Ρατσισμός και Προκαταλήψεις σε πρόσφυγες, μετανάστες και Εβραίους (Μια ιστορική Αναδρομή) – Μέρος Α΄

Έχουν λεχθεί και λέγονται πολλά για την άνοδο της ακροδεξιάς και τις δράσεις-επιθέσεις διαφόρων συμμοριών απέναντι σε μετανάστες, καταστήματα και σπίτια τους, καθώς και σε ο,τιδήποτε δεν τους είναι αρεστό. Δεν είναι ασφαλώς η πρώτη φορά στη σύγχρονη ιστορία που τέτοια φαινόμενα κάνουν αισθητή την εμφάνιση τους, είτε επειδή το σύστημα τα προωθεί είτε επειδή οι συνθήκες που έχουν διαμορφωθεί ευνοούν την ανάπτυξη τους. Όπως επίσης και η διαπίστωση, ότι η ακροδεξιά και ο ρατσισμός έχουν κοινά στοιχεία δεν σημαίνει ότι ο ρατσιστής είναι κατ’ ανάγκη ακροδεξιός (κάλλιστα μπορεί να δηλώνει και σοσιαλιστής αλλά να μην γουστάρει τους α ή τους β), το αντίθετο φυσικά ισχύει, ο ακροδεξιός να είναι και ρατσιστής (στον όρο ακροδεξιό συγκαταλέγουμε άτομα τα οποία αποδέχονται φασιστικές και ναζιστικές απόψεις και όχι άτομα που ναι μεν αποδέχονται έννοιες όπως «έθνος», «πατρίδα» αλλά δεν συνταυτίζονται με λογικές φυλετικής υπεροχής και προκατάληψης). Μετά τα τελευταία πογκρόμ ακροδεξιών σε καταστήματα μεταναστών, μάς ήρθαν στη θύμηση παρόμοια περιστατικά τα οποία συνέβησαν στο Τορόντο του Καναδά το 1918, στην Αθήνα του μεσοπολέμου και στη Θεσσαλονίκη την περίοδο 1912-1943. Γεγονότα που οι εθνικές και θρησκευτικές ταυτότητες των ανθρώπων εναλλάσσουν ρόλους και συμπεριφορές, αποδεικνύοντάς μας ότι θύτης και θύμα, αποτελούν πολλές φορές, όψεις του ίδιου νομίσματος όταν θεσμοί και εξουσία καθορίζουν τις ζωές των ανθρώπων.

Τον Αύγουστο του 1918 στο Τορόντο τα θύματα ήταν οι έλληνες και θύτες οι καναδοί. Για τρείς μέρες από τις 2 έως τις 4 Αυγούστου ένα εξαγριωμένο πλήθος 5000 καναδών καταστρέφει και λεηλατεί ο,τιδήποτε ελληνικό συναντά μπροστά του στους πιο πολυσύχναστους εμπορικούς δρόμους της πόλης, όπως είναι οι Υonge και Queens. Δεκαέξι αστυνομικοί τραυματίζονται, εκ των οποίων οι δέκα σοβαρά, 150 καναδοί τραυματίζονται, 25 συλλαμβάνονται και το κόστος ζημιών σε σημερινά χρήματα άγγιζε το 1,25εκατ. δολάρια. Όπως αναφέρουν οι συγγραφείς του βιβλίου «The 1918 Anti-Greek Riot in Toronto», το συγκεκριμένο γεγονός είναι ένα από τα σκοτεινότερα και πιο βίαια επεισόδια της ιστορίας του Τορόντο. Ποιά ήταν όμως η αφορμή και ποιά η αιτία για αυτό το πογκρόμ; Σύμφωνα με τους συγγραφείς (Thomas W. Gallant, George Treheles, and Michael Vitopoulos) οι καναδοί που επέστρεφαν από τα χαρακώματα του «πρώτου παγκοσμίου πολέμου» έβλεπαν τους έλληνες μετανάστες ως υπεύθυνους για την δική τους «τύχη», αφού δεν συμμετείχαν και αυτοί στον πόλεμο και συν τοις άλλοις πρόσαπταν στην Ελλάδα καθυστέρηση συμμετοχής στην συγκεκριμένη ανθρωποσφαγή. Οι κυριότερες αιτίες, όμως, εντοπίζονται σε μια ήδη διαμορφωμένη αντίληψη που είχε κατασκευαστεί επι σειρά ετών για τους έλληνες, τους αποκαλούμενος και «slackers»: Τους «τεμπέληδες» οι οποίοι συνήθως δούλευαν ως μάγειροι και σερβιτόροι, αποφεύγοντας άλλες σκληρότερες εργασίες. Επί πλέον, οι Έλληνες μετανάστες το 1918 κατείχαν το 35% των καφενείων και εστιατορίων του Τορόντο, αν και αντιπροσώπευαν μόλις το 0,5% του πληθυσμού. Την ίδια περίοδο, λοιπόν, που πάνω από 600.000 καναδοί βρίσκονταν στην Ευρώπη για τον πόλεμο και 240.000 από αυτούς είτε σκοτώθηκαν είτε τραυματίστηκαν, οι έλληνες μετανάστες αποτελούσαν, για ένα τμήμα της καναδικής κοινωνίας, τους «καταφερτζήδες» και τους «φυγόπονους».

Είναι σημαντικό, πάντως, να αναφέρουμε ότι κατά τις επόμενες δεκαετίες και κυρίως κατά το μεταναστευτικό κύμα των δεκαετιών ’50 και ’60, η καναδική κρατική πολιτική ήταν με τέτοιο τρόπο δομημένη που από τη μία πλευρά δεν ανεχόταν καμία ρατσιστική συμπεριφορά και από την άλλη επέβαλλε συγκεκριμένες συμπεριφορές και κανόνες στους εισερχόμενους μετανάστες. (Εν τούτοις, έχει ενδιαφέρον για το πως ένας άνθρωπος κατά τη διάρκεια της ημέρας διαφοροποιεί ρόλους, ταυτότητες και συμπεριφορές, με την περιγραφή του εξής γεγονότος: Οι έλληνες μετανάστες του Τορόντο σε όλες τις καθημερινές τους συναλλαγές με το καναδικό κράτος ή στις στάσεις των μέσων μαζικής μεταφοράς, ακολουθούσαν αυτό που τους είχε διδαχθεί/επιβληθεί, δηλαδή υπομονετική προσμονή στη σειρά. Όταν οι ίδιοι άνθρωποι πήγαιναν το βράδυ στον ελληνικό κινηματογράφο ξεχνούσαν τρόπους και ευγένειες και γινόντουσαν ένα μπουλούκι!).

Η ειρωνεία είναι ότι κατά τις τελευταίες δεκαετίες το Τορόντο θεωρείται η καλύτερη πόλη στον κόσμο για μετανάστες. Και τίποτα δεν φανερώνει το πογκρόμ που συντελέστηκε πρίν από περίπου εκατό χρόνια εκεί. Έτσι σήμερα πάνω από ένα εκατομμύριο Τοροντοριανοί επισκέπτονται το περίφημο «Taste of the Danforth», ένα φεστιβάλ ελληνικής κουζίνας, αποδεικνύοντας ότι οι ρατσιστικές συμπεριφορές και στάσεις δεν προέρχονται από μία φυλετική/βιολογική ροπή αλλά ως μια κοινωνική κατασκευή προερχόμενη από κυρίαρχες θεσμικές οντότητες, που, κατά το δοκούν, μεγεθύνουν ή ελαχιστοποιούν καταστάσεις.

Και εάν οι έλληνες του Τορόντο του 1918 είναι οι Πακιστανοί της Αθήνας του 2012, ας θυμηθούμε την υποδοχή που έλαβαν οι έλληνες πρόσφυγες εκ Μικράς Ασίας από τους γηγενείς έλληνες (το πόσο «γηγενής έλληνας» θεωρείται κάποιος που μιλάει καλύτερα την αρβανίτικη γλώσσα από την ελληνική είναι άλλο θέμα, αλλά συσχετίζεται, σημαντικά και με την σημερινή δράση αλβανικής καταγωγής μεταναστών στις γραμμές ακροδεξιών συμμοριών εναντίον άλλων μεταναστών).

Το πρώτο κύμα προσφύγων ήλθε κατά το διάστημα 1914-18, όταν στην οθωμανική αυτοκρατορία επικρατούσε το κίνημα των Νεότουρκων. Άμεση υπήρξε η αντίδραση από διάφορους ετερόκλητους φορείς της ελλαδικής επικράτειας, όπως το Εργατικό Κέντρο Αθήνας ή φιλομοναρχικές ομάδες. Συγκεκριμένα, το ΕΚΑ με ψήφισμα του στις 21 Αυγούστου 1914, απευθυνόμενο σε όλα τα εργατικά σωματεία της ελλάδας, ζητεί «να μην επιτρέπηται εις τους πρόσφυγας να εργάζωνται εις τας εργασίας εντοπίων εργατών…». Από την άλλη, πρωτοφασιστικές παρακρατικές ομάδες, όπως οι «Επίστρατοι» που είχαν σχηματίσει οι Δ. Γούναρης και Ι. Μεταξάς εξαπολύουν πογκρόμ κατά των προσφύγων το Νοέμβριο του 1916, επειδή θεωρούνταν φιλοβενιζελικοί και πράκτορες των αγγλογάλλων. Στο στόχαστρο των ένοπλων παρακρατικών θα βρεθούν, για τον ίδιο λόγο, και οι κρητικοί της Αθήνας, με προγραφή σπιτιών και καταστημάτων που είχαν σημαδευτεί με κόκκινη μπογιά. Το μίσος απέναντι στους πρόσφυγες θα συνεχισθεί και μετά το ’22, όπου η ρατσιστική συμπεριφορά κατά των προσφύγων θα αποτελέσει γενικευμένη κοινωνική συμπεριφορά, τόσο των ελλαδιτών ελλήνων, όσο και των εθνικών και θρησκευτικών μειονοτήτων που κατοικούσαν τότε στην Ελλάδα. «Η βρισιά «τουρκόσπορος», «σκατοουγλούδες», «παληοαούτηδες» κ.λπ. ήταν στην ημερήσια διάταξη, από ανώτερα και κατώτερα κυβερνητικά όργανα…» (Δημήτρης Λιβιεράτος, Κοινωνικοί αγώνες στην Ελλάδα (1923-27), τόμ. β΄, εκδ. Κομμούνα, Αθήνα, 1985, σελ. 27-30). Το συναίσθημα αυτό περιγράφεται από τον Π. Κανελλόπουλο: «Μια μεγάλη μερίδα του πληθυσμού, που από το 1915 είχε διχασθεί δεν αντίκρυσε τους πρόσφυγες με συμπάθεια, όταν τα αδυσώπητα κύματα της ιστορίας τούς έριξαν πάνω στους βράχους της Ελλάδας. Δεν υπήρξε συμπάθεια, δεν υπήρξε απάθεια, υπήρξε αντιπάθεια». (Άλκης Ρήγος, Η Β΄ Ελληνική Δημοκρατία 1924-1935: Οι κοινωνικές διαστάσεις της πολιτικής σκηνής, εκδ. Θεμέλιο, Αθήνα, 1999, σελ. 277).

Παράδειγμα της αντιπροσφυγικής υστερίας ήταν τα συνθήματα που ακούστηκαν στις 9 Νοεμβρίου 1923 στο συλλαλητήριο των μοναρχικών στους Στύλους του Ολυμπίου Διός, όπου το χαρακτηριστικότερο ήταν: «Φωτιά στους τουρκόσπορους πρόσφυγες». Στην ύπαιθρο, οι γηγενείς πληθυσμοί επιτίθενται στους πρόσφυγες για διεκδικούμενες περιπτώσεις ανταλλάξιμων κτημάτων. Οι, μεγαλύτερης έκτασης, συγκρούσεις για τη νομή ανταλλάξιμης περιουσίας έγιναν στην Πρώτη Σερρών, το φθινόπωρο του 1924 οπλισμένες ομάδες γηγενών επιτέθηκαν στον οικισμό των προσφύγων, ως μια προσπάθεια εκδίωξης τους ώστε να καρπωθούν οι ίδιοι τα κτήματα.

Αναρχικός Πυρήνας Χαλκίδας

Από την ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ. 121, Νοέμβριος 2012
Advertisements
Both comments and trackbacks are currently closed.