειρίζονται ένα πακτωλό χρημάτων που εξασφάλιζε η συμμετοχή στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα, κυρίως από επιδοτήσεις γεωργικών προϊόντων αλλά και όχι μόνο.

Υποστηρίζεται, επίσης από συνταγματολόγους, ότι υπαγόμενοι στον Μνημόνιο περιήλθαμε σε μία νέα περίοδο λειτουργίας του πολιτεύματος, παρ’ ότι αυτή η νέα περίοδος εκτυλίσσεται, μέχρις στιγμής, τυπικά μέσα στο ίδιο συνταγματικό κείμενο της προηγούμενης και συνιστά, στροφή μεγαλύτερη και ποιοτικά διάφορη από εκείνη που έφερε, για παράδειγμα, η προχουντικά αδιανόητη άνοδος στην εξουσία της Κεντροαριστεράς το 1981, αλλά και η συνταγματική αναθεώρηση του 1985. Θεωρούν μάλιστα ότι, βάσει της συνταγματικής θεώρησης, το κρίσιμο στοιχείο στο Μνημόνιο δεν είναι οι χρηματοδοτικοί του όροι, αλλά το ότι αποτελεί ένα εξαιρετικά εκτεταμένο πρόγραμμα εσωτερικών πολιτικών και, ενόψει της ασφυκτικής πίεσης για την εφαρμογή του, εξαλείφει κάθε δυνατότητα άλλων ή και προσθέτων ακόμη εσωτερικών πολιτικών. Σύμφωνα με τον Γιάννη Δρόσο, καθηγητή συνταγματικού δικαίου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, «το Μνημόνιο καθίσταται στοιχείο του πολιτεύματος όχι μόνο ως περιεχόμενο, αλλά και επειδή θέτει ένα νέο forum για την τελική διαμόρφωση των εσωτερικών πολιτικών επιλογών της χώρας. Από καιρό η αναλυτική συζήτηση για το ακριβές και εξειδικευμένο περιεχόμενο των κυβερνητικών πολιτικών, τους ρυθμούς υλοποίησής τους κ.λπ. είχε φύγει από την Βουλή και είχε περιέλθει αποκλειστικά στην Κυβέρνηση. Υπό το Μνημόνιο έφυγε και από το αρμόδιο για την γενική πολιτική της χώρας συνταγματικό όργανο που λέγεται Κυβέρνηση και περιήλθε σε ένα ιδιόμορφο άτυπο μόρφωμα -αποφεύγω την λέξη όργανο διότι το μόρφωμα αυτό δεν έχει την τυπική μορφή ενός οργάνου και για να αποφύγω, στο σημείο αυτό, συγχύσεις που θα απαιτούσαν δαιδαλώδεις νομικές συζητήσεις για να ξεκαθαρισθούν. Το μόρφωμα αυτό, αποτελείται από τους τρείς της τρόϊκας και τον κυβερνητικό εκπρόσωπο σε ρόλο μεταξύ διαπραγματευτή και ιμάντα μεταβίβασης αποφάσεων. Αυτή η ομάδα επεξεργάζεται τις πολιτικές επιλογές και στη συνέχεια τα συνταγματικά σχήματα -εν προκειμένω η Κυβέρνηση και αν χρειασθεί ή ζητηθεί η Βουλή- τις περιβάλλουν με την αναγκαία για την αποτελεσματική εφαρμογή τους τυπική μορφή (νόμος, κανονιστική πράξη της διοίκησης κ.ο.κ.) και, επίσης και όχι έλασσον, αναλαμβάνουν, στο σύνολό της, την πολιτική ευθύνη για τις επιλογές αυτές. Την εικόνα συμπληρώνουν οι οργανωμένες ευθείες και άμεσες σχέσεις της τρόϊκας με το σύνολο των συνιστωσών του πολιτικού συστήματος, δηλαδή την αντιπολίτευση και κοινωνικούς φορείς, όπως επίσης και οι άμεσες σχέσεις της με την δημοσιότητα: η τρόϊκα εμφανίζεται τακτικά στα ελληνικά μέσα ενημέρωσης και εξηγεί αυτά που νομίζει ότι πρέπει να εξηγήσει».

Η «επόμενη ημέρα», λοιπόν, είναι ήδη εδώ, όσο και αν δεν έχουν ακόμη «χωνευτεί» τα νέα στοιχεία, όσο και αν ξενίζει η «αλλόκοτη» άνοδος της Χ.Α., όσο και αν «ανεβαίνει» το θερμόμετρο μιας αντιμνημονιακής αντιπαράθεσης, που εντάσσεται και αυτή στην αναμόρφωση των νέων συνθηκών επιβολής με μια φρασεολογία στην οποία επαναλαμβάνονται ρυθμικά οι λέξεις πραξικόπημα, απώλεια της εθνικής κυριαρχίας, προδοσία των πολιτικών και άλλα «επαναστατικά» που πλέον έχουν μπουχτίσει και τον τελευταίο «αγανακτισμένο» πολίτη…

Η «κρίση», θα το επαναλάβουμε, εντάσσεται σε μια ευρύτερη διαδικασία ενοποίησης, η οποία επιτάσσει την επιβολή με βίαιους ρυθμούς των νέων όρων στα «καθυστερημένα» σημεία, όπως ο ελλαδικός χώρος. Η βιαιότητα αυτή έρχεται να δικαιολογήσει ή να επιβεβαιώσει καλύτερα την ανάγκη μιας μόνιμης συνθήκης έκτακτης ανάγκης, η οποία θεωρείται από τους κυρίαρχους ως η ασφαλιστική δικλείδα για την αποτροπή «απρόοπτων» καταστάσεων. Αυτή ακριβώς η ραγδαία μεταβολή των όρων επιβολής δεν εποπτεύεται, σε καμία περίπτωση, με την «χαλαρότητα» προηγούμενων περιόδων, πολύ απλά γιατί οι «απρόοπτες» καταστάσεις δεν είναι απλά ανεπιθύμητες αλλά αδιανόητες για τους κυρίαρχους.

Αυταπάτες, λοιπόν, δεν μπορούν να υπάρχουν ούτε στο ελάχιστο για τις προθέσεις τους, αλλά και για τα μέσα που θα χρησιμοποιήσουν για την επίτευξη των σχεδιασμών τους. Κάθε αυταπάτη που συντηρείται σε αυτές τις συνθήκες, σημαίνει και μια ακόμη χαμένη ευκαιρία και δυστυχώς οι χαμένες ευκαιρίες θα κοστίζουν στο μέλλον πολύ περισσότερο από ότι γνωρίζαμε μέχρι τώρα…

Συσπείρωση αναρχικών

Δημοσιεύθηκε στην ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ. 132, Νοέμβριος 2013
Both comments and trackbacks are currently closed.